Δημόσια ΥγείαEFPIA: Ακριβό το κόστος της αδράνειας για τα συστήματα υγείας

EFPIA: Ακριβό το κόστος της αδράνειας για τα συστήματα υγείας

- Advertisement -

Τα συστήματα υγείας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κινούνται μεν προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά παραμένουν αισθητά πίσω από τις μεγάλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης σε δημόσια χρηματοδότηση, προσδόκιμο ζωής, φαρμακευτική δαπάνη και πρόσβαση στην καινοτομία, σύμφωνα με νέα έκθεση της EFPIA.

  • Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή 
Τα συστήματα υγείας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κινούνται μεν προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά παραμένουν αισθητά πίσω από τις μεγάλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης σε δημόσια χρηματοδότηση, προσδόκιμο ζωής, φαρμακευτική δαπάνη και πρόσβαση στην καινοτομία, σύμφωνα με νέα έκθεση της EFPIA.
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Παρά τη βελτίωση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, τα συστήματα υγείας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη εξακολουθούν να υπολείπονται αισθητά των μεγάλων χωρών της Δυτικής Ευρώπης σε χρηματοδότηση, αποτελέσματα υγείας και πρόσβαση στα καινοτόμα φάρμακα. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της νέας έκθεσης Healthcare investment and outcomes in Central and Eastern Europe 2026, η οποία προειδοποιεί ότι το κόστος της αδράνειας δεν είναι μόνο δημοσιονομικό, αλλά και ανθρώπινο.

Η νέα έκθεση για τις επενδύσεις στην υγεία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, που εκπονήθηκε για λογαριασμό της EFPIA, περιγράφει μια περιοχή η οποία έχει πράγματι κινηθεί προς τα εμπρός, αλλά εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από το επίπεδο των τεσσάρων μεγάλων χωρών αναφοράς της Δυτικής Ευρώπης, δηλαδή της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας. Η βασική διαπίστωση είναι καθαρή: η πρόοδος υπάρχει, όμως το χάσμα σε δημόσια χρηματοδότηση, έκβαση νοσημάτων και πρόσβαση στην καινοτομία παραμένει βαθύ και δεν κλείνει γρήγορα.

Λιγότερα χρήματα για την υγεία, παρά τη σταδιακή σύγκλιση

Σύμφωνα με τη σύνοψη της έκθεσης, το 2023 η δημόσια επένδυση στην υγεία στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 5,47% του ΑΕΠ, έναντι 8,17% στις χώρες της λεγόμενης EU4. Το χάσμα έχει μειωθεί μόνο οριακά από το 2017, όταν ήταν 3 ποσοστιαίες μονάδες, και το 2023 έφθασε στις 2,78 μονάδες. Σε απόλυτους όρους, η εικόνα είναι ακόμη πιο σκληρή: η δημόσια επένδυση ανά κάτοικο διαμορφώθηκε στα 1.618 ευρώ στην CEE, περίπου στο μισό από τα 3.221 ευρώ της EU4.

Η έκθεση επιμένει ότι η αύξηση των δαπανών στην περιοχή είναι ταχύτερη από εκείνη της Δυτικής Ευρώπης, όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Στο διάγραμμα της σελίδας 6 καταγράφεται ότι η σύνθετη ετήσια αύξηση της δημόσιας επένδυσης στην υγεία έφθασε το 9,2% στην CEE έναντι 4,9% στην EU4. Ωστόσο, οι συντάκτες τονίζουν ότι χωρίς σταθερή πολιτική δέσμευση, οι σημερινοί ρυθμοί δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένοι. Με τα σημερινά δεδομένα, Σλοβενία, Πολωνία, Κροατία και Βουλγαρία θα μπορούσαν να φτάσουν τη σημερινή τροχιά της EU4 έως το 2040, ενώ άλλες χώρες, όπως η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Λετονία, χρειάζονται σαφώς μεγαλύτερη επιτάχυνση. Η Σερβία, μάλιστα, δεν προβλέπεται να καλύψει ούτε την τροχιά της CEE ούτε της EU4 μέσα στον αιώνα.

Το επενδυτικό έλλειμμα αποτυπώνεται καθαρά στα αποτελέσματα υγείας

Το πιο βαρύ πολιτικά και υγειονομικά μήνυμα της έκθεσης είναι ότι το επενδυτικό κενό μεταφράζεται σε μετρήσιμα χειρότερα αποτελέσματα. Οι χώρες της CEE εμφανίζουν, κατά μέσο όρο, περίπου 41% υψηλότερο φορτίο DALYs και περίπου 137% υψηλότερη δυνητικά αντιμετωπίσιμη θνησιμότητα σε σχέση με την EU4. Με απλά λόγια, δεν πρόκειται μόνο για χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής, αλλά για περισσότερα χρόνια ζωής με αναπηρία και περισσότερους θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με έγκαιρη και αποτελεσματική φροντίδα.

