Ο χανταϊός βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς υγειονομικής προσοχής μετά τη συρροή κρουσμάτων που συνδέθηκε με το κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, το οποίο είχε αποπλεύσει από την Αργεντινή.

Το περιστατικό προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον, καθώς το στέλεχος που απομονώθηκε στην έξαρση είναι ο ιός των Άνδεων, ένα από τα λίγα στελέχη χανταϊού που μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να μεταδοθούν και από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Ο καθηγητής Λοιμωξιολογίας, Χαράλαμπος Γώγος, εξηγεί ότι ο χανταϊός δεν είναι νέος ιός. Είναι γνωστός στην επιστημονική κοινότητα εδώ και δεκαετίες και έχει συνδεθεί ιστορικά με σοβαρές κλινικές μορφές, όπως το καρδιοπνευμονικό σύνδρομο από χανταϊό και ο αιμορραγικός πυρετός με νεφρικό σύνδρομο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC, οι χανταϊοί μεταδίδονται κυρίως μέσω τρωκτικών, ενώ η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει διαφορετικές μορφές νόσου ανάλογα με το στέλεχος: αιμορραγικό πυρετό με νεφρικό σύνδρομο, νεφροπάθεια επιδημικού τύπου ή καρδιοπνευμονικό σύνδρομο από χανταϊό.
Ένας γνωστός ιός με διαφορετικά πρόσωπα
Ο χανταϊός δεν αποτελεί ενιαίο ιό, αλλά οικογένεια συγγενικών ιών που συνδέονται με διαφορετικά είδη τρωκτικών και διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Ορισμένα στελέχη κυκλοφορούν κυρίως στην Ευρώπη και την Ασία, ενώ άλλα εντοπίζονται στην Αμερική.
Ο δρ Γώγος υπενθυμίζει ότι ο ιός πήρε το όνομά του από τον ποταμό Hantan, καθώς είχε συνδεθεί με αιμορραγικούς πυρετούς κατά τον πόλεμο της Κορέας. Η σύγχρονη κλινική σημασία του αφορά κυρίως δύο σοβαρά σύνδρομα: το Hantavirus Pulmonary Syndrome (HPS) ή καρδιοπνευμονικό σύνδρομο, και το Hemorrhagic Fever with Renal Syndrome (HFRS), δηλαδή αιμορραγικό πυρετό με νεφρικό σύνδρομο.
Το αμερικανικό CDC αναφέρει ότι οι χανταϊοί μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή νόσο και θάνατο, ενώ μεταδίδονται κυρίως από τρωκτικά μέσω έκθεσης σε ούρα, κόπρανα ή σάλιο μολυσμένων ζώων.
Πώς μεταδίδεται ο χανταϊός
Η συνηθέστερη οδός μετάδοσης είναι η εισπνοή μικροσκοπικών σωματιδίων σκόνης που έχουν μολυνθεί από ούρα, κόπρανα ή σάλιο τρωκτικών. Η μετάδοση μπορεί επίσης να συμβεί με άμεση επαφή με μολυσμένα τρωκτικά ή με τα εκκρίματά τους, ενώ σπανιότερα έχει περιγραφεί μόλυνση μετά από δάγκωμα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο κίνδυνος αυξάνεται σε χώρους όπου υπάρχουν τρωκτικά, σε αποθήκες, αγροτικές εγκαταστάσεις, δασικές ή γεωργικές περιοχές και κλειστούς χώρους που δεν έχουν καθαριστεί σωστά. Οι εργαζόμενοι σε γεωργικές και δασικές δραστηριότητες θεωρούνται ομάδες με αυξημένη πιθανότητα έκθεσης, σύμφωνα με το ECDC.
Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι εξαιρετικά σπάνια. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι μέχρι σήμερα έχει τεκμηριωθεί κυρίως για τον ιό των Άνδεων, ο οποίος κυκλοφορεί σε περιοχές της Νότιας Αμερικής και συνήθως απαιτεί στενή και παρατεταμένη επαφή με ασθενή. Το ECDC σημειώνει ότι οι ευρωπαϊκοί χανταϊοί δεν μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο, ενώ η διαπροσωπική μετάδοση έχει αποδειχθεί μόνο για τον Andes virus.
