Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων συνέδεσε την επαγγελματική εξουθένωση της Ελένης Ιωαννίδου με τις επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας και τις παραλείψεις της διοίκησης του Νοσοκομείου Ρεθύμνου.

Μια δικαστική απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για τις εργασιακές συνθήκες στα δημόσια νοσοκομεία εξέδωσε το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, συν τον νόμιμο τόκο, στην παθολόγο–λοιμωξιολόγο Ελένη Ιωαννίδου.
Η πρώην διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου είχε προσφύγει στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι οι παρατεταμένες και εξαιρετικά επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας, η υποστελέχωση και η μη ουσιαστική ανταπόκριση της διοίκησης στις επανειλημμένες αναφορές της την οδήγησαν σε σωματική και ψυχική εξουθένωση και, τελικά, στην παραίτησή της από το ΕΣΥ.
Σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία της απόφασης, το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις πράξεις και παραλείψεις της διοίκησης, στην εμφάνιση συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης και στην αποχώρηση της γιατρού από τη δημόσια υπηρεσία. Για τον λόγο αυτό αναγνώρισε ευθύνη του νοσοκομείου για την ηθική βλάβη που υπέστη και επιδίκασε ολόκληρο το ποσό που είχε ζητήσει με την αγωγή της.
Εφημερίες, πολλαπλά καθήκοντα και αδυναμία λήψης αδειών
Η Ελένη Ιωαννίδου υπηρέτησε επί περίπου δύο δεκαετίες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και βρέθηκε στην πρώτη γραμμή κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Με βάση όσα τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, εκτελούσε ιδιαίτερα αυξημένο αριθμό εφημεριών και είχε ταυτόχρονη ευθύνη για ασθενείς στην Παθολογική Κλινική, στην κλινική Covid-19 και στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών.
Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη τη μη χορήγηση νόμιμων αδειών ανάπαυσης, τη διαρκή αποστολή υπηρεσιακών εντολών «εντέλλεσθε» και τη συσσωρευμένη κόπωση από την παρατεταμένη απασχόληση υπό συνθήκες σοβαρής έλλειψης προσωπικού.
Η κατάρρευση της γιατρού κορυφώθηκε την περίοδο της υγειονομικής κρίσης, όταν τα νοσοκομεία λειτουργούσαν υπό πρωτοφανή πίεση. Ωστόσο, σύμφωνα με το σκεπτικό που έχει δημοσιοποιηθεί, οι επιβαρυμένες συνθήκες συνεχίστηκαν και μετά την υποχώρηση των έκτακτων περιστάσεων της πανδημίας.
Το δικαστήριο έκρινε ότι, μετά την περίοδο αυτή, δεν υφίσταντο πλέον οι ίδιοι έκτακτοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διατήρηση μιας τόσο εξοντωτικής κατάστασης εργασίας.
Δεκάδες έγγραφες προειδοποιήσεις προς τη διοίκηση
Καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση φαίνεται ότι είχαν οι επανειλημμένες έγγραφες αναφορές της γιατρού προς τη διοίκηση του νοσοκομείου.
Σύμφωνα με τη δικηγόρο της, Βασιλική Γκόγκου, η Ελένη Ιωαννίδου είχε καταθέσει περίπου 50 αναφορές, μέσα από τις οποίες ενημέρωνε για τα κενά στελέχωσης, την αδυναμία ασφαλούς λειτουργίας των τμημάτων και τη σοβαρή επιβάρυνση του ιατρικού προσωπικού. Είχε επίσης απευθυνθεί στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, επιχειρώντας να εξαντλήσει τα διαθέσιμα θεσμικά μέσα πριν οδηγηθεί σε παραίτηση.
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διοίκηση δεν ανταποκρίθηκε ουσιαστικά στα αιτήματά της ούτε έλαβε επαρκή μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
Στο δημοσιοποιημένο σκεπτικό γίνεται λόγος για παράνομες πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες συνέβαλαν καθοριστικά στην ψυχική και σωματική εξάντληση της γιατρού.
Η παραίτηση από μια θέση που δεν ήθελε να εγκαταλείψει
Η Ελένη Ιωαννίδου παραιτήθηκε από το ΕΣΥ το 2022, έπειτα από περίπου 20 χρόνια υπηρεσίας.
