Την απόφασή της να παραιτηθεί από το Νοσοκομείο Ρεθύμνου, όπου υπηρετούσε επί σχεδόν δύο δεκαετίες, έκανε γνωστή η νοσηλεύτρια του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών, Κατερίνα Καλοείδα-Κοντζανάκη, περιγράφοντας μια εργασιακή πραγματικότητα έντονης πίεσης, υποστελέχωσης και επαγγελματικής εξουθένωσης.

Η αποχώρησή της από το ΕΣΥ έρχεται να αναδείξει εκ νέου τις συνθήκες λειτουργίας στα ΤΕΠ, ιδίως στα περιφερειακά νοσοκομεία, όπου οι ελλείψεις σε προσωπικό, η περιορισμένη λειτουργία εξωτερικών ιατρείων και η αυξημένη προσέλευση ασθενών μεταφέρουν μεγάλο μέρος του βάρους στα επείγοντα.
«Ο κόσμος δεν έχει πού να πάει»
Μιλώντας στο patris.gr, η νοσηλεύτρια εξήγησε ότι η κατάσταση στο ΤΕΠ έχει επιβαρυνθεί σημαντικά, καθώς, όπως ανέφερε, «ο κόσμος δεν έχει πού να πάει», λόγω της μη λειτουργίας εξωτερικών ιατρείων για μεγάλο διάστημα.
Σύμφωνα με την ίδια, το βάρος πέφτει σχεδόν εξ ολοκλήρου στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, σε ένα περιβάλλον χωρίς επαρκείς γιατρούς και χωρίς τα αναγκαία πρωτόκολλα. Η καθημερινή πίεση, όπως σημείωσε, δημιούργησε «φοβερή ψυχολογική κούραση», ενώ οι αναφορές και οι ενέργειες του νοσηλευτικού προσωπικού δεν οδήγησαν σε ουσιαστική αλλαγή.
Η ίδια περιέγραψε τον τελευταίο χρόνο ως ιδιαίτερα δύσκολο, εξηγώντας ότι η πίεση συσσωρεύτηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να την οδηγήσει στην απόφαση της παραίτησης. Όπως είπε, χρειάζεται χρόνο μακριά από το περιβάλλον αυτό για να αποβάλει το συναισθηματικό βάρος, πριν αναζητήσει εργασία στον ιδιωτικό τομέα.
Μια αποχώρηση με μήνυμα για το ΕΣΥ
Στην ανάρτησή της, η Κατερίνα Καλοείδα-Κοντζανάκη περιγράφει την αποχώρησή της ως το κλείσιμο ενός κύκλου που άνοιξε το 2007, με διάθεση προσφοράς και πίστη στο νοσηλευτικό λειτούργημα.
Όπως αναφέρει, υπηρέτησε για χρόνια στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, «εκεί που η ζωή και ο θάνατος αναμετρώνται σε δευτερόλεπτα», τιμώντας τη στολή της και εργαζόμενη στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η νοσηλευτική, αν και λειτούργημα, δεν μπορεί να ασκείται σε συνθήκες που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η φράση αυτή συμπυκνώνει το βασικό μήνυμα της παρέμβασής της: η επαγγελματική αφοσίωση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μόνιμη αυτοθυσία, όταν το σύστημα δεν προστατεύει τους ανθρώπους που το στηρίζουν.
Η επαγγελματική εξουθένωση στην πρώτη γραμμή
Η νοσηλεύτρια κάνει λόγο για χρόνια υποστελέχωση και εξαντλητικές βάρδιες, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, έχουν καταστήσει την εργασιακή καθημερινότητα επικίνδυνη. Παράλληλα, αναφέρεται στην υποτίμηση του νοσηλευτικού λειτουργήματος, σημειώνοντας ότι η έλλειψη σεβασμού μετατρέπει τη νοσηλευτική από επιστήμη σε απλή διεκπεραίωση υπό πίεση.
Στο ίδιο πλαίσιο, υποστηρίζει ότι το σύστημα αδυνατεί να προστατεύσει το προσωπικό, καθώς η στασιμότητα δυσκολεύει την παροχή της ποιότητας φροντίδας που οφείλεται στους πολίτες.
Η παραίτησή της, όπως σημειώνει, δεν οφείλεται σε απώλεια αγάπης για τη νοσηλευτική, αλλά στην ανάγκη να προστατεύσει την αξιοπρέπεια και την ψυχική της ισορροπία.
«Η φυγή των νοσηλευτών δεν είναι πια φυγή, είναι λύτρωση»
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά της ότι η αποχώρηση των νοσηλευτών από το σύστημα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται απλώς ως «φυγή», αλλά ως λύτρωση. Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει το μέγεθος της κόπωσης που βιώνει ένα μέρος του προσωπικού στα νοσοκομεία, ιδιαίτερα σε τμήματα υψηλής έντασης όπως τα επείγοντα.
