Η πεποίθηση ότι το τρέξιμο και γενικότερα η άσκηση υψηλής επιβάρυνσης πρέπει να αποφεύγονται από ανθρώπους με οστεοαρθρίτιδα αμφισβητείται από νέα μεγάλη μελέτη σε 17.661 ασθενείς. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι δραστηριότητες υψηλής πρόσκρουσης δεν συνδέθηκαν με αυξημένη πιθανότητα αντικατάστασης γόνατος, ενώ συσχετίστηκαν ακόμη και με χαμηλότερες πιθανότητες ολικής αρθροπλαστικής ισχίου.

Το τρέξιμο είναι πράγματι κακό για τις αρθρώσεις; Πρόκειται για μία από τις συχνότερες ανησυχίες ανθρώπων που τρέχουν, αλλά και ασθενών που έχουν ήδη διαγνωστεί με οστεοαρθρίτιδα στο γόνατο ή στο ισχίο.
Νέα έρευνα έρχεται να αμφισβητήσει την αντίληψη ότι η άσκηση υψηλής πρόσκρουσης πρέπει αυτομάτως να εγκαταλείπεται όταν εμφανιστεί οστεοαρθρίτιδα.
Ερευνητές από το University of Essex ανέλυσαν δεδομένα από 17.661 ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα γόνατος ή ισχίου και διαπίστωσαν ότι η συμμετοχή σε δραστηριότητες υψηλής πρόσκρουσης, όπως το τρέξιμο ή το τένις, δεν συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο αρθροπλαστικής γόνατος μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι στους ασθενείς που πραγματοποιούσαν τέτοιου τύπου δραστηριότητες καταγράφηκαν 36% έως 48% χαμηλότερες πιθανότητες να χρειαστούν ολική αρθροπλαστική ισχίου σε σχέση με όσους έκαναν δραστηριότητες μικρότερης επιβάρυνσης.
Οι ίδιοι οι ερευνητές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι τα ευρήματα αποτυπώνουν συσχέτιση και όχι σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Δεν αποδεικνύουν, δηλαδή, ότι το τρέξιμο προστατεύει από την αρθροπλαστική.
Η παραδοσιακή σύσταση για άσκηση χαμηλής έντασης αμφισβητείται
Για πολλά χρόνια, άνθρωποι με οστεοαρθρίτιδα γόνατος ή ισχίου συμβουλεύονταν συχνά να εγκαταλείψουν δραστηριότητες υψηλής πρόσκρουσης και να στραφούν αποκλειστικά σε επιλογές όπως το περπάτημα ή η κολύμβηση.
Η λογική πίσω από αυτή τη σύσταση είναι εύκολα κατανοητή: αφού το τρέξιμο δημιουργεί μεγαλύτερες δυνάμεις στην άρθρωση από το περπάτημα, θεωρείται ότι μπορεί να επιταχύνει τη φθορά.
Τα νέα δεδομένα, όμως, δείχνουν ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι περισσότερο σύνθετη.
Οι συγγραφείς της μελέτης αναφέρουν ότι τα αποτελέσματά τους «αμφισβητούν την υπόθεση ότι η δραστηριότητα υψηλής πρόσκρουσης είναι από τη φύση της επιβλαβής στην οστεοαρθρίτιδα».
Κατά τους ίδιους, η συγκεκριμένη μορφή άσκησης δεν θα πρέπει να αποθαρρύνεται ως γενικός κανόνας μόνο και μόνο λόγω φόβου για μελλοντική αντικατάσταση άρθρωσης.
Δεν αυξήθηκε ο κίνδυνος αρθροπλαστικής γόνατος
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά το γόνατο.
Η συμμετοχή σε άσκηση υψηλής πρόσκρουσης δεν συσχετίστηκε με αυξημένες πιθανότητες ολικής αρθροπλαστικής γόνατος μέσα σε χρονικό διάστημα 12 μηνών.
Το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς το γόνατο αποτελεί μία από τις αρθρώσεις που συνδέονται περισσότερο στη δημόσια αντίληψη με τον φόβο ότι «φθείρεται» από το τρέξιμο.
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος με οστεοαρθρίτιδα μπορεί να τρέχει ανεξαρτήτως συμπτωμάτων ή σοβαρότητας της νόσου. Δείχνει, όμως, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία από τη συγκεκριμένη ανάλυση που να δικαιολογούν μια καθολική απαγόρευση της δραστηριότητας υψηλής πρόσκρουσης.