Σύμφωνα με τη νομική της εκπρόσωπο, στόχος της δεν ήταν να αποχωρήσει από το δημόσιο νοσοκομείο, αλλά να αναδειχθούν τα προβλήματα και να ληφθούν μέτρα που θα της επέτρεπαν να συνεχίσει να εργάζεται με ασφάλεια για την ίδια και τους ασθενείς.
Η παραίτηση παρουσιάστηκε στο δικαστήριο όχι ως μια απλή προσωπική ή επαγγελματική επιλογή, αλλά ως το τελικό αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης κατάστασης την οποία η γιατρός θεωρούσε πλέον μη διαχειρίσιμη.
Το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η επιβάρυνση της υγείας και της επαγγελματικής ζωής της συνδεόταν αιτιωδώς με την αδράνεια και τις παράνομες παραλείψεις της διοίκησης.
Αποζημίωση για ηθική βλάβη
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στην πρώην διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Σύμφωνα με τη δικηγόρο της, το ποσό αντιστοιχούσε στο σύνολο της απαίτησης που είχε υποβληθεί, ενώ επιδικάστηκε και νόμιμος τόκος από τις 21 Αυγούστου 2023, καθώς και δικαστικά έξοδα.
Το ύψος της αποζημίωσης δεν αποτελεί αποτίμηση της συνολικής οικονομικής ή επαγγελματικής ζημίας που μπορεί να υπέστη η γιατρός. Αφορά ειδικά τη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, όπως αυτή κρίθηκε με βάση τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Τι ακριβώς αναγνώρισε το δικαστήριο
Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν αντιμετωπίζει την επαγγελματική εξουθένωση ως μια αόριστη προσωπική δυσκολία ή ως αδυναμία του εργαζομένου να αντεπεξέλθει στην πίεση.
Αντίθετα, το δικαστήριο εξέτασε τις αντικειμενικές συνθήκες εργασίας, την ένταση και τη διάρκεια της απασχόλησης, τη μη χορήγηση αδειών, τις ελλείψεις προσωπικού και τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις προς τη διοίκηση.
Με βάση τα στοιχεία αυτά, έκρινε ότι οι συνθήκες και η διοικητική αδράνεια συνέβαλαν καθοριστικά στην εμφάνιση του burnout και ότι στοιχειοθετήθηκε ευθύνη για την ηθική βλάβη της ενάγουσας.
Αυτό είναι διαφορετικό από τον γενικό ισχυρισμό ότι «το burnout είναι πλέον παράνομο». Το burnout είναι σύνδρομο που σχετίζεται με χρόνιο εργασιακό στρες. Παράνομες μπορεί να κριθούν, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις ενός εργοδότη ή μιας δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες προκαλούν ή επιδεινώνουν την εξουθένωση και τη βλάβη του εργαζομένου.
Γιατί χαρακτηρίζεται σημαντική η απόφαση
Η νομική εκπρόσωπος της γιατρού χαρακτήρισε την απόφαση πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δικαστικά χρονικά, καθώς αναγνωρίστηκε ότι η διοικητική αδράνεια απέναντι στην τεκμηριωμένη επαγγελματική εξουθένωση γιατρού μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του νοσοκομείου και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι κάθε ανάλογη υπόθεση θα πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς, με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες, τις έγγραφες προειδοποιήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται.
Η απόφαση ενός διοικητικού πρωτοδικείου δεν αποτελεί δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο για όλα τα δικαστήρια ούτε σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος με burnout δικαιούται αυτομάτως αποζημίωση.
Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως σημαντικό νομικό και συνδικαλιστικό σημείο αναφοράς για μελλοντικές υποθέσεις στις οποίες θα υπάρχουν τεκμηριωμένες παράνομες παραλείψεις, υπέρβαση των ορίων εργασίας και αποδεδειγμένη βλάβη της υγείας του εργαζομένου.
«Το burnout δεν είναι προσωπική αδυναμία»
Η ίδια η Ελένη Ιωαννίδου υπογράμμισε ότι η δικαστική εξέλιξη έχει σημασία όχι μόνο για την προσωπική της δικαίωση, αλλά και για άλλους γιατρούς που έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με ανάλογες εργασιακές συνθήκες.
Όπως ανέφερε, το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης αντιμετωπιζόταν συχνά ως προσωπική αδυναμία του εργαζομένου να αντέξει την πίεση.