Το περιστατικό στο MV Hondius και ο ιός των Άνδεων
Η πρόσφατη συρροή κρουσμάτων στο MV Hondius προκάλεσε διεθνή κινητοποίηση, καθώς αφορούσε επιβάτες και πλήρωμα από πολλές χώρες. Το ECDC ανέφερε ότι ειδοποιήθηκε στις 2 Μαΐου 2026 για συρροή σοβαρής αναπνευστικής νόσου σε ολλανδικής σημαίας κρουαζιερόπλοιο, με επιβάτες και πλήρωμα από 23 χώρες, μεταξύ των οποίων και χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ. Έως τις 7 Μαΐου, επτά άνθρωποι είχαν εμφανίσει συμπτώματα, τουλάχιστον τέσσερις είχαν επιδεινωθεί γρήγορα με πνευμονία, οξεία αναπνευστική δυσχέρεια και καταπληξία, ενώ τρεις είχαν πεθάνει.
Νεότερες διεθνείς αναφορές ανέφεραν 11 επιβεβαιωμένα ή ύποπτα περιστατικά και τρεις θανάτους, με το πλοίο να κατευθύνεται προς το Ρότερνταμ για πλήρη απολύμανση και με τους επιβάτες να παρακολουθούνται μετά την απομάκρυνσή τους.
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την εκτίμηση που μεταφέρει ο δρ Γώγος, το αρχικό κρούσμα πιθανόν να συνδέθηκε με επαφή με τρωκτικά πριν από την επιβίβαση. Στη συνέχεια, λόγω του στελέχους των Άνδεων και των συνθηκών στενής επαφής σε περιβάλλον κρουαζιερόπλοιου, δεν μπορεί να αποκλειστεί περιορισμένη μετάδοση μεταξύ ανθρώπων.
Γιατί δεν μιλάμε για νέο COVID
Παρά την ανησυχία που προκαλούν οι θάνατοι και η σοβαρή εικόνα ορισμένων ασθενών, οι ειδικοί επιμένουν ότι ο χανταϊός δεν έχει τα χαρακτηριστικά ενός πανδημικού αναπνευστικού ιού όπως ο SARS-CoV-2. Δεν μεταδίδεται εύκολα με τον αέρα από άνθρωπο σε άνθρωπο, δεν προκαλεί αθόρυβη μαζική διασπορά στην κοινότητα και, στις περισσότερες μορφές του, συνδέεται με έκθεση σε τρωκτικά.
Ο ίδιος ο δρ Γώγος υπογραμμίζει ότι η λοίμωξη δεν σχετίζεται με επιδημίες ή πανδημίες με τον τρόπο που τις γνωρίσαμε στην COVID-19. Μπορεί όμως, υπό ειδικές συνθήκες, να προκαλέσει συρροή κρουσμάτων και γι’ αυτό απαιτείται σοβαρή επιδημιολογική επιτήρηση.
Η διαφορά αυτή έχει σημασία για τη δημόσια συζήτηση. Η ψυχραιμία δεν σημαίνει υποτίμηση του κινδύνου. Σημαίνει ακριβή κατανόηση του τρόπου μετάδοσης και εφαρμογή στοχευμένων μέτρων πρόληψης, χωρίς γενικευμένο πανικό.
Ποια είναι τα συμπτώματα
Τα συμπτώματα της λοίμωξης εμφανίζονται έπειτα από περίοδο επώασης που συνήθως διαρκεί δύο έως τρεις εβδομάδες, αλλά μπορεί να κυμανθεί από μία έως οκτώ εβδομάδες μετά την έκθεση. Το CDC αναφέρει ότι στο καρδιοπνευμονικό σύνδρομο από χανταϊό τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως 1 έως 8 εβδομάδες μετά την επαφή με μολυσμένο τρωκτικό.
Στην αρχική φάση, η κλινική εικόνα μοιάζει συχνά με γρίπη ή κοινή ίωση. Ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει κόπωση, πυρετό, μυαλγίες, πονοκέφαλο, ζάλη, ναυτία, κοιλιακό πόνο, εμέτους ή διάρροια. Αυτή η μη ειδική έναρξη μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση, ιδίως όταν δεν υπάρχει σαφές ιστορικό έκθεσης σε τρωκτικά ή πρόσφατο ταξίδι σε ενδημική περιοχή.
Η εξέλιξη, όμως, μπορεί να είναι ταχεία. Στο καρδιοπνευμονικό σύνδρομο, μετά την αρχική φάση μπορεί να εμφανιστούν βήχας, δύσπνοια και αίσθημα πίεσης στο στήθος, καθώς οι πνεύμονες γεμίζουν με υγρό. Το CDC αναφέρει ότι το HPS μπορεί να είναι θανατηφόρο, με θνητότητα περίπου 38% στους ασθενείς που αναπτύσσουν αναπνευστικά συμπτώματα.
Οι δύο βασικές μορφές της νόσου
Η πρώτη σοβαρή μορφή είναι το καρδιοπνευμονικό σύνδρομο από χανταϊό, που σχετίζεται κυρίως με στελέχη της αμερικανικής ηπείρου, όπως ο ιός των Άνδεων και ο Sin Nombre. Αυτή η μορφή προσβάλλει κυρίως την καρδιά και τους πνεύμονες και μπορεί να οδηγήσει σε βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια, καταπληξία και ανάγκη εντατικής υποστήριξης.
Η δεύτερη μορφή είναι ο αιμορραγικός πυρετός με νεφρικό σύνδρομο, ο οποίος συνδέεται κυρίως με στελέχη που κυκλοφορούν στην Ευρώπη και την Ασία, όπως Hantaan, Puumala και Dobrava. Σε αυτή την περίπτωση, η νόσος επηρεάζει κυρίως τους νεφρούς και μπορεί να προκαλέσει αιμορραγικές εκδηλώσεις, υπόταση, νεφρική ανεπάρκεια και, σε σοβαρές περιπτώσεις, ανάγκη νεφρικής υποστήριξης.
Το ECDC αναφέρει ότι στην Ευρώπη οι χανταϊοί προκαλούν κυρίως αιμορραγικό πυρετό με νεφρικό σύνδρομο και νεφροπάθεια επιδημικού τύπου, ενώ το καρδιοπνευμονικό σύνδρομο αφορά κυρίως την αμερικανική ήπειρο.
Η εικόνα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα
Στην Ευρώπη, η εικόνα είναι διαφορετική από εκείνη της πρόσφατης συρροής στο κρουαζιερόπλοιο. Τα ευρωπαϊκά στελέχη συνδέονται συχνότερα με νεφρική νόσο και όχι με το βαρύ καρδιοπνευμονικό σύνδρομο του ιού των Άνδεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η νόσος είναι αμελητέα, αλλά η κλινική βαρύτητα και ο τρόπος μετάδοσης διαφέρουν ανάλογα με το στέλεχος.
Ο δρ Γώγος επισημαίνει ότι στη χώρα μας και στην Ευρώπη επικρατούν στελέχη που συνδέονται περισσότερο με τη νεφρική μορφή της νόσου και συνήθως έχουν καλύτερη πρόγνωση από το καρδιοπνευμονικό σύνδρομο. Παρ’ όλα αυτά, η σωστή διάγνωση παραμένει κρίσιμη, επειδή η κλινική εικόνα μπορεί να μιμείται άλλα νοσήματα και η έγκαιρη υποστήριξη επηρεάζει την έκβαση.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Η διάγνωση δεν βασίζεται μόνο στα συμπτώματα. Χρειάζεται κλινική εκτίμηση, επιδημιολογικό ιστορικό και εργαστηριακή επιβεβαίωση. Ο γιατρός θα αναζητήσει πιθανή έκθεση σε τρωκτικά, παραμονή σε ενδημική περιοχή, επαγγελματικό κίνδυνο ή επαφή με επιβεβαιωμένο περιστατικό, ιδίως όταν υπάρχει υποψία για ιό των Άνδεων.
Οι ειδικές ορολογικές και μοριακές εξετάσεις μπορούν να ανιχνεύσουν αντισώματα έναντι του ιού ή το γενετικό του υλικό. Το CDC αναφέρει ότι η πρώιμη διάγνωση μπορεί να είναι δύσκολη, επειδή τα αρχικά συμπτώματα μοιάζουν με γρίπη, ενώ τα εργαστήρια δημόσιας υγείας και το CDC μπορούν να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση με ειδικές εξετάσεις.
Η εργαστηριακή επιβεβαίωση έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για τον ασθενή, αλλά και για τη δημόσια υγεία. Επιτρέπει την ιχνηλάτηση, την παρακολούθηση επαφών και την αξιολόγηση του κινδύνου σε χώρους όπου μπορεί να υπήρξε έκθεση.
Υπάρχει θεραπεία;
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδική αντιιική θεραπεία που να εξουδετερώνει τον χανταϊό. Η αντιμετώπιση είναι κυρίως υποστηρικτική και εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου. Το CDC αναφέρει ότι δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για τη λοίμωξη από χανταϊό και ότι οι ασθενείς χρειάζονται υποστηρικτική φροντίδα, όπως ενυδάτωση, ανάπαυση και αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Σε βαριές μορφές μπορεί να χρειαστεί αναπνευστική υποστήριξη ή διασωλήνωση, ενώ στο HFRS μπορεί να απαιτηθεί αιμοκάθαρση.
Ο δρ Γώγος σημειώνει ότι στις σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί νοσηλεία, εισαγωγή σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, οξυγόνο ή μηχανικός αερισμός σε αναπνευστική δυσχέρεια, καθώς και νεφρική υποστήριξη ή αντιμετώπιση αιμορραγικών επιπλοκών στη νεφρική μορφή.
Το ECDC επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει ειδική θεραπεία και ότι η αντιμετώπιση στοχεύει κυρίως στη διαχείριση των συμπτωμάτων. Επιπλέον, δεν υπάρχει εμβόλιο αδειοδοτημένο για χρήση στην Ευρώπη.
Ποια μέτρα προστατεύουν από τον χανταϊό
Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην αποφυγή επαφής με τρωκτικά και τα εκκρίματά τους. Σε σπίτια, αποθήκες, αγροτικές εγκαταστάσεις και χώρους εργασίας πρέπει να περιορίζεται η παρουσία τρωκτικών, να σφραγίζονται πιθανά σημεία εισόδου, να αποθηκεύονται σωστά τα τρόφιμα και να αποφεύγεται η συσσώρευση υλικών που μπορεί να λειτουργούν ως καταφύγια.
Ο καθαρισμός χώρων όπου μπορεί να υπάρχουν περιττώματα τρωκτικών χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Δεν πρέπει να σηκώνεται σκόνη με σκούπα ή ηλεκτρική σκούπα χωρίς προηγούμενη απολύμανση, γιατί αυτό μπορεί να αεροποιήσει μολυσμένα σωματίδια. Σε χώρους υψηλού κινδύνου, η χρήση γαντιών και μάσκας θεωρείται σημαντική. Το ECDC επισημαίνει ότι, εφόσον δεν υπάρχει εμβόλιο, η αποφυγή επαφής με μολυσμένο υλικό αποτελεί το βασικό μέτρο πρόληψης.
Ειδική προσοχή χρειάζονται όσοι εργάζονται σε αγροτικές ή δασικές περιοχές, σε αποθήκες, σε χώρους καθαρισμού ή σε κτίρια που παρέμειναν κλειστά για μεγάλο διάστημα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ενημέρωση για τον σωστό τρόπο καθαρισμού και η χρήση προστατευτικού εξοπλισμού μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο.
Γιατί είναι κρίσιμη η ενημέρωση
Η λοίμωξη από χανταϊό μπορεί να είναι σπάνια, αλλά δεν είναι αθώα. Ανάλογα με το στέλεχος, μπορεί να προκαλέσει βαριά νόσο με προσβολή ζωτικών οργάνων, όπως οι πνεύμονες, η καρδιά και οι νεφροί. Αυτός είναι ο λόγος που ο δρ Γώγος επιμένει στην ανάγκη υψηλής κλινικής υποψίας, ειδικά όταν υπάρχουν συμβατά συμπτώματα και πιθανή έκθεση.
Η σωστή ενημέρωση βοηθά σε τρία επίπεδα. Πρώτον, μειώνει τον πανικό, επειδή εξηγεί ότι ο ιός δεν μεταδίδεται όπως η COVID-19. Δεύτερον, ενισχύει την πρόληψη, επειδή δείχνει πώς πρέπει να καθαρίζονται και να προστατεύονται χώροι με πιθανή παρουσία τρωκτικών. Τρίτον, διευκολύνει την έγκαιρη διάγνωση, επειδή οι ασθενείς και οι γιατροί μπορούν να συνδέσουν τα συμπτώματα με πιθανή έκθεση.
Η περίπτωση του MV Hondius έδειξε ότι ένας σπάνιος ιός μπορεί, υπό ειδικές συνθήκες, να προκαλέσει διεθνή κινητοποίηση. Δεν έδειξε όμως ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα πανδημική απειλή. Το πραγματικό μάθημα είναι διαφορετικό: η δημόσια υγεία χρειάζεται επιτήρηση, συνεργασία, έγκαιρη εργαστηριακή διάγνωση και καθαρή ενημέρωση χωρίς υπερβολές.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Χανταϊός: Ψυχραιμία ζητούν οι ειδικοί για τον ιό των Άνδεων
Χανταϊός: Γιατί οι ειδικοί λένε ότι δεν είναι «νέος COVID»

