Δημόσια ΥγείαΚαρκίνος του πνεύμονα: 7 στους 10 ασθενείς στην Ελλάδα έχουν ψυχική επιβάρυνση

Καρκίνος του πνεύμονα: 7 στους 10 ασθενείς στην Ελλάδα έχουν ψυχική επιβάρυνση

- Advertisement -

Σημαντικά βαρύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εμφανίζεται η ψυχική επιβάρυνση που συνοδεύει τον καρκίνο του πνεύμονα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της 10ης έκθεσης του Lung Cancer Europe. Η έρευνα δείχνει ότι οι περισσότεροι ασθενείς και φροντιστές βιώνουν έντονο ψυχολογικό φορτίο, ενώ μεγάλο ποσοστό μένει χωρίς ουσιαστική υποστήριξη.

Σημαντικά βαρύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εμφανίζεται η ψυχική επιβάρυνση που συνοδεύει τον καρκίνο του πνεύμονα στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της 10ης έκθεσης του Lung Cancer Europe.
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Ο καρκίνος του πνεύμονα και η ψυχική υγεία αναδεικνύονται σε ένα από τα πιο πιεστικά και λιγότερο ορατά μέτωπα της φροντίδας στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της 10ης πανευρωπαϊκής έρευνας του Lung Cancer Europe (LuCE), την οποία κοινοποιεί στη χώρα η FairLife Φροντίδα και Πρόληψη για τον Καρκίνο του Πνεύμονα.

Η εικόνα που προκύπτει είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Το 71,7% των Ελλήνων συμμετεχόντων δηλώνει ότι ο καρκίνος του πνεύμονα είχε αρνητική επίπτωση στην ψυχική του υγεία, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 61,2%, ενώ το 91,7% αναφέρει ότι βίωσε συναισθηματικές δυσκολίες μετά τη διάγνωση. Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η νόσος δεν επιβαρύνει μόνο το σώμα, αλλά επηρεάζει βαθιά και την ψυχική αντοχή ασθενών και φροντιστών.

Η ελληνική συμμετοχή στην έρευνα και το προφίλ του δείγματος

Η Ελλάδα συμμετείχε στη 10η έρευνα του LuCE ως μία από τις 26 ευρωπαϊκές χώρες που έλαβαν μέρος, με 146 απαντήσεις, αριθμός που αντιστοιχεί στο 6,6% του συνολικού δείγματος. Από τους συμμετέχοντες, το 41,1% ήταν ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα και το 58,9% φροντιστές, γεγονός που επιτρέπει μια πιο σύνθετη αποτύπωση της εμπειρίας της νόσου μέσα στο οικογενειακό και υποστηρικτικό περιβάλλον.

Η πλειονότητα του ελληνικού δείγματος ήταν γυναίκες, σε ποσοστό 86,2%. Παράλληλα, το 41,4% των ασθενών δήλωσε ότι η διάγνωση έγινε σε στάδιο IV, ενώ το 52,1% των περιπτώσεων αφορούσε μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, συγκεκριμένα αδενοκαρκίνωμα. Τα στοιχεία αυτά δίνουν και το κλινικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η ψυχική επιβάρυνση.

Έντονη θλίψη, φόβος και αίσθηση εγκλωβισμού μετά τη διάγνωση

Η έρευνα καταγράφει μια έντονα φορτισμένη συναισθηματική πραγματικότητα. Περίπου 6 στους 10 συμμετέχοντες αναφέρουν έντονη θλίψη, σε ποσοστό 58,8%, ενώ το 36% δηλώνει αίσθηση εγκλωβισμού και το 35,1% συναισθήματα απελπισίας ή αναξιότητας. Επιπλέον, το 47,8% βιώνει συχνά έντονη νευρικότητα ή άγχος και το 43% συχνή μελαγχολία ή κατάθλιψη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα δεδομένα γύρω από τον φόβο. Το 69,2% δηλώνει φόβο για αποτυχία της θεραπείας ή για εξέλιξη της νόσου, ενώ το 61% αναφέρει φόβο θανάτου. Αυτά τα ποσοστά δείχνουν ότι ο ψυχικός αντίκτυπος της νόσου δεν είναι περιφερειακό ζήτημα, αλλά κεντρικό στοιχείο της εμπειρίας του ασθενούς.

