Δραματικές διαστάσεις έχει λάβει η νέα επιδημία Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, με τον αριθμό των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων να ξεπερνά τις 4.300 και τους θανάτους τις 2.000. Η επιδημία προκαλείται από τον σπάνιο ιό Bundibugyo, για τον οποίο δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένο εμβόλιο ή ειδική θεραπεία. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποιεί ότι η μετάδοση παραμένει έντονη και επεκτείνεται γεωγραφικά, ενώ φόβος, παραπληροφόρηση, ένοπλες συγκρούσεις και δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες Υγείας υπονομεύουν την αντιμετώπιση της κρίσης.

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες επιδημίες Έμπολα που έχουν καταγραφεί ποτέ.
Σύμφωνα με το νεότερο εβδομαδιαίο δελτίο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, έως τις 9 Αυγούστου 2026 είχαν επιβεβαιωθεί 4.381 κρούσματα και 2.011 θάνατοι, με τη θνητότητα μεταξύ των επιβεβαιωμένων περιστατικών να διαμορφώνεται στο 45,9%.
Μόνο μέσα στην τελευταία εβδομάδα που κάλυπτε η έκθεση του ΠΟΥ προστέθηκαν 579 νέα επιβεβαιωμένα περιστατικά και 304 θάνατοι, στοιχείο που καταδεικνύει πόσο γρήγορα εξακολουθεί να κινείται η επιδημία.
Το επίκεντρο παραμένει η επαρχία Ιτούρι, στην ανατολική χώρα, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου 85,8% των συνολικών κρουσμάτων και 80,6% των θανάτων.
Οι 2.000 θάνατοι μέσα σε μόλις 86 ημέρες
Η ταχύτητα με την οποία αυξήθηκαν οι απώλειες προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία.
Ο ΠΟΥ σημειώνει ότι το όριο των 2.000 θανάτων ξεπεράστηκε μόλις 86 ημέρες μετά την επίσημη κήρυξη της επιδημίας στις 15 Μαΐου 2026.
Η UNICEF έχει ήδη χαρακτηρίσει την τρέχουσα κρίση την ταχύτερα αναπτυσσόμενη επιδημία Έμπολα που έχει καταγραφεί, ενώ επισημαίνει ότι πρόκειται πλέον για τη μεγαλύτερη έξαρση που έχει αντιμετωπίσει η χώρα ως προς τον αριθμό των περιστατικών.
Η επίσημη επιβεβαίωση έγινε τον Μάιο, όταν εργαστηριακές εξετάσεις στο Εθνικό Ινστιτούτο Βιοϊατρικής Έρευνας της Κινσάσα κατέδειξαν ότι τα περιστατικά προκαλούνταν από Bundibugyo virus. Η ΛΔ Κονγκό ανακοίνωσε στις 15 Μαΐου τη 17η επιδημία Έμπολα στην ιστορία της.
Το δημοσίευμα του Independent αναφέρει ότι μεταγενέστερη διερεύνηση και γενετική ανάλυση τοποθετούν την έναρξη της μετάδοσης ήδη από τον Φεβρουάριο. Η συγκεκριμένη ημερομηνία δεν αποτυπώνεται, ωστόσο, στο νεότερο δημόσιο δελτίο του ΠΟΥ, το οποίο χρησιμοποιεί ως επίσημη ημερομηνία κήρυξης της επιδημίας τη 15η Μαΐου.
Δεν είναι ακόμη η δεύτερη φονικότερη επιδημία
Παρότι η σημερινή επιδημία έχει ήδη ξεπεράσει τους 2.000 θανάτους, χρειάζεται προσοχή στις ιστορικές συγκρίσεις.
Η καταστροφική επιδημία της Δυτικής Αφρικής το 2014–2016 παραμένει μακράν η μεγαλύτερη, με περισσότερα από 28.600 κρούσματα και πάνω από 11.000 θανάτους.
Η δεύτερη πιο θανατηφόρα μέχρι σήμερα παραμένει η επιδημία στην ανατολική ΛΔ Κονγκό το 2018–2020, η οποία προκάλεσε 3.481 κρούσματα και 2.299 θανάτους.
Με 2.011 επιβεβαιωμένους θανάτους έως τις 9 Αυγούστου, η σημερινή έξαρση δεν την έχει ακόμη ξεπεράσει, αν και η ταχύτητα της μετάδοσης δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο να συμβεί αυτό εάν η επιδημιολογική πορεία δεν ανακοπεί.
