Η πολιτική υγείας δεν κρίνεται μόνο στα μεγάλα νοσοκομεία και στα αστικά κέντρα. Κρίνεται και στο αν το κράτος μπορεί να φτάσει έγκαιρα στον ηλικιωμένο που ζει μόνος του σε ένα νησί ή σε ένα απομακρυσμένο χωριό.

Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα της αναπληρώτριας υπουργού Υγείας Ειρήνης Αγαπηδάκη από το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, όπου έδωσε έμφαση στην πρόληψη, στις Κινητές Ομάδες Υγείας και στην ανάγκη να αποκτήσει η μακροζωία πραγματικό περιεχόμενο δημόσιας πολιτικής.
Σύμφωνα με την κ. Αγαπηδάκη, η μακροζωία δεν αφορά απλώς την παράταση του προσδόκιμου ζωής, αλλά τη δυνατότητα να ζει κανείς περισσότερα χρόνια με λειτουργικότητα, αυτονομία και ποιότητα. Σε αυτή τη λογική, η πρόληψη, η έγκαιρη φροντίδα και η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας αναδεικνύονται σε κρίσιμους άξονες μιας νέας στρατηγικής για το ΕΣΥ.
Η πρόληψη ως άσκηση ισότητας στην υγεία
Μιλώντας στη συζήτηση για τη μακροζωία, την οποία συντόνισε ο δημοσιογράφος Αντώνης Φουρλής, η Ειρήνη Αγαπηδάκη επέμεινε ότι η Πολιτεία οφείλει να αναζητά η ίδια τους πολίτες που βρίσκονται μακριά από τις δομές φροντίδας. Όπως υπογράμμισε, πολλοί ηλικιωμένοι ζουν μόνοι τους, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και απομονωμένες περιοχές, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια πιο ενεργητική πολιτική προσέγγισης.
Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε τον ρόλο των Κινητών Ομάδων Υγείας, των γνωστών ΚΟΜΥ, που σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε έχουν ήδη αναπτύξει 180 ιατρικά κλιμάκια και έχουν εξετάσει περίπου 35.000 πολίτες από τον περασμένο Οκτώβριο. Όπως ανέφερε, στις δομές αυτές εργάζονται περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι, ενώ μέσω του 1135 οι πολίτες μπορούν να ζητούν δωρεάν κατ’ οίκον επίσκεψη τόσο για προληπτικές όσο και για θεραπευτικές υπηρεσίες.
Η τοποθέτησή της είχε σαφές πολιτικό αποτύπωμα: η πρόληψη δεν μπορεί να παραμένει προνόμιο όσων ζουν δίπλα σε οργανωμένες δομές ή έχουν την ευχέρεια να απευθυνθούν έγκαιρα στο σύστημα. Πρέπει να αποκτήσει γεωγραφικό βάθος και να λειτουργήσει ως εργαλείο μείωσης των ανισοτήτων στην υγεία.
Μακροζωία με ποιότητα και όχι απλώς περισσότερα χρόνια
Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στον τρόπο ζωής, συνδέοντας τη μακροζωία με την καθημερινή δραστηριότητα. Με προσωπική αναφορά στον παππού της, ο οποίος, όπως είπε, πλησιάζει τα 100 χρόνια και παρέμεινε ενεργός στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, θέλησε να αναδείξει ότι οι παλαιότερες γενιές είχαν ενσωματώσει στην καθημερινότητά τους συνήθειες που σήμερα συχνά εγκαταλείπονται.
Το κεντρικό της επιχείρημα ήταν ότι η μακροζωία πρέπει να μετριέται σε δημιουργικά και λειτουργικά χρόνια. Δηλαδή όχι μόνο σε αριθμό ετών, αλλά σε δυνατότητα συμμετοχής, αυτοφροντίδας και ανεξαρτησίας. Αυτή η λογική μετατοπίζει τη συζήτηση από τη στενή θεραπευτική προσέγγιση σε μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική δημόσιας υγείας.
Το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής και το νέο μοντέλο παρακολούθησης
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η αναφορά της στο Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής, το οποίο αναπτύσσει το υπουργείο Υγείας. Η Ειρήνη Αγαπηδάκη περιέγραψε έναν σχεδιασμό που φιλοδοξεί να περιορίσει την ανάγκη νοσηλείας για απλά περιστατικά και να επιτρέψει την απομακρυσμένη παρακολούθηση ασθενών από τον θεράποντα ιατρό τους.
Πρόκειται για μια παρέμβαση που συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες των πιο απομακρυσμένων περιοχών, αλλά και με τη γήρανση του πληθυσμού. Η τηλεϊατρική, εφόσον αναπτυχθεί λειτουργικά, μπορεί να μειώσει τις άσκοπες μετακινήσεις, να περιορίσει την ταλαιπωρία των ασθενών και να φέρει πιο κοντά ένα υβριδικό μοντέλο φροντίδας, όπου η ιατρική παρακολούθηση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη φυσική παρουσία στο νοσοκομείο.