Χαμηλότερη πιθανότητα αντικατάστασης ισχίου στους πιο δραστήριους
Στην περίπτωση του ισχίου, η εικόνα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή.
Οι ασθενείς που συμμετείχαν σε δραστηριότητες υψηλής πρόσκρουσης είχαν 36% έως 48% χαμηλότερες πιθανότητες να υποβληθούν σε ολική αρθροπλαστική ισχίου μέσα στον επόμενο χρόνο συγκριτικά με όσους ακολουθούσαν λιγότερο απαιτητικές μορφές άσκησης.
Ωστόσο, το στοιχείο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται με προσοχή.
Μπορεί, για παράδειγμα, άνθρωποι με ηπιότερη οστεοαρθρίτιδα, λιγότερο πόνο και καλύτερη κινητικότητα να είναι εξαρχής περισσότερο πιθανό να συνεχίζουν το τρέξιμο ή το τένις. Αντίθετα, όσοι βρίσκονται πιο κοντά στην ανάγκη για χειρουργείο είναι φυσικό να έχουν ήδη περιορίσει τις δραστηριότητές τους.
Για αυτό και οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η υψηλής πρόσκρουσης άσκηση μειώνει από μόνη της την ανάγκη για αρθροπλαστική.
17.661 ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα
Η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε δεδομένα από 17.661 άτομα στη Δανία, τα οποία είχαν οστεοαρθρίτιδα γόνατος ή ισχίου.
Οι συμμετέχοντες δήλωσαν οι ίδιοι το επίπεδο και το είδος της φυσικής δραστηριότητάς τους.
Οι ερευνητές χώρισαν τη σωματική δραστηριότητα σε διαφορετικές κατηγορίες:
- χαμηλής έντασης,
- μέτριας έντασης,
- υψηλής έντασης,
- υψηλής πρόσκρουσης.
Στην τελευταία κατηγορία περιλαμβάνονταν δραστηριότητες όπως:
- τζόκινγκ και τρέξιμο,
- τένις,
- σκι,
- ακροβατικά,
- μπαλέτο,
- βαριά χειρωνακτική εργασία,
- πεζοπορία με βαρύ σακίδιο.
Στη συνέχεια οι ερευνητές παρακολούθησαν κατά πόσο οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι υποβλήθηκαν σε αρθροπλαστική γόνατος ή ισχίου στους επόμενους 12 μήνες.
«Δεν λέμε σε όλους με οστεοαρθρίτιδα να αρχίσουν ξαφνικά να τρέχουν»
Ο επικεφαλής της μελέτης, Δρ Bernard Liew, έσπευσε να διευκρινίσει ότι τα ευρήματα δεν πρέπει να παρερμηνευτούν.
«Το μήνυμα δεν είναι ότι όλοι με οστεοαρθρίτιδα πρέπει ξαφνικά να αρχίσουν να τρέχουν», υπογράμμισε.
Το πραγματικό μήνυμα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι οι άνθρωποι πρέπει να υποστηρίζονται ώστε να προσαρμόζουν την άσκησή τους ανάλογα με τα συμπτώματα, τις δυνατότητες και τους προσωπικούς τους στόχους, αντί να θεωρείται αυτομάτως ότι κάθε δραστηριότητα υψηλής πρόσκρουσης πρέπει να διακοπεί.
Οστεοαρθρίτιδα δεν σημαίνει απαραίτητα τέλος στο τρέξιμο
Για κάποιον που ήδη τρέχει ή παίζει τένις πριν από τη διάγνωση της οστεοαρθρίτιδας, τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα.
Σύμφωνα με τον Δρ Liew, ένας τέτοιος ασθενής δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να εγκαταλείψει τη δραστηριότητά του μόνο και μόνο επειδή διαγνώστηκε με οστεοαρθρίτιδα.
Υπάρχουν, φυσικά, περίοδοι κατά τις οποίες μπορεί να απαιτείται προσωρινή ανάπαυση ή τροποποίηση του προγράμματος, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζεται επώδυνη έξαρση.
Αυτό, όμως, είναι διαφορετικό από τη μόνιμη εγκατάλειψη μιας δραστηριότητας.
Ο πόνος παραμένει σημαντικός οδηγός
Τα νέα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι ο πόνος πρέπει να αγνοείται.
