Η ριμποσικλίμπη παρατείνει το προσδόκιμο ζωής σε γυναίκες με καρκίνο μαστού

Τα στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα της συνολικής επιβίωσης (OS) για τη ριμποσικλίμπη σε συνδυασμό με ενδοκρινική θεραπεία, ανακοίνωσε η Novartis. Η μελέτη φάσης ΙΙΙ MONALEESA-7 αξιολόγησε τη ριμποσικλίμπη συν ενδοκρινική θεραπεία (γοσερελίνη συν είτε αναστολέα αρωματάσης είτε ταμοξιφαίνη) ως αρχική θεραπεία συγκριτικά με την ενδοκρινική μονοθεραπεία σε προ- και περί-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό σε ορμονικό υποδοχέα, αρνητικό σε υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμιδικού αυξητικού παράγοντα-2 (HR+/HER2-). Σε προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού.

Τα στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα της συνολικής επιβίωσης (OS) για τη ριμποσικλίμπη σε συνδυασμό με ενδοκρινική θεραπεία, ανακοίνωσε η Novartis. Η μελέτη φάσης ΙΙΙ MONALEESA-7 αξιολόγησε τη ριμποσικλίμπη συν ενδοκρινική θεραπεία (γοσερελίνη συν είτε αναστολέα αρωματάσης είτε ταμοξιφαίνη) ως αρχική θεραπεία συγκριτικά με την ενδοκρινική μονοθεραπεία σε προ- και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό σε ορμονικό υποδοχέα, αρνητικό σε υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμιδικού αυξητικού παράγοντα-2 (HR+/HER2-). Σε προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού.

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Τα αποτελέσματα της συνολικής επιβίωσης της μελέτης MONALEESA-7 παρουσιάστηκαν στον τύπο και στην ενότητα των τελευταίων εξελίξεων στην ετήσια συνάντηση ASCO (American Society of Clinical Oncology) 2019 (Abstract# LBA1008), και δημοσιευτήκαν στο περιοδικό The New England Journal of Medicine.

Σημαντική παράταση επιβίωσης…

Η σημαντική παράταση στην επιβίωση ικανοποίησε τα κριτήρια πρώιμης διακοπής σε επίπεδο αποτελεσματικότητας στην προκαθορισμένη ενδιάμεση ανάλυση μετά από 192 θανάτους (διάμεση OS, μη επιτευχθείσα έναντι 40,9 [95% ΔΕ: 37,8-NE] μήνες, HR=0,712 [0,535-0,948], p=0,00973). Τα ποσοστά συνολικής επιβίωσης στον πληθυσμό με πρόθεση θεραπείας (n=672) στους 42 μήνες ήταν 70,2% για τη θεραπεία συνδυασμού με ριμποσικλίμπη συγκριτικά με το 46,0% για την ενδοκρινική μονοθεραπεία.

Στο καταληκτικό χρονικό σημείο συλλογής των δεδομένων, το 35% των γυναικών που έλαβε θεραπεία συνδυασμού με ριμποσικλίμπη συνέχιζε τη θεραπεία. Δεν παρατηρήθηκαν νέα σήματα ασφάλειας. Η ριμποσικλίμπη δεν ενδείκνυται για χρήση μαζί με ταμοξιφαίνη.

«Το όφελος στη συνολική επιβίωση θεωρείται «χρυσός κανόνας» στις μελέτες του καρκίνου. Όμως η επίτευξη τέτοιου οφέλους στον HR+/HER2- μεταστατικό καρκίνο του μαστού αποτελεί πρόκληση. Η μελέτη MONALEESA-7 πέτυχε αυτό το σημαντικό καταληκτικό σημείο νωρίτερα από το αναμενόμενο», δήλωσε η Sara Hurvitz, MD, Medical Director of the Jonsson Comprehensive Cancer Center Clinical Research Unit and Director of the Breast Cancer Clinical Trials Program, UCLA.

«Αυτό που ελπίζουμε να επιτύχουμε σε όλες τις κλινικές μελέτες είναι αποτελέσματα με ουσιαστικό όφελος, όπως είναι αυτά της ριμποσικλίμπης. Το να πετύχουμε βελτίωση στη συνολική επιβίωση σε μία ανίατη νόσο, όπως είναι ο μεταστατικός καρκίνος του μαστού, αποτελεί εκπληκτική πρόοδο για τους ασθενείς».