Η ψυχική επιβάρυνση περνά στην καθημερινότητα, στην εργασία και στην οικογένεια

Ο καρκίνος του πνεύμονα και η ψυχική υγεία συνδέονται άμεσα και με την καθημερινή λειτουργικότητα. Το 74,1% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι η νόσος επηρέασε τη κοινωνική ζωή και τον τρόπο ζωής του, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 48%.

Παράλληλα, περίπου 6 στους 10 αναφέρουν σημαντική επίπτωση στην οικογένεια, στην εργασία ή στα οικονομικά. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η ψυχική φθορά δεν περιορίζεται στο ατομικό επίπεδο. Διαχέεται σε όλο το περιβάλλον του ασθενούς και επηρεάζει πολλαπλά την καθημερινή ισορροπία.

Το 50% δηλώνει επίσης ότι δεν ένιωθε επαρκώς προετοιμασμένο να διαχειριστεί τις συναισθηματικές επιπτώσεις της νόσου, ποσοστό αντίστοιχο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 44,5%. Παρότι η εμπειρία αυτή δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, στη χώρα μας συνδυάζεται με εντονότερη συνολική ψυχική επιβάρυνση.

Μεγάλο κενό στην ψυχολογική στήριξη των ασθενών και των φροντιστών

Ένα από τα πιο ανησυχητικά σημεία της έρευνας είναι το έλλειμμα υποστήριξης. Το 68,3% των συμμετεχόντων στην Ελλάδα δηλώνει ότι δεν έλαβε καμία προσφορά υποστήριξης για θέματα ψυχικής υγείας, όταν το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ποσοστό είναι 50,5%.

Μόλις το 10,3% έλαβε στήριξη τη στιγμή της διάγνωσης, δηλαδή ακριβώς στο χρονικό σημείο όπου το ψυχικό φορτίο συχνά κορυφώνεται. Επιπλέον, το 52,1% δεν ένιωσε ότι η ομάδα υγειονομικής περίθαλψης προσέφερε επαρκή συναισθηματική υποστήριξη.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ψυχολογική φροντίδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός του βασικού πλαισίου ογκολογικής διαχείρισης, παρότι οι ανάγκες είναι εμφανείς και εκτεταμένες.

Περιορισμένη διασύνδεση με οργανώσεις ασθενών και δομές στήριξης

Η έρευνα αναδεικνύει και ένα δεύτερο μεγάλο έλλειμμα, που αφορά την ενημέρωση και την παραπομπή σε οργανώσεις ασθενών ή σε μη κερδοσκοπικούς φορείς. Το 87,5% των συμμετεχόντων στην Ελλάδα δηλώνει ότι δεν έλαβε σχετικές πληροφορίες.

Στην ερώτηση αν κάποιος επαγγελματίας υγείας τους παρέπεμψε σε οργάνωση ασθενών, μόνο το 14,6% απάντησε θετικά, όταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 42,6%. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η απουσία παραπομπής στερεί από τους ασθενείς και τους φροντιστές μια βασική πηγή πληροφόρησης, ενδυνάμωσης και πρακτικής καθοδήγησης.

Την ίδια στιγμή, το 52,8% δηλώνει ότι δεν συζήτησε τις συναισθηματικές του δυσκολίες με την ιατρική ομάδα, ενώ μόνο το 45,2% λέει ότι είναι πάντοτε διατεθειμένο να ζητήσει επαγγελματική ψυχολογική βοήθεια. Πρόκειται για έναν συνδυασμό θεσμικού κενού και προσωπικής επιφύλαξης που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη διαχείριση της νόσου.

Τι ζητούν οι συμμετέχοντες: περισσότερη ενημέρωση, πρόσβαση και καλύτερη επικοινωνία

Στις ανικανοποίητες ανάγκες αποτυπώνεται με σαφήνεια τι λείπει από την ελληνική πραγματικότητα. Το 62,9% ζητεί περισσότερη ενημέρωση για τη νόσο και τις θεραπείες. Το 56% ζητεί πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Το 51,7% αναφέρει ως ανάγκη μεγαλύτερη υποστήριξη στη διαχείριση παρενεργειών, ενώ το 45,7% ζητεί βελτίωση της επικοινωνίας με τους επαγγελματίες υγείας.