Ο σπάνιος ιός Bundibugyo
Η επιδημία δεν προκαλείται από τον γνωστότερο Zaire ebolavirus, αλλά από τον Bundibugyo virus (BDBV).
Ο Bundibugyo εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2007 στη δυτική Ουγκάντα και μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί μόλις τρεις μεγάλες επιδημίες που συνδέονται με τον συγκεκριμένο ιό: το 2007–2008, το 2012 και η σημερινή έξαρση του 2026.
Η τρέχουσα επιδημία είναι πλέον η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί ποτέ για τον Bundibugyo, τόσο σε αριθμό περιστατικών όσο και σε γεωγραφική έκταση.
Πώς μεταδίδεται ο Έμπολα
Ο Έμπολα μεταδίδεται στον άνθρωπο αρχικά από μολυσμένα άγρια ζώα και στη συνέχεια εξαπλώνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η μετάδοση γίνεται μέσω άμεσης επαφής με αίμα ή άλλα σωματικά υγρά μολυσμένου ανθρώπου, καθώς και μέσω αντικειμένων ή επιφανειών που έχουν μολυνθεί από τα συγκεκριμένα υγρά.
Ιδιαίτερο κίνδυνο αποτελούν:
η φροντίδα ασθενών χωρίς επαρκή προστατευτικό εξοπλισμό,
η επαφή με σωματικά υγρά,
οι μη ασφαλείς ταφικές πρακτικές,
και οι καθυστερήσεις στην απομόνωση ενός ύποπτου περιστατικού.
Ο ιός δεν μεταδίδεται όπως η γρίπη ή η COVID-19 μέσω απλής καθημερινής επαφής. Η μετάδοση απαιτεί πολύ στενότερη έκθεση σε μολυσμένα σωματικά υγρά.
Ποια είναι τα συμπτώματα
Η νόσος από Έμπολα είναι σοβαρή και συχνά θανατηφόρα.
Τα πρώτα συμπτώματα μπορεί να μοιάζουν με πολλές άλλες λοιμώξεις και να περιλαμβάνουν:
- υψηλό πυρετό,
- έντονη αδυναμία,
- μυϊκούς πόνους,
- πονοκέφαλο,
- πονόλαιμο.
Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστούν εμετοί, διάρροια, κοιλιακός πόνος, διαταραχές της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας και, σε ορισμένους ασθενείς, εσωτερική ή εξωτερική αιμορραγία. Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι η μέση θνητότητα των νόσων Έμπολα ιστορικά βρίσκεται περίπου στο 50%, αν και στις διαφορετικές επιδημίες έχει κυμανθεί από 25% έως 90%.
Η έγκαιρη υποστηρικτική θεραπεία, με υγρά, διόρθωση ηλεκτρολυτών, οξυγόνο και αντιμετώπιση των επιπλοκών, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τις πιθανότητες επιβίωσης.
Δεν υπάρχει ακόμη εγκεκριμένο εμβόλιο για τον Bundibugyo
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες της τρέχουσας κρίσης.
Τα εμβόλια που έχουν αναπτυχθεί και χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά σε προηγούμενες επιδημίες αφορούν κυρίως τον Zaire ebolavirus.
Για τον Bundibugyo δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένο εμβόλιο ούτε ειδική εγκεκριμένη θεραπεία, σύμφωνα με τον ΠΟΥ.
Ο Οργανισμός έχει ήδη κινητοποιήσει ειδική τεχνική ομάδα για την αξιολόγηση υποψήφιων εμβολίων και θεραπειών, καθώς η σημερινή επιδημία έχει δημιουργήσει επείγουσα ανάγκη για νέες ιατρικές παρεμβάσεις.
Κλινική δοκιμή με MBP134 και remdesivir
Παράλληλα με την αντιμετώπιση της επιδημίας βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μία σημαντική κλινική δοκιμή.
Η μελέτη PARTNERS άρχισε να εντάσσει ασθενείς τον Ιούλιο και εξετάζει δύο πειραματικές θεραπευτικές επιλογές:
το μονοκλωνικό αντίσωμα MBP134
και
το αντιιικό remdesivir.
Οι ερευνητές θα εξετάσουν εάν οι δύο θεραπείες μπορούν να μειώσουν τη θνητότητα όταν χρησιμοποιούνται ξεχωριστά και εάν ο συνδυασμός τους μπορεί να προσφέρει επιπλέον όφελος.