Νέα δεδομένα στην ιατρική κοινότητα

Η Susanne Schaffert, Ph.D., CEO, Novartis Oncology, πρόσθεσε: «Η ριμποσικλίμπη είναι ο μοναδικός CDK4/6 αναστολέας που επιτυγχάνει στατιστικά σημαντικό όφελος στη συνολική επιβίωση σε συνδυασμό με την ενδοκρινική θεραπεία. Είμαστε περήφανοι που μοιραζόμαστε αυτά τα σημαντικά δεδομένα με την ιατρική κοινότητα. Τα εκπληκτικά αυτά αποτελέσματα επιβεβαιώνουν το αποδεδειγμένο προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της ριμποσικλίμπης. Επικυρώνουν τη ριμποσικλίμπη ως καθιερωμένη θεραπεία για τα άτομα που ζουν με HR+/HER2- μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Μας εμπνέουν ώστε να συνεχίζουμε να επανασχεδιάζουμε την ιατρική».

Τα αποτελέσματα από την ανάλυση των υποομάδων έδειξαν ότι η ριμποσικλίμπη συν αναστολέα αρωματάσης έδειξε μειωμένο κίνδυνο θανάτου κατά 30,0% συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με αναστολέα αρωματάσης (η διάμεση OS δεν επετεύχθη έναντι 40,7 μηνών [37,4-NE], HR=0,699 [0,501-0,976]), και η ριμποσικλίμπη συν ταμοξιφαίνη έδειξε μειωμένο κίνδυνο θανάτου κατά 20,9% συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με ταμοξιφαίνη (HR=0,791 [0,454-1,377]).

Χρήση με ταμοξιφαίνη

Η ριμποσικλίμπη δεν ενδείκνυται για χρήση μαζί με ταμοξιφαίνη. Στην κύρια ανάλυση της μελέτης MONALEESA-7, η αύξηση στο QTcF ήταν κατά μέσο όρο μεγαλύτερη ή ίση με 10 μιλισεκόντ στις ασθενείς που έλαβαν ταμοξιφαίνη συν εικονικό φάρμακο συγκριτικά με τις ασθενείς που έλαβαν αναστολέα αρωματάσης και εικονικό φάρμακο.

«Η ριμποσικλίμπη διαθέτει χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν από τους άλλους CDK4/6 αναστολείς. Αρχικά, η ριμποσικλίμπη δείχνει ιδιαίτερα ισχυρή αναστολή έναντι του CDK4. Στα προκλινικά δεδομένα, η ριμποσικλίμπη είναι τέσσερις έως πέντε φορές ισχυρότερη έναντι του CDK4 συγκριτικά με το CDK6. Το CDK4 είναι πιθανό να είναι το επικρατούν CDK στον καρκίνο του μαστού και βασικός κινητήριος παράγοντας της εξέλιξης της νόσου», δήλωσε ο Jeff Engelman, MD, Global Head of Oncology Research, Novartis Institutes for BioMedical Research.

O MJ DeCoteau, Executive Director of Rethink Breast Cancer, δήλωσε: «Οι γυναίκες νεώτερης ηλικίας που ζουν με προχωρημένο καρκίνο του μαστού συναντούν μοναδικές προκλήσεις. Έρχονται αντιμέτωπες με μία ανίατη νόσο στην αρχή της ζωής τους. Μπορεί να είναι φοιτήτριες, να έγιναν πρόσφατα μητέρες ή να ξεκινούν την καριέρα τους. Ο καρκίνος του μαστού είναι η βασική αιτία θανάτου από καρκίνο στις γυναίκες ηλικίας 20-59 ετών. Επομένως, τα νέα για μια εγκεκριμένη θεραπεία που έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να τις βοηθήσει να ζήσουν περισσότερο συνιστούν εξαιρετική πρόοδο και προσφέρουν νέες ελπίδες για τις γυναίκες που πάσχουν από αυτή την εξουθενωτική ασθένεια.»

