Η έμφυλη βία και παρενόχληση στον χώρο εργασίας δεν αποτελεί πλέον μόνο ζήτημα εργασιακής συμπεριφοράς ή πειθαρχικής διαχείρισης. Νέα ευρωπαϊκή ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στο Open Research Europe και βρίσκεται ακόμη σε στάδιο αναμονής αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, την τοποθετεί στο σημείο όπου τέμνονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ισότητα και η επαγγελματική υγεία και ασφάλεια.

Η μελέτη, με πρώτο συγγραφέα τον Nuno Rebelo dos Santos, εξετάζει την έκταση της βίας και παρενόχλησης στην εργασία, με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα της υγείας, και συγκρίνει τα νομικά πλαίσια εννέα ευρωπαϊκών χωρών: Φινλανδίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Ολλανδίας, Πορτογαλίας, Σλοβενίας, Ισπανίας και Σουηδίας.
Η υγεία παραμένει τομέας υψηλού κινδύνου
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: οι εργαζόμενοι στην υγεία εκτίθενται δυσανάλογα σε βία στον χώρο εργασίας. Η ανάλυση αναφέρει ότι, διεθνώς, ένας στους πέντε εργαζόμενους έχει βιώσει κάποια μορφή βίας στην εργασία, σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική. Ωστόσο, στον κλάδο της υγείας ο κίνδυνος εμφανίζεται ακόμη υψηλότερος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, το 2021 περίπου το 23% του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε ότι βίωσε τουλάχιστον μία μορφή αρνητικής κοινωνικής συμπεριφοράς τους προηγούμενους 12 μήνες, ποσοστό υψηλότερο από τον συνολικό μέσο όρο των εργαζομένων στην ΕΕ, που κινείται γύρω στο 14%.
Η σωματική βία αφορά, σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, από 8% έως 38% των εργαζομένων στην υγεία σε κάποια φάση της επαγγελματικής τους πορείας. Παράλληλα, η μη σωματική βία, όπως οι απειλές, ο εκφοβισμός, οι προσβολές και η ψυχολογική κακοποίηση, εμφανίζεται ακόμη πιο εκτεταμένη.
Γυναίκες, νοσηλεύτριες και ΤΕΠ στην πρώτη γραμμή
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι γυναίκες εργαζόμενες στην υγεία, οι νοσηλεύτριες και όσοι εργάζονται σε Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο. Αυτό δεν αποτελεί τυχαίο εύρημα. Οι γυναίκες αποτελούν περίπου τα τρία τέταρτα του εργατικού δυναμικού στην υγεία, γεγονός που καθιστά την έμφυλη διάσταση της βίας αναπόφευκτο και κεντρικό ζήτημα.
Στα ευρωπαϊκά δεδομένα που αναλύονται, η οργή ασθενών και συγγενών εμφανίζεται ως η πιο συχνή μορφή βίας κατά επαγγελματιών υγείας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που ενσωματώνει η μελέτη, 71% των επαγγελματιών υγείας έχει αντιμετωπίσει οργισμένη συμπεριφορά ασθενών ή συγγενών, 35% έχει δεχθεί βίαιες απειλές, 32% έχει βιώσει bullying, 15% σωματική βία και 12% σεξουαλική παρενόχληση.
Η σεξουαλική παρενόχληση εμφανίζεται αριθμητικά χαμηλότερη από άλλες μορφές βίας, αλλά η μελέτη τονίζει τον έντονα έμφυλο χαρακτήρα της. Τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Έρευνας Συνθηκών Εργασίας δείχνουν ότι οι γυναίκες έχουν 3,6 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα από τους άνδρες να βιώσουν ανεπιθύμητη σεξουαλική προσοχή.
Μεγάλες διαφορές ανά χώρα
Η σύγκριση των εννέα χωρών δείχνει ότι η βία κατά των επαγγελματιών υγείας παραμένει υψηλή σε όλη την Ευρώπη, αλλά η μορφή και η έντασή της διαφέρουν.
Η Ιταλία εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό οργής ασθενών και συγγενών, με 82%, και υψηλά επίπεδα bullying, περίπου 40%. Η Ισπανία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό βίαιων απειλών, περίπου 50%, ενώ η Φινλανδία εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό σεξουαλικής παρενόχλησης, 20%, μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν.