Παχυσαρκία, διαβήτης και οικονομικό βάρος στο σύστημα
Στη συζήτηση παρενέβη και ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ και γενικός διευθυντής της Novo Nordisk Hellas, Ολύμπιος Παπαδημητρίου, ο οποίος συνέδεσε τη μακροζωία με την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης των μεταβολικών νοσημάτων. Όπως τόνισε, ο σακχαρώδης διαβήτης και κυρίως η παχυσαρκία αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία και τη διάρκεια ζωής, ενώ η παχυσαρκία σχετίζεται ή λειτουργεί ως παράγοντας κινδύνου για τουλάχιστον 229 συννοσηρότητες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, ένας στους τρεις πολίτες στην Ελλάδα ζει σήμερα με παχυσαρκία, ενώ μαζί με την υπερβαρότητα το ποσοστό φτάνει στους δύο στους τρεις. Το συνολικό οικονομικό βάρος της παχυσαρκίας εκτιμάται στα 5 δισ. ευρώ, με σημαντικό τμήμα του να αφορά ιατρικές δαπάνες και το υπόλοιπο έμμεσο κόστος. Ο κ. Παπαδημητρίου υποστήριξε ότι χωρίς σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα το μέγεθος του προβλήματος δύσκολα θα αντιμετωπιστεί.
Η γήρανση του πληθυσμού απαιτεί δομικές αλλαγές
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Affidea Θεόδωρος Καρούτζος υπογράμμισε ότι η δημογραφική γήρανση δεν συνιστά απλή στατιστική μεταβολή, αλλά δομικό πρόβλημα για τα συστήματα υγείας, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται ήδη στις πιο γερασμένες χώρες της Ευρώπης.
Κατά τον ίδιο, η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στη διαχείριση της νόσου, αλλά απαιτεί μεταφορά του κέντρου βάρους από τη θεραπεία στην πρόληψη, καθώς και μετάβαση από ένα κατακερματισμένο σε ένα πιο ολιστικό μοντέλο διαχείρισης του ασθενούς. Περιέγραψε μάλιστα τη νέα πρωτοβουλία της Affidea ως μια προσπάθεια παροχής ολοκληρωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας στον ηλικιωμένο, με διάγνωση, εξατομικευμένο σχεδιασμό και συνεχή παρακολούθηση.
Η μακροζωία ως νέο κοινωνικό και ασφαλιστικό στοίχημα
Μια διαφορετική διάσταση έδωσε η Φρύνη Παυλίδου, Chief Customer Experience Officer της NN Hellas, η οποία έθεσε το ζήτημα της μακροζωίας και από τη σκοπιά της οικονομικής ανθεκτικότητας και της ψυχικής ασφάλειας. Όπως σημείωσε, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα ζήσουμε, αλλά αν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις νέες ανάγκες μιας μακράς ζωής με επαρκή στήριξη και καθοδήγηση.
Η παρέμβασή της δείχνει ότι η μακροζωία αρχίζει πλέον να επηρεάζει και το πώς επαναπροσδιορίζεται ο ρόλος της ασφαλιστικής αγοράς, η οποία καλείται να ξεπεράσει τη λογική της αποζημίωσης ενός μεμονωμένου κινδύνου και να περάσει σε πιο διαρκή υποστήριξη των πολιτών.
Η τεχνητή νοημοσύνη και η επόμενη φάση της προληπτικής ιατρικής
Αισιόδοξος για την επόμενη δεκαετία εμφανίστηκε και ο διευθύνων σύμβουλος του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Αντώνης Πολεμίτης, ο οποίος εκτίμησε ότι έως το τέλος της δεκαετίας του 2030 θα είναι τεχνικά εφικτό και οικονομικά πιο προσιτό να αποκτά πολύ ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού πρόσβαση σε προληπτική ιατρική φροντίδα επιπέδου που σήμερα διαθέτουν μόνο οι πιο εύποροι ή οι κορυφαίοι αθλητές.
Συνέδεσε αυτή την προοπτική με τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη, στη ρομποτική και στη διαγνωστική τεχνολογία, αναφέροντας και τη σχετική ερευνητική πρωτοβουλία Unique Evolve για τη μακροζωία.
Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα
Η συζήτηση στους Δελφούς ανέδειξε ότι η μακροζωία δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως βιολογική εξέλιξη, αλλά ως σύνθετο πεδίο πολιτικής υγείας. Η πρόληψη, η κατ’ οίκον φροντίδα, η τηλεϊατρική, η διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων, η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και η χρήση νέων τεχνολογιών συγκροτούν ένα νέο πλαίσιο για το πώς το σύστημα υγείας θα προσεγγίσει τις ανάγκες ενός πληθυσμού που γερνά.
Σε αυτή τη μεγάλη εικόνα, η παρέμβαση της Ειρήνης Αγαπηδάκη έβαλε ένα σαφές πολιτικό όριο: η πρόληψη θα κριθεί τελικά από το αν το κράτος μπορεί να φτάσει εκεί όπου μέχρι σήμερα έμενε κενό, δηλαδή στους πιο απομακρυσμένους, πιο ευάλωτους και πιο αόρατους για το σύστημα πολίτες.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Αγαπηδάκη: 5,7 εκατ. προληπτικές εξετάσεις – Τα αποτελέσματα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ»
Αγαπηδάκη: Η επίθεση στη Νίκαια στράφηκε κατά του θεσμού