Σχετικά με τη ριμποσικλίμπη

H ριμποσικλίμπη είναι ο CDK4/6 αναστολέας με τον μεγαλύτερο όγκο στοιχείων από κλινικές μελέτες πρώτης γραμμής που επιδεικνύει συνεπή και σταθερή αποτελεσματικότητα συγκριτικά με την ενδοκρινική θεραπεία. Η ριμποσικλίμπη είναι η μόνη στοχευμένη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένων των CDK4/6 αναστολέων, σε συνδυασμό με ενδοκρινική θεραπεία. Επιδεικνύει σημαντικά μεγαλύτερη συνολική επιβίωση συγκριτικά με την ενδοκρινική θεραπεία ως αρχική ενδοκρινική θεραπεία για τον προχωρημένο καρκίνο του μαστού στη μελέτη MONALEESA-7. Η παρακολούθηση της συνολικής επιβίωσης βρίσκεται σε εξέλιξη για τις μελέτες φάσης ΙΙΙ MONALEESA-2 και MONALEESA-3.

H Novartis συνεχίζει να επανασχεδιάζει τον καρκίνο επενδύοντας στη ριμποσικλίμπη στον πρώιμο καρκίνο του μαστού. Η μελέτη NATALEE είναι μία κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ της ριμποσικλίμπης με ενδοκρινική θεραπεία στην επικουρική θεραπεία του HR+/HER2- πρώιμου καρκίνου του μαστού. Πραγματοποιείται σε συνεργασία με την ομάδα TRIO (Translational Research In Oncology).

Έγκριση σε περισσότερες από 75 χώρες

H ριμποσικλίμπη έχει εγκριθεί για χρήση σε περισσότερες από 75 χώρες στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ριμποσικλίμπη εγκρίθηκε αρχικά από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των Η.Π.Α. (FDA) τον Μάρτιο του 2017. Και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EC) τον Αύγουστο του 2017. Ως αρχική ενδοκρινική θεραπεία για τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με HR+/HER2- τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Σε συνδυασμό με έναν αναστολέα αρωματάσης βάσει των ευρημάτων της βασικής μελέτης MONALEESA-28.

Η ριμποσικλίμπη σε συνδυασμό με έναν αναστολέα αρωματάσης εγκρίθηκε για τη θεραπεία των προ-, περι- ή μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Ως αρχική ενδροκρινική θεραπεία. Ενδείκνυται επίσης για χρήση σε συνδυασμό με φουλβεστράντη. Ως θεραπεία πρώτης και δεύτερης γραμμής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες από τον FDA τον Ιούλιο του 2018. Και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 20188. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία υποβολής φακέλου έγκρισης στις ρυθμιστικές αρχές πολλών χωρών παγκοσμίως.

Η ριμποσικλίμπη αναπτύχθηκε από το NIBR (Institute for BioMedical Research) της Novartis στο πλαίσιο ερευνητικής συνεργασίας με την Astex Pharmaceuticals.

Σχετικά με τη Novartis στον προχωρημένο καρκίνο του μαστού

Η Novartis αντιμετωπίζει τον καρκίνο του μαστού με εξαιρετικά επιστημονική προσέγγιση. Διακρίνεται για διάθεση συνεργασίας και πάθος για τη μετεξέλιξη της φροντίδας του ασθενούς. Έχει υιοθετήσει μια γενναία στάση στην έρευνά συμπεριλαμβάνοντας πληθυσμούς ασθενών που συχνά παραγκωνίζονται στις κλινικές μελέτες. Εντοπίζοντας νέες οδούς ή μεταλλάξεις που μπορεί να διαδραματίζουν ρόλο στην εξέλιξη της νόσου και στην ανάπτυξη θεραπειών. Που δεν διατηρούν απλά αλλά συχνά βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Η προτεραιότητά της κατά τα τελευταία 30 χρόνια και σήμερα είναι η παροχή θεραπειών που αποδεδειγμένα να βελτιώνουν και να επεκτείνουν τις ζωές των ασθενών. Ασθενών που έχουν διαγνωστεί με προχωρημένο καρκίνο του μαστού.

Σημαντικές πληροφορίες ασφάλειας από την Ευρωπαϊκή Π.Χ.Π. της ριμποσικλίμπης

Η ριμποσικλίμπη είναι ένα συνταγογραφούμενο φάρμακο που έχει εγκριθεί σε συνδυασμό με έναν αναστολέα αρωματάσης. Η έγκριση αφορά ως αρχική ενδοκρινική θεραπεία σε γυναίκες με θετικό σε ορμονικό υποδοχέα (HR). Αρνητικό για τον ανθρώπινο υποδοχέα 2 του επιδερμιδικού αυξητικού παράγοντα προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Ή φουλβεστράντη ως αρχική ενδοκρινική θεραπεία ή μετά από εξέλιξη της νόσου στην ενδοκρινική θεραπεία σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Με θετικό σε ορμονικό υποδοχέα (HR), αρνητικό για τον ανθρώπινο υποδοχέα 2 του επιδερμιδικού αυξητικού παράγοντα προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού.