Στην Πορτογαλία, το bullying φτάνει το 41%, ενώ στη Σλοβενία η σεξουαλική παρενόχληση φτάνει το 17%. Η Σουηδία και η Ολλανδία εμφανίζουν χαμηλότερα συνολικά ποσοστά σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, αλλά η μελέτη επισημαίνει ότι ακόμη και εκεί η έκθεση σε βία και απειλές παραμένει σημαντική.
Το κοινό στοιχείο είναι η υποκαταγραφή. Πολλά περιστατικά δεν δηλώνονται, είτε επειδή οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι «έτσι είναι η δουλειά», είτε επειδή δεν εμπιστεύονται τους μηχανισμούς αναφοράς, είτε επειδή φοβούνται ότι η καταγγελία δεν θα οδηγήσει σε ουσιαστική προστασία.
Η ψηφιακή βία αλλάζει το πεδίο του κινδύνου
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης αφορά την τεχνολογικά διευκολυνόμενη έμφυλη βία. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η ψηφιοποίηση της εργασίας, τα κοινωνικά δίκτυα, τα ηλεκτρονικά μηνύματα, οι πλατφόρμες επικοινωνίας με ασθενείς και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν νέα κανάλια κακοποίησης.
Η βία δεν περιορίζεται πλέον στον φυσικό χώρο του νοσοκομείου ή του ιατρείου. Μπορεί να συνεχιστεί μέσω email, social media, εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, αξιολογήσεων, διαδικτυακών επιθέσεων, απειλών ή σεξουαλικοποιημένων προσβολών. Η μελέτη αναφέρει ακόμη και κινδύνους που σχετίζονται με deepfakes, μη συναινετική χρήση εικόνων, ψηφιακή παρακολούθηση και αλγοριθμικές διακρίσεις.
Το πρόβλημα είναι ότι τα περισσότερα ευρωπαϊκά συστήματα καταγραφής βίας στην εργασία δεν ξεχωρίζουν συστηματικά τα ψηφιακά περιστατικά ούτε καταγράφουν την έμφυλη διάστασή τους. Έτσι, η τεχνολογικά διευκολυνόμενη βία παραμένει σε μεγάλο βαθμό «αόρατη» στα επίσημα δεδομένα.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο και ως κίνδυνος
Η ανάλυση αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη με διπλή οπτική. Από τη μία πλευρά, η AI μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό βίαιων περιστατικών σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, στην πρόβλεψη κινδύνου βίας από ασθενείς, στην ανάλυση αναφορών ασφαλείας και στην αναγνώριση μοτίβων υποκαταγραφής.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει τη βία και την παρενόχληση. Οι συγγραφείς τη χαρακτηρίζουν πιθανό «φορέα επαγγελματικού κινδύνου», ειδικά όταν συνδέεται με ψηφιακή επιτήρηση, αλγοριθμική αξιολόγηση εργαζομένων, στοχοποίηση γυναικών επαγγελματιών υγείας ή παραγωγή επιβλαβούς ψηφιακού περιεχομένου.
Η μελέτη θεωρεί ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την AI παραμένει ανεπαρκές ως προς τη ρητή έμφυλη και διαθεματική αξιολόγηση κινδύνου. Παρότι ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη εισάγει διατάξεις για διακρίσεις και κινδύνους, δεν επιβάλλει συστηματικές αξιολογήσεις επίπτωσης με βάση το φύλο ή τη διαθεματικότητα.
Νομικά πλαίσια: Κοινή απαγόρευση, διαφορετική φιλοσοφία
Η συγκριτική ανάλυση δείχνει ότι όλες οι χώρες που εξετάστηκαν απαγορεύουν την παρενόχληση στην εργασία. Ωστόσο, δεν την προσεγγίζουν με τον ίδιο τρόπο.
Η Πορτογαλία, η Σλοβενία και η Ιταλία δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο πλαίσιο επαγγελματικής υγείας και ασφάλειας. Αντιμετωπίζουν την παρενόχληση ως ψυχοκοινωνικό κίνδυνο που πρέπει να αξιολογείται, να προλαμβάνεται και να εντάσσεται στα συστήματα διαχείρισης κινδύνου των οργανισμών.
Αντίθετα, χώρες όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Φινλανδία δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο πλαίσιο ισότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκεί, η παρενόχληση αντιμετωπίζεται κυρίως ως μορφή διάκρισης, με νομικές κυρώσεις, υποχρεώσεις πρόληψης και δυνατότητα αποζημίωσης.
Η μελέτη δεν παρουσιάζει το ένα μοντέλο ως σαφώς ανώτερο από το άλλο. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η αποτελεσματική προστασία απαιτεί σύνδεση των δύο: η έμφυλη βία στην εργασία πρέπει να αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως ζήτημα ισότητας, αξιοπρέπειας και επαγγελματικού κινδύνου.
Τα βασικά κενά στην Ευρώπη
Παρά τη νομική πρόοδο, οι ερευνητές εντοπίζουν επίμονα κενά. Το πρώτο αφορά την εφαρμογή. Ακόμη και όταν υπάρχουν νόμοι, οι μηχανισμοί ελέγχου συχνά έχουν περιορισμένους πόρους και δυσκολεύονται να επιβάλουν αποτελεσματικά μέτρα, ειδικά σε μικρότερες επιχειρήσεις ή σε κατακερματισμένα συστήματα υγείας.
Το δεύτερο αφορά την ψηφιακή και εξ αποστάσεως εργασία. Η τηλεργασία, οι πλατφόρμες, τα ψηφιακά κανάλια επικοινωνίας και τα social media έχουν διευρύνει το πεδίο της βίας, αλλά η νομοθεσία δεν έχει προσαρμοστεί με την ίδια ταχύτητα.
Το τρίτο αφορά τη διαθεματικότητα. Οι γυναίκες δεν βιώνουν όλες τον ίδιο κίνδυνο. Η φυλή, η αναπηρία, η μεταναστευτική ιδιότητα, η ηλικία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα φύλου και η εργασιακή επισφάλεια μπορούν να αυξήσουν την έκθεση στη βία και να μειώσουν την πρόσβαση σε προστασία.
Τι προτείνει η μελέτη
Οι συγγραφείς προτείνουν ένα σταδιακό μοντέλο εφαρμογής πολιτικών πρόληψης. Πρώτα, οι χώρες πρέπει να εναρμονίσουν τη νομοθεσία τους και να ενσωματώσουν σαφείς υποχρεώσεις αναφοράς, καταγραφής και πρόληψης. Στη συνέχεια, οι εργοδότες χρειάζονται πόρους, εκπαιδευμένους υπευθύνους πρόληψης και δομές υποστήριξης, ιδιαίτερα σε μικρότερους οργανισμούς.
Η εκπαίδευση των εργαζομένων και των διοικήσεων πρέπει να βασίζεται σε μετρήσιμα αποτελέσματα. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι που βιώνουν βία χρειάζονται εμπιστευτική ψυχολογική υποστήριξη και προσβάσιμους μηχανισμούς αναφοράς. Τέλος, τα κράτη και οι οργανισμοί οφείλουν να αξιολογούν συστηματικά τα δεδομένα, τις τάσεις, τους χρόνους επίλυσης καταγγελιών και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Ένα έλλειμμα αξιοπρεπούς εργασίας
Το συμπέρασμα της μελέτης είναι πολιτικά και κοινωνικά βαρύ: ανεξάρτητα από το αν προσεγγίζεται μέσα από συμβάσεις, νόμους, κανονισμούς ή πολιτικές συστάσεις, η έμφυλη βία και παρενόχληση στην εργασία αποτελεί έλλειμμα αξιοπρεπούς εργασίας.
Δεν αφορά μόνο την ατομική συμπεριφορά ενός δράστη. Αντανακλά οργανωτικές αδυναμίες, ελλιπή πρόληψη, ανεπαρκείς μηχανισμούς προστασίας και κουλτούρες εργασίας που αφήνουν τη βία να κανονικοποιείται. Στον τομέα της υγείας, όπου οι εργαζόμενοι καλούνται να φροντίζουν ασθενείς υπό πίεση, η προστασία τους από βία και παρενόχληση αποτελεί προϋπόθεση για ασφαλή, ποιοτική και ισότιμη φροντίδα.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
ΙΣΑ: Ανεξέλεγκτη βία στα δημόσια νοσοκομεία – Η αστυνομική παρουσία
Από τα μικρόβια στο κλίμα – Η νέα στρατηγική δημόσιας υγείας