Η εικόνα της μακροβιότητας είναι επίσης αποκαλυπτική. Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην CEE έφθασε κατά μέσο όρο τα 78 έτη το 2024, όταν στις χώρες της EU4 διαμορφώθηκε στα 83 έτη. Παρά τη βελτίωση από το 1960 έως σήμερα, η πρόοδος στην CEE ήταν βραδύτερη, περίπου 14% έναντι περίπου 20% στην EU4. Στις καλύτερες επιδόσεις της περιοχής συγκαταλέγονται η Σλοβενία με 82,3 έτη και η Τσεχία με 80,3, ενώ πιο πίσω βρίσκονται η Βουλγαρία με 75,9 και η Σερβία με 76,2. Οι συντάκτες συνδέουν ευθέως αυτό το χάσμα με τις επίμονες διαφορές στη δημόσια επένδυση στην υγεία και στη συνολική οικονομική ανάπτυξη.

Η έκθεση πάει μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, δείχνοντας στις σελίδες 9 έως 12 ότι υπάρχει ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, στην επένδυση στην υγεία και στους δείκτες θνησιμότητας και αναπηρίας. Όσο χαμηλότερο είναι το ΑΕΠ και όσο μικρότερη η δημόσια δαπάνη, τόσο χειρότεροι εμφανίζονται οι δείκτες DALYs και treatable mortality. Στο ίδιο πλαίσιο, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Ρουμανία και η Λετονία καταγράφονται ως σταθερά υποαποδίδουσες, ενώ η Σλοβενία και η Τσεχία εμφανίζονται ως παραδείγματα όπου η πιο στοχευμένη επένδυση συνδέεται με καλύτερες επιδόσεις.

Η φαρμακευτική δαπάνη παραμένει χαμηλή και η καινοτομία φτάνει αργά

Η εικόνα είναι αντίστοιχα προβληματική και στη φαρμακευτική πολιτική. Σύμφωνα με την έκθεση, η καθαρή δημόσια φαρμακευτική δαπάνη στην CEE διαμορφώθηκε το 2023 στα 218 ευρώ ανά κάτοικο, δηλαδή σε λιγότερο από το μισό των 487 ευρώ της EU4. Μόνο η Σλοβενία υπερέβη τον μέσο όρο της EU4, ενώ οι χώρες με τη χαμηλότερη δαπάνη, όπως η Βουλγαρία, η Λετονία και η Ρουμανία, είναι οι ίδιες που εμφανίζουν και το μεγαλύτερο φορτίο νόσου.

Οι συντάκτες αναγνωρίζουν ότι η φαρμακευτική δαπάνη στην περιοχή αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη. Η μέση ετήσια αύξηση στην CEE υπολογίζεται στο 7,66%, έναντι 3,18% στην EU4, και στο σενάριο διατήρησης αυτής της δυναμικής το χάσμα θα μπορούσε θεωρητικά να κλείσει έως το 2042. Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο το report τονίζει ότι σήμερα οι περισσότερες χώρες της περιοχής παραμένουν ακόμη κάτω και από το επίπεδο που είχε η EU4 το 2018.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στην πρόσβαση στα καινοτόμα φάρμακα. Με βάση τα στοιχεία του EFPIA Patients W.A.I.T. Survey για την περίοδο 2020-2023, οι ασθενείς στην CEE απέκτησαν αποζημιούμενη πρόσβαση μόλις στο 31% των νέων φαρμάκων που εγκρίθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην EU4 ήταν 76%. Ο μέσος χρόνος από την έγκριση έως την αποζημίωση ήταν 705 ημέρες στην CEE, δηλαδή 260 ημέρες περισσότερες από τις 445 της EU4. Η Τσεχία και η Σλοβενία εμφανίζονται ως οι καλύτερες επιδόσεις εντός της περιοχής, ενώ Εσθονία, Ρουμανία, Σλοβακία, Λιθουανία και Σερβία χαρακτηρίζονται από περιορισμένη και καθυστερημένη πρόσβαση. Στη Λιθουανία και στη Ρουμανία, ο μέσος χρόνος ξεπερνά μάλιστα τα δύο χρόνια, φθάνοντας τις 819 και 828 ημέρες αντίστοιχα.