Τα αιτήματα αυτά δείχνουν ότι οι ασθενείς και οι φροντιστές δεν αναζητούν μόνο ιατρική πράξη. Ζητούν καθοδήγηση, σαφή πληροφόρηση, συνεχή επικοινωνία και ένα πλαίσιο φροντίδας που να αντιμετωπίζει ολιστικά τη νόσο.

Η ψυχική υγεία πρέπει να ενταχθεί στον πυρήνα της φροντίδας

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η ψυχική υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ή προαιρετικό σκέλος στη φροντίδα για τον καρκίνο του πνεύμονα. Πρέπει να ενταχθεί στον πυρήνα της ογκολογικής διαχείρισης, με συστηματικές ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις σε όλα τα στάδια της νόσου.

Η έρευνα υπογραμμίζει ότι τα συστήματα υγείας και οι φορείς χάραξης πολιτικής οφείλουν να αναγνωρίσουν τις ψυχικές επιπτώσεις της νόσου ως ουσιαστικό μέρος της συνολικής θεραπευτικής εμπειρίας. Παράλληλα, οι επαγγελματίες υγείας χρειάζεται να παρέχουν πιο σαφείς, κατανοητές και πλήρεις πληροφορίες για τη νόσο, τις θεραπείες και τις διαθέσιμες επιλογές φροντίδας.

Η καλύτερη επικοινωνία με την ιατρική ομάδα, η συστηματική παραπομπή σε οργανώσεις ασθενών και η τακτική ψυχολογική υποστήριξη αναδεικνύονται ως κρίσιμοι όροι για να μειωθεί η απομόνωση και να ενισχυθεί η συμμετοχή του ασθενούς στη λήψη αποφάσεων.

Ο ρόλος της FairLife και η ελληνική διάσταση του προβλήματος

Η FairLife Φροντίδα και Πρόληψη για τον Καρκίνο του Πνεύμονα, ως πλήρες και ενεργό μέλος του LuCE, φέρνει στην Ελλάδα τα αποτελέσματα μιας έκθεσης που αγγίζει άμεσα τη δημόσια συζήτηση γύρω από την ποιότητα της φροντίδας. Ο φορέας είναι ο πρώτος και μοναδικός μη κερδοσκοπικός κοινωνικός οργανισμός στη χώρα που ασχολείται αποκλειστικά με τον καρκίνο του πνεύμονα.

Ιδρύθηκε το 2020 από την Κορίνα Πατέλη-Bell, στη μνήμη του συζύγου της Simon Bell, ο οποίος έχασε τη μάχη με τη νόσο τον Αύγουστο του 2020. Αποστολή του είναι η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση για την πρόληψη του καρκίνου του πνεύμονα, αλλά και η ολιστική υποστήριξη των ασθενών και των οικογενειών τους.

Το γεγονός ότι η FairLife επιλέγει να αναδείξει ειδικά την πτυχή της ψυχικής υγείας δεν είναι τυχαίο. Τα στοιχεία της έκθεσης δείχνουν ότι στην Ελλάδα ο καρκίνος του πνεύμονα δεν συνοδεύεται μόνο από κλινικό και κοινωνικό φορτίο, αλλά και από ένα σαφές κενό στην ψυχολογική υποστήριξη, την ενημέρωση και τη διασύνδεση με δομές φροντίδας.

Το βασικό μήνυμα της έκθεσης

Το κεντρικό μήνυμα που προκύπτει από τα ελληνικά αποτελέσματα της 10ης έκθεσης του LuCE είναι ότι ο καρκίνος του πνεύμονα και η ψυχική υγεία πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δύο αλληλένδετες πλευρές της ίδιας πραγματικότητας. Όταν η ψυχική επιβάρυνση παραμένει αδιάγνωστη ή αβοήθητη, η συνολική φροντίδα μένει ελλιπής.

Η Ελλάδα εμφανίζει επιβάρυνση πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ταυτόχρονα σημαντικό έλλειμμα υποστήριξης. Αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για ένα μοντέλο φροντίδας που δεν θα εξαντλείται στις θεραπείες, αλλά θα αγκαλιάζει και την ψυχική ανθεκτικότητα ασθενών και φροντιστών.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Καρκίνος του πνεύμονα: Από τη χαρτογράφηση της νόσου στο πρώτο προληπτικό εμβόλιο

Καρκίνος πνεύμονα: ασφαλές το χειρουργείο και μετά τα 80 σε επιλεγμένους ασθενείς

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