Η ίδια εκφράζει την ελπίδα η παραίτησή της να αποτελέσει ακόμη μία αφορμή για προβληματισμό σχετικά με την ευθύνη απέναντι σε όσους παραμένουν στην πρώτη γραμμή. Ευχαριστεί τους συναδέλφους και τους μέντορές της, κάνοντας λόγο για μια ομάδα που στάθηκε στις δύσκολες στιγμές και δεν υποχώρησε στα εμπόδια.
Παράλληλα, αναφέρεται και στις αρνητικές εμπειρίες που συνάντησε, τονίζοντας ότι την βοήθησαν να ορίσει τα επαγγελματικά της όρια και τις αξίες που δεν διαπραγματεύεται.
Το ΤΕΠ ως καθρέφτης των πιέσεων στο σύστημα
Τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών αποτελούν συχνά τον πιο άμεσο δείκτη των πιέσεων που δέχεται ένα νοσοκομείο. Όταν η πρωτοβάθμια φροντίδα δεν απορροφά περιστατικά, όταν τα εξωτερικά ιατρεία δεν λειτουργούν επαρκώς ή όταν οι δομές της κοινότητας δεν καλύπτουν τις ανάγκες, οι ασθενείς καταλήγουν στα επείγοντα.
Σε αυτή την περίπτωση, το ΤΕΠ δεν εξυπηρετεί μόνο τα πραγματικά επείγοντα περιστατικά. Μετατρέπεται σε σημείο εισόδου για κάθε ανάγκη φροντίδας, από το επείγον έως το χρόνιο και το μη προγραμματισμένο. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερη αναμονή, ένταση, κόπωση προσωπικού και αυξημένος κίνδυνος να υποβαθμιστεί η ποιότητα της φροντίδας.
Η μαρτυρία της νοσηλεύτριας από το Ρέθυμνο φωτίζει ακριβώς αυτή την αλυσίδα πίεσης: όταν ένα τμήμα καλείται να λειτουργήσει πέρα από τις δυνατότητές του, το κόστος μεταφέρεται πρώτα στους εργαζομένους και τελικά στους ίδιους τους ασθενείς.
Η αξιοπρέπεια ως όριο
Στην ανάρτησή της, η Κατερίνα Καλοείδα-Κοντζανάκη γράφει ότι αφήνει πίσω της τη στολή, αλλά κρατά μαζί της κάθε άνθρωπο που «κράτησε από το χέρι». Η φράση αυτή δίνει ανθρώπινη διάσταση σε μια απόφαση που δεν παρουσιάζεται ως επαγγελματική μετακίνηση, αλλά ως αναγκαστική αποχώρηση από ένα περιβάλλον που, σύμφωνα με την ίδια, ξεπέρασε τα προσωπικά και επαγγελματικά της όρια.
Το μήνυμά της προς τους συναδέλφους που παραμένουν είναι επίσης χαρακτηριστικό. Δηλώνει ότι θα είναι δίπλα τους, πλέον εκτός νοσοκομείου, «εκεί που θα είμαστε άνθρωποι και όχι απλά νούμερα σε μια βάρδια».
Η αποχώρησή της επαναφέρει το ερώτημα που απασχολεί ολοένα και συχνότερα το δημόσιο σύστημα υγείας: πώς μπορεί το ΕΣΥ να κρατήσει τους ανθρώπους του, όταν εκείνοι αισθάνονται ότι η αντοχή τους έχει γίνει βασικός μηχανισμός λειτουργίας του συστήματος.
Ένα περιστατικό με ευρύτερο συμβολισμό
Η παραίτηση μιας νοσηλεύτριας μετά από 20 χρόνια υπηρεσίας δεν είναι απλώς μια ατομική απόφαση. Λειτουργεί ως ένδειξη ενός βαθύτερου προβλήματος, που αφορά τη στελέχωση, τη διαχείριση των ΤΕΠ, την ψυχική υγεία των υγειονομικών και την ανθεκτικότητα του ΕΣΥ.
Στην πράξη, το μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, οι πολίτες χρειάζονται ένα σύστημα υγείας που να τους προσφέρει πρόσβαση, συνέχεια φροντίδας και ασφάλεια. Από την άλλη, οι επαγγελματίες υγείας χρειάζονται συνθήκες που να τους επιτρέπουν να εργάζονται με επιστημονική επάρκεια, επαγγελματικό σεβασμό και ψυχική αντοχή.
Η περίπτωση του ΤΕΠ Ρεθύμνου δείχνει ότι η συζήτηση για το ΕΣΥ δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε προσλήψεις ή κτιριακές υποδομές. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η καθημερινή λειτουργία, το πώς κατανέμεται το βάρος στα τμήματα πρώτης γραμμής και το αν οι εργαζόμενοι μπορούν να συνεχίσουν να υπηρετούν χωρίς να εξαντλούνται.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Η νοσηλεύτρια που επαναπροσδιορίζει την παιδιατρική φροντίδα
Αττικόν: Σύλληψη δύο νοσηλευτριών για αλλεργικό επεισόδιο 22χρονης