Δεν είναι γνωστό εάν η ριμποσικλίμπη είναι ασφαλής και αποτελεσματική σε παιδιά ή εφήβους. Η ριμποσικλίμπη μπορεί να προκαλέσει καρδιακό πρόβλημα, όπως είναι η επιμήκυνση του διαστήματος QT. H κατάσταση αυτή μπορεί να προκαλέσει μη φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό και μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο. Η ριμποσικλίμπη δεν ενδείκνυται για ταυτόχρονη χρήση με ταμοξιφαίνη λόγω του αυξημένου κινδύνου επιμήκυνσης του διαστήματος QT. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώσουν αμέσως τον πάροχο υγείας τους σε περίπτωση που νοιώθουν ότι αλλάζει ο καρδιακός τους ρυθμός. Γρήγορος ή ακανόνιστος καρδιακός ρυθμός. Ή εάν νοιώθουν ζάλη ή λιποθυμία.

Ηπατικά προβλήματα

Η ριμποσικλίμπη μπορεί να προκαλέσει σοβαρά ηπατικά προβλήματα. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώσουν αμέσως τον πάροχο υγείας εάν εμφανίσουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα σημεία και συμπτώματα ηπατικών προβλημάτων. Δηλαδή ωχρότητα του δέρματος ή των οφθαλμών (ίκτερος). Σκούρα ή καφέ (σαν το χρώμα του τσαγιού) ούρα. Αίσθημα υπερβολικής κόπωσης. Απώλεια της όρεξης. Πόνο στην άνω δεξιά περιοχή του στομάχου (κοιλία). Και αιμορραγία ή ευκολότερες εκχυμώσεις από ότι συνήθως.

Ο χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων είναι πολύ συχνός κατά τη διάρκεια της λήψης της ριμποσικλίμπης. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώσουν αμέσως τον επαγγελματία της υγείας σε περίπτωση εμφάνισης σημείων και συμπτωμάτων χαμηλού αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων ή λοιμώξεων. Όπως είναι ο πυρετός και τα ρίγη. Πριν από τη λήψη της ριμποσικλίμπης, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώσουν τον επαγγελματία της υγείας εάν είναι έγκυες. Ή εάν σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες.

Η ριμποσικλίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο αγέννητο βρέφος. Οι γυναίκες που μπορούν να μείνουν έγκυες και που παίρνουν ριμποσικλίμπη θα πρέπει να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αποτελεσματική αντισύλληψη. Για τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 3 εβδομάδες μετά από την τελευταία δόση της ριμποσικλίμπης.

Μην θηλάζετε κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριμποσικλίμπη και για τουλάχιστον 3 εβδομάδες μετά από την τελευταία δόση της ριμποσικλίμπης. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώσουν τον επαγγελματία της υγείας τους σχετικά με όλα τα φάρμακα που παίρνουν. Συμπεριλαμβανομένων των συνταγογραφούμενων και μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, των βιταμινών και των φυτικών συμπληρωμάτων. Καθώς μπορεί να αλληλεπιδράσουν με τη ριμποσικλίμπη.

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Oι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν το γκρέιπφρουτ ή το χυμό από γκρέιπφρουτ κατά τη διάρκεια της λήψης της ριμποσικλίμπης. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (>= 20%) περιλαμβάνουν λοιμώξεις, μειώσεις του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων, κεφαλαλγία, βήχα, ναυτία, κόπωση, διάρροια, έμετο, δυσκοιλιότητα, τριχόπτωση και εξάνθημα.

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες 3ου/4ου βαθμού (επίπτωση >5%) ήταν οι λοιμώξεις, ο χαμηλός αριθμός ουδετεροφίλων, ο χαμηλός αριθμός λευκοκυττάρων, ο χαμηλός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων, οι μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, ο χαμηλός αριθμός λεμφοκυττάρων, τα χαμηλά επίπεδα φωσφόρου και ο έμετος. Παρατηρήθηκαν ανωμαλίες στις αιματολογικές και κλινικές βιοχημικές εργαστηριακές εξετάσεις.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