Κατά την ίδια, η απόφαση αναγνωρίζει ότι η εξουθένωση μπορεί να αποτελεί αποτέλεσμα συγκεκριμένων και τεκμηριωμένων εργασιακών συνθηκών, καθώς και της μη λήψης μέτρων από τη διοίκηση, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις.
Το burnout στο ΕΣΥ δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα του δημόσιου συστήματος υγείας: τη συσσωρευμένη κόπωση γιατρών και νοσηλευτών από την υποστελέχωση, τις διαδοχικές εφημερίες, την ανάληψη πολλαπλών καθηκόντων και την περιορισμένη δυνατότητα πραγματικής ανάπαυσης.
Η επαγγελματική εξουθένωση δεν εκδηλώνεται απλώς ως κόπωση στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας. Μπορεί να περιλαμβάνει συναισθηματική εξάντληση, αποστασιοποίηση από την εργασία, μειωμένο αίσθημα αποτελεσματικότητας και δυσκολία διατήρησης της λειτουργικότητας.
Στον χώρο της υγείας, οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο τον εργαζόμενο. Η παρατεταμένη εξάντληση μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια των ασθενών, την ποιότητα της περίθαλψης και τη δυνατότητα διατήρησης έμπειρων επαγγελματιών στο σύστημα.
Η ευθύνη των διοικήσεων
Η απόφαση θέτει στο επίκεντρο την υποχρέωση των διοικήσεων να μην περιορίζονται σε τυπικές απαντήσεις όταν ενημερώνονται εγγράφως για σοβαρή επιβάρυνση των εργαζομένων και πιθανούς κινδύνους για την ασφαλή λειτουργία ενός τμήματος.
Η επίκληση των αναγκών της υπηρεσίας δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς όρια ούτε να υποκαθιστά επ’ αόριστον την ανάγκη στελέχωσης, χορήγησης των νόμιμων αδειών και προστασίας της υγείας του προσωπικού.
Το κρίσιμο στοιχείο στην υπόθεση Ιωαννίδου ήταν ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε μόνο τη δυσκολία των συνθηκών, αλλά και το κατά πόσο η διοίκηση είχε ενημερωθεί, εάν είχε τη δυνατότητα να παρέμβει και εάν παρέλειψε να λάβει ουσιαστικά μέτρα.
Από το νοσοκομείο στην καλλιτεχνική δημιουργία
Μετά την αποχώρησή της από το ΕΣΥ, η Ελένη Ιωαννίδου στράφηκε και στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Χρησιμοποίησε ληγμένα φάρμακα, κάψουλες και υλικά συσκευασίας από κοινωνικά φαρμακεία για να δημιουργήσει ψηφιδωτά έργα, τα οποία παρουσίασε σε έκθεση με τον συμβολικό τίτλο «ΧΑΠΙ END».
Η στροφή αυτή λειτούργησε ως δημιουργική διέξοδος μετά την επώδυνη αποχώρησή της από έναν επαγγελματικό χώρο στον οποίο είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής της.
Το μήνυμα προς το ΕΣΥ
Η απόφαση δεν επιλύει από μόνη της το πρόβλημα της υποστελέχωσης ούτε μεταβάλλει αυτομάτως το καθεστώς εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία.
Στέλνει, όμως, ένα σαφές μήνυμα: όταν η υπερβολική εργασιακή πίεση συνδυάζεται με τεκμηριωμένες παραλείψεις της διοίκησης και προκαλεί αποδεδειγμένη βλάβη, η ευθύνη μπορεί να αποκτήσει και δικαστική διάσταση.
Για τους γιατρούς, υπογραμμίζει τη σημασία της έγγραφης τεκμηρίωσης των προβλημάτων και της προσφυγής στα θεσμικά όργανα.
Για τις διοικήσεις, αναδεικνύει ότι οι προειδοποιήσεις για εξουθένωση, ανεπαρκή στελέχωση και κινδύνους στην ασφαλή λειτουργία των κλινικών δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια αναπόφευκτη «κανονικότητα» του ΕΣΥ.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Στον δρόμο της αποζημίωσης τα GLP-1 φάρμακα Pfizer και Innovent
Πρόσβαση ασθενών: Γιατί η Ελλάδα καθυστερεί στην αποζημίωση των νέων φαρμάκων