Η δοκιμή συντονίζεται από τον ΠΟΥ, το Εθνικό Ινστιτούτο Βιοϊατρικής Έρευνας της ΛΔ Κονγκό, το Institute of Tropical Medicine του Βελγίου και το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με τη συμμετοχή της Africa CDC και ανθρωπιστικών οργανώσεων.
Μέχρι στιγμής, πάντως, καμία από αυτές τις θεραπείες δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματική για τον Bundibugyo. Η κλινική δοκιμή πραγματοποιείται ακριβώς για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.
Πάνω από δύο στους τρεις θανάτους εκτός θεραπευτικών κέντρων
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα είναι ότι πολλοί ασθενείς φτάνουν στις δομές Υγείας πολύ αργά.
Σε απομακρυσμένες περιοχές οι υπηρεσίες διάγνωσης και θεραπείας είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα αρκετοί ασθενείς να χρειάζεται να μετακινηθούν προς την Bunia ή άλλα κέντρα.
Η καθυστέρηση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς η πρώιμη υποστηρικτική θεραπεία μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την επιβίωση. Ο ΠΟΥ έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι η γρήγορη ανίχνευση, απομόνωση και θεραπεία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αντιμετώπισης.
Ο φόβος κρατά τους ανθρώπους μακριά από τα νοσοκομεία
Η επιδημία έχει προκαλέσει και μια δεύτερη υγειονομική κρίση.
Οι άνθρωποι φοβούνται ότι μπορεί να μολυνθούν εάν επισκεφθούν νοσοκομείο ή κέντρο Υγείας και σε ορισμένες περιοχές αποφεύγουν ακόμη και βασικές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τη UNICEF, μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου η χρήση βασικών υπηρεσιών Υγείας μειώθηκε κατά 42% στις κυριότερες εστίες της επιδημίας — Bunia, Mongbwalu, Nizi και Rwampara.
Ένας γιατρός ανέφερε στη UNICEF ότι πριν από την επιδημία η μονάδα του δεχόταν περίπου 500 ασθενείς τον μήνα και πλέον η προσέλευση έχει σχεδόν μηδενιστεί.
Καταρρέουν οι παιδικοί εμβολιασμοί και οι ασφαλείς τοκετοί
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στον Έμπολα.
Στις περιοχές υψηλής μετάδοσης, οι τακτικοί παιδικοί εμβολιασμοί μειώθηκαν περισσότερο από 50%, ενώ στη Mongbwalu η πρώτη δόση εμβολίου για την ιλαρά μειώθηκε κατά 69%.
Συνολικά, τον Μάιο και τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 23.000 λιγότερες δόσεις εμβολίων ρουτίνας σε παιδιά σε σχέση με τον Απρίλιο.
Παράλληλα μειώθηκαν οι γεννήσεις μέσα σε οργανωμένες δομές Υγείας, φτάνοντας σε πτώση έως 70% στην περιοχή Nizi, ενώ μειώθηκαν και οι επισκέψεις εγκύων για προγεννητική παρακολούθηση.
Ιδιαίτερα βαρύ τίμημα για τα παιδιά
Τα παιδιά πληρώνουν δυσανάλογα μεγάλο τίμημα.
Έως τις 2 Αυγούστου είχαν καταγραφεί 743 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε παιδιά και 330 θάνατοι ηλικίας έως 17 ετών.
Παρότι τα παιδιά αποτελούσαν περίπου το ένα τέταρτο των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων, αντιπροσώπευαν σχεδόν το ένα τρίτο των θανάτων.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στα παιδιά κάτω των πέντε ετών: η θνητότητα ξεπερνούσε το 60%, περισσότερο από διπλάσια σε σχέση με τους ενήλικες.
Παραπληροφόρηση και δυσπιστία
Στην ανατολική ΛΔ Κονγκό ο αγώνας κατά του ιού δεν δίνεται μόνο στα νοσοκομεία.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι η εμπιστοσύνη των κοινοτήτων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για να ελεγχθεί η επιδημία. Φόβος, παραπληροφόρηση και δυσπιστία απέναντι στις υγειονομικές αρχές μπορούν να καθυστερήσουν την αναφορά συμπτωμάτων και την αναζήτηση θεραπείας.
Για τον λόγο αυτό, ο ΠΟΥ ανακοίνωσε στις 11 Αυγούστου νέα χρηματοδότηση 3 εκατ. δολαρίων για την ενίσχυση της συλλογής δεδομένων σχετικά με το πώς αντιλαμβάνονται οι τοπικές κοινότητες τον κίνδυνο, πώς αναζητούν θεραπεία και ποια εμπόδια αντιμετωπίζουν.