Το κόστος μεταφέρεται στους ασθενείς

Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα είναι ότι η σύγκλιση στην CEE δεν στηρίζεται όσο θα έπρεπε στη δημόσια χρηματοδότηση, αλλά σε μεγάλο βαθμό στις άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών. Οι out-of-pocket δαπάνες αντιστοιχούν στο 22% της συνολικής δαπάνης υγείας στην περιοχή, έναντι 15% στην EU4. Η έκθεση περιγράφει αυτό το μοτίβο ως μη βιώσιμο, καθώς μεταφέρει το βάρος από τα συλλογικά χρηματοδοτικά σχήματα στους ίδιους τους ασθενείς, αυξάνοντας τον κίνδυνο οικονομικής επιβάρυνσης, ανεκπλήρωτων αναγκών και τελικά χειρότερων αποτελεσμάτων υγείας.

Στο γράφημα της σελίδας 19 αποτυπώνεται ότι η δημόσια χρηματοδότηση αντιπροσωπεύει κατά μέσο όρο το 74% της συνολικής δαπάνης υγείας στην CEE, όταν στην EU4 ανέρχεται στο 81%. Η έκθεση συνδέει ευθέως τα υψηλά co-payments με «προβλέψιμη αποτυχία πολιτικής», δανειζόμενη τη σχετική τεκμηρίωση του ΠΟΥ για τη χρηματοοικονομική προστασία των ασθενών.

Το δημογραφικό λειτουργεί ως επιταχυντής της κρίσης

Το report δεν περιορίζεται στο σήμερα. Εστιάζει ιδιαίτερα και στο πώς το δημογραφικό θα επιβαρύνει περαιτέρω τα συστήματα υγείας και τα δημόσια οικονομικά. Στις σελίδες 20 έως 22 σημειώνεται ότι η κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας αυξάνεται έντονα μετά τα 55 και περίπου τριπλασιάζεται μεταξύ 55 και 85 ετών, λόγω της υψηλότερης συχνότητας χρόνιων νοσημάτων και πολυνοσηρότητας. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αύξηση των αναγκών έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ενεργός πληθυσμός στην CEE συρρικνώνεται.

Η πρόβλεψη είναι ιδιαίτερα σκληρή: μέχρι το 2050 ο πληθυσμός ηλικίας 15-64 ετών στην περιοχή αναμένεται να μειωθεί κατά 12,9 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή περίπου κατά 20%. Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα στερήσει από τις οικονομίες της CEE περίπου 14,6 δισ. ευρώ ετήσιων φορολογικών εσόδων από εισόδημα. Οι πιο έντονες απώλειες εργατικού δυναμικού προβλέπονται στη Λετονία, τη Λιθουανία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Πολωνία. Με άλλα λόγια, οι χώρες αυτές θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν μεγαλύτερες υγειονομικές ανάγκες με μικρότερη φορολογική βάση.

Η φαρμακοβιομηχανία ως “κρυφός πληρωτής”

Ένα από τα πιο πολιτικά φορτισμένα κεφάλαια της έκθεσης είναι εκείνο που περιγράφει τον ρόλο της φαρμακοβιομηχανίας ως «hidden payer» μέσω υποχρεωτικών επιστροφών και clawbacks. Το κείμενο υποστηρίζει ότι σε αρκετές χώρες της CEE οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τα υψηλά paybacks και rebates για να συγκρατήσουν τις υπερβάσεις, μεταφέροντας έτσι μέρος της δημόσιας χρηματοδότησης στις ίδιες τις εταιρείες. Το 2023 η συμμετοχή της βιομηχανίας έφθανε στο 30% της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης στην Ουγγαρία, στο 26% στη Ρουμανία και στο 23% σε Βουλγαρία και Κροατία.

Η έκθεση προειδοποιεί ότι αυτή η πρακτική μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση στους προϋπολογισμούς, αλλά δεν αποτελεί βιώσιμο μοντέλο χρηματοδότησης. Αντιθέτως, εισάγει απρόβλεπτο περιβάλλον, αποθαρρύνει τη μακροπρόθεσμη επένδυση και ενδέχεται να οδηγήσει σε καθυστερημένες κυκλοφορίες νέων προϊόντων, μικρότερες διαθέσιμες ποσότητες και περιορισμένο χαρτοφυλάκιο για τους ασθενείς.

Η υγεία ως επένδυση και όχι ως βραχυπρόθεσμο κόστος

Στις τελευταίες ενότητες της έκθεσης, οι συντάκτες περνούν από την περιγραφή των ανισοτήτων στη βασική πολιτική θέση του report: η δαπάνη υγείας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παραγωγική δημόσια επένδυση και όχι ως διαχειριστικό βάρος. Το επιχείρημα είναι ότι τα υποχρηματοδοτημένα συστήματα πληρώνονται τελικά ακριβότερα μέσω χαμηλότερης προσφοράς εργασίας, απουσιών από την εργασία, πρόωρης εξόδου από την αγορά και μεγαλύτερου φορτίου αναπηρίας. Στο GLOBSEC Healthcare Readiness Index 2024, η CEE συγκεντρώνει 50,9 μονάδες έναντι 59,4 της EU4, με υστέρηση τόσο στη «σημερινή ετοιμότητα» όσο και στη «μελλοντική ετοιμότητα».

Η έκθεση δίνει και συγκεκριμένες κατευθύνσεις πολιτικής: πιο αποδοτική και προβλέψιμη χρηματοδότηση, μείωση των στρεβλωτικών paybacks, ταχύτερη πρόσβαση στα καινοτόμα φάρμακα, ισχυρότερα HTA frameworks, καλύτερη αξιοποίηση real-world evidence και παράλληλη επένδυση στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση και στη μείωση παραγόντων κινδύνου όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία και η κατανάλωση αλκοόλ.

Το πιο σκληρό συμπέρασμα: το κόστος του “τίποτα”

Το πιο αιχμηρό σημείο της έκθεσης βρίσκεται στη σελίδα 30, όπου διατυπώνεται ανοιχτά το επιχείρημα ότι η υποεπένδυση στην υγεία στην CEE «κοστίζει ζωές». Οι συντάκτες υπολογίζουν ότι αν η περιοχή δεν αυξήσει τις επενδύσεις της, θα συνεχίσει να επιβαρύνεται με πάνω από 49 εκατομμύρια DALYs και περισσότερους από 176.000 δυνητικά αποτρέψιμους θανάτους ετησίως. Στο αντίθετο σενάριο, δηλαδή εάν το κενό με την EU4 καλυπτόταν γρήγορα, η έκθεση εκτιμά ότι θα μπορούσαν να αποτραπούν πάνω από 13 εκατομμύρια DALYs και να σωθούν πάνω από 101.000 ζωές, με πιθανό οικονομικό όφελος της τάξης των 300 δισ. ευρώ.

Υπάρχει, πάντως, μια σημαντική υποσημείωση που δεν πρέπει να περάσει στα ψιλά. Η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες προβολές για τα DALYs και τους αποτρέψιμους θανάτους είναι προκαταρκτικές και όχι μεθοδολογικά πλήρως ισχυρές, καθώς βασίζονται σε οικολογικές συσχετίσεις ανάμεσα στις επενδύσεις και στα αποτελέσματα υγείας στη Δυτική Ευρώπη. Πρόκειται, δηλαδή, περισσότερο για ένδειξη του μεγέθους του προβλήματος παρά για τελική πρόβλεψη ακριβείας. Αυτό δεν αναιρεί το πολιτικό μήνυμα της έκθεσης, αλλά προσθέτει αναγκαία δημοσιογραφική επιφύλαξη στην ανάγνωσή της.

Το συμπέρασμα της έκθεσης και το ευρωπαϊκό διακύβευμα

Το πραγματικό βάρος του report δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς, αλλά στο πώς συνδέει την υγεία με την παραγωγικότητα, τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη συνοχή της Ευρώπης. Η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δεν περιγράφεται πλέον απλώς ως μια περιοχή χαμηλότερων δαπανών, αλλά ως ένας κρίσιμος ευρωπαϊκός χώρος όπου η καθυστέρηση στην επένδυση μετατρέπεται σε χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής, μεγαλύτερο φορτίο νόσου, αργότερη πρόσβαση στην καινοτομία και βαρύτερο οικονομικό κόστος στο μέλλον. Αυτός είναι και ο λόγος που η έκθεση επιμένει ότι η υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως βραχυπρόθεσμο λογιστικό μέγεθος, αλλά ως στρατηγική επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο και ανθεκτικότητα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

EFPIA και Vaccines Europe: Νέο κεφάλαιο για τις βιοεπιστήμες στην ΕΕ

EFPIA: Tο νέο Σχέδιο της ΕΕ για την Καρδιαγγειακή Υγεία – Οι προτάσεις

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