Η οστεοαρθρίτιδα μπορεί να παρουσιάζεται πολύ διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε ορισμένους η ενόχληση είναι ήπια και περιστασιακή, ενώ σε άλλους μπορεί να προκαλεί σημαντικό πόνο, δυσκαμψία και περιορισμό της κινητικότητας.
Η προσαρμογή της άσκησης στις περιόδους έξαρσης αποτελεί μέρος της σωστής διαχείρισης.
Ένας άνθρωπος που εμφανίζει σημαντική επιδείνωση των συμπτωμάτων μετά την άσκηση μπορεί να χρειάζεται αλλαγή στην ένταση, στη συχνότητα, στην απόσταση ή ακόμη και προσωρινή επιλογή διαφορετικού τύπου δραστηριότητας.
Η νέα μελέτη αμφισβητεί την αυτόματη απαγόρευση, όχι την εξατομικευμένη προσαρμογή.
Γιατί η πλήρης διακοπή της άσκησης μπορεί να έχει κόστος
Οι ερευνητές επισημαίνουν και μία άλλη πλευρά του ζητήματος.
Η συμβουλή προς όλους τους ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα να εγκαταλείψουν κάθε άσκηση υψηλής πρόσκρουσης μπορεί να τους στερήσει μια σειρά από οφέλη που συνδέονται με τη σωματική δραστηριότητα.
Η τακτική άσκηση προσφέρει οφέλη όχι μόνο στη φυσική κατάσταση αλλά και στην ψυχική και κοινωνική υγεία.
Για κάποιον που τρέχει επί χρόνια, για παράδειγμα, η δραστηριότητα μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα τρόπο άσκησης, διαχείρισης του στρες, κοινωνικής επαφής και διατήρησης της ανεξαρτησίας του.
Η πλήρης διακοπή χωρίς σαφή ιατρική ανάγκη μπορεί επομένως να έχει συνέπειες πέρα από την ίδια την άρθρωση.
Τι δεν αποδεικνύει η μελέτη
Παρά το ενδιαφέρον των αποτελεσμάτων, υπάρχουν ουσιαστικοί περιορισμοί.
Πρώτον, οι πληροφορίες για τη φυσική δραστηριότητα προέρχονταν από αυτοαναφορές των συμμετεχόντων.
Δεύτερον, η παρακολούθηση για αρθροπλαστική αφορούσε χρονικό διάστημα 12 μηνών, γεγονός που δεν επιτρέπει συμπεράσματα για το τι μπορεί να συμβαίνει μετά από πολλά χρόνια συνεχούς άσκησης.
Τρίτον, επειδή πρόκειται για παρατηρητική ανάλυση, δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι η υψηλής πρόσκρουσης δραστηριότητα προκάλεσε τη χαμηλότερη πιθανότητα αρθροπλαστικής ισχίου.
Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι πρόκειται για συσχέτιση και όχι απόδειξη προστατευτικής δράσης.
Το βασικό μήνυμα για όσους τρέχουν
Η νέα έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Sports Medicine, δεν ανατρέπει την ανάγκη για ιατρική αξιολόγηση όταν υπάρχει επίμονος πόνος στο γόνατο ή στο ισχίο.
Αλλά αμφισβητεί μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη: ότι η διάγνωση της οστεοαρθρίτιδας σημαίνει αυτόματα πως πρέπει να σταματήσει το τρέξιμο.
Για τους ανθρώπους που ήδη είναι δραστήριοι, η πιο λογική προσέγγιση φαίνεται να είναι η εξατομίκευση.
Διαχείριση συμπτωμάτων, προσαρμογή της προπόνησης όταν χρειάζεται και επιλογή δραστηριότητας με βάση την πραγματική λειτουργικότητα του ασθενούς — και όχι αποκλειστικά τον φόβο ότι κάθε κραδασμός «καταστρέφει» την άρθρωση.
Το τρέξιμο, με άλλα λόγια, δεν φαίνεται από τη συγκεκριμένη μελέτη να αποτελεί από μόνο του λόγο για να οδηγηθεί ένας ασθενής με οστεοαρθρίτιδα στο χειρουργείο.
Και αυτό μπορεί να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο γιατροί και ασθενείς συζητούν πλέον για τη φυσική δραστηριότητα μετά τη διάγνωση.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Το τρέξιμο ή το περπάτημα καίει περισσότερες θερμίδες;
Αρθροσκόπηση γόνατος: Πώς αντιμετωπίζει τον πόνο;