Η UNICEF και οι συνεργαζόμενοι φορείς έχουν ήδη εκπαιδεύσει και αναπτύξει περίπου 13.000 ανθρώπους στις κοινότητες, πραγματοποιώντας περισσότερες από 505.000 επισκέψεις σε νοικοκυριά και παρέχοντας ενημέρωση για την πρόληψη και την έγκαιρη αναγνώριση της νόσου.
Πόλεμος, εκτοπισμός και εύθραυστο σύστημα Υγείας
Η επιδημία εξελίσσεται σε εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον.
Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι η ανθρωπιστική κρίση, η ανασφάλεια, οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, η υψηλή εμπορική κινητικότητα και η δυσκολία πρόσβασης σε απομακρυσμένες περιοχές περιπλέκουν δραματικά την προσπάθεια ελέγχου.
Η γεωγραφική θέση της επιδημίας αυξάνει παράλληλα τον κίνδυνο διασυνοριακής εξάπλωσης.
Περιπτώσεις είχαν ήδη καταγραφεί στην Ουγκάντα μετά από μετακινήσεις από τη ΛΔ Κονγκό, γεγονός που οδήγησε τον ΠΟΥ να ενισχύσει την επιτήρηση και τη συνεργασία στα σύνορα.
Διεθνής υγειονομική έκτακτη ανάγκη
Στις 17 Μαΐου 2026, μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη επιβεβαίωση, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ χαρακτήρισε την επιδημία Έκτακτη Ανάγκη Δημόσιας Υγείας Διεθνούς Ενδιαφέροντος – PHEIC.
Η απόφαση αντανακλούσε τόσο την ταχύτητα μετάδοσης όσο και τον κίνδυνο περαιτέρω εξάπλωσης σε γειτονικές χώρες.
Ο ΠΟΥ αξιολόγησε εξαρχής τον κίνδυνο ως «πολύ υψηλό» για τη ΛΔ Κονγκό και «υψηλό» για την Ουγκάντα.
Γιατί η έγκαιρη διάγνωση είναι τόσο κρίσιμη
Η σημερινή κρίση δείχνει πόσο καταστροφική μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και μια σχετικά σπάνια λοίμωξη όταν η ανίχνευση και η θεραπεία καθυστερούν.
Για τον Bundibugyo δεν υπάρχει ακόμη εγκεκριμένο ειδικό φάρμακο, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η μόλυνση ισοδυναμεί με καταδίκη.
Ο ΠΟΥ τονίζει ότι ασθενείς αναρρώνουν με καλή υποστηρικτική φροντίδα και ότι η έγκαιρη αναζήτηση θεραπείας μπορεί να κάνει ουσιαστική διαφορά στην πιθανότητα επιβίωσης.
Η αντιμετώπιση της επιδημίας επομένως εξαρτάται από έναν συνδυασμό:
έγκαιρης αναγνώρισης περιστατικών, γρήγορης εργαστηριακής διάγνωσης, απομόνωσης, παρακολούθησης επαφών, ασφαλούς νοσηλείας, εμπιστοσύνης των κοινοτήτων και αποτελεσματικής διεθνούς υποστήριξης.
Η επιδημία παραμένει «μπροστά» από την απόκριση
Με περισσότερα από 4.300 επιβεβαιωμένα περιστατικά, πάνω από 2.000 θανάτους και εκατοντάδες νέες λοιμώξεις κάθε εβδομάδα, η επιδημία δεν δείχνει ακόμη σημάδια αποφασιστικής υποχώρησης.
Το νεότερο δελτίο του ΠΟΥ χαρακτηρίζει τη μετάδοση «έντονη και επεκτεινόμενη».
Το κρίσιμο στοίχημα των επόμενων εβδομάδων θα είναι εάν οι υγειονομικές αρχές κατορθώσουν να εντοπίζουν τους ασθενείς νωρίτερα, να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στις δομές Υγείας και να περιορίσουν την εξάπλωση σε νέες περιοχές.
Για έναν ιό που μπορεί να σκοτώσει σχεδόν έναν στους δύο ανθρώπους που διαγιγνώσκονται στην τρέχουσα επιδημία, κάθε ημέρα καθυστέρησης έχει τεράστιο κόστος.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Έμπολα: Υπάρχοντα εμβόλια ενεργοποίησαν αντισώματα σε εργαστηριακές δοκιμές
Έμπολα στο Κονγκό: Μία ανάσα από τους 1.000 οι θάνατοι

