Ο αθλητισμός μπορεί να προσφέρει στα παιδιά αυτοπεποίθηση, καλύτερη ψυχική υγεία, κοινωνικές δεξιότητες και προστασία απέναντι στο άγχος και την κατάθλιψη. Όταν όμως η χαρά του παιχνιδιού αντικαθίσταται από πρωταθλητισμό, εξαντλητικά προγράμματα, πρόωρη εξειδίκευση και προσδοκίες για υποτροφίες ή επαγγελματική καριέρα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο: άγχος, εξουθένωση και εγκατάλειψη του αθλητισμού. Η παιδίατρος Edith Bracho-Sanchez περιγράφει στο CNN πώς ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι γονείς μπορούν χωρίς να το καταλάβουν να αφαιρέσουν από τα παιδιά αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία – τη χαρά του παιχνιδιού.

Ο οργανωμένος αθλητισμός θεωρείται μία από τις δραστηριότητες που μπορούν να λειτουργήσουν περισσότερο προστατευτικά για την ψυχική υγεία των παιδιών.
Η συμμετοχή σε μια ομάδα, η κίνηση, η επαφή με συνομηλίκους, η εμπειρία της νίκης αλλά και της ήττας μπορούν να χτίσουν αυτοπεποίθηση και ανθεκτικότητα.
Κι όμως, η ίδια δραστηριότητα μπορεί να μετατραπεί σε πηγή έντονου άγχους όταν οι ενήλικες αρχίζουν να την αντιμετωπίζουν όχι ως παιχνίδι αλλά ως επένδυση στο μέλλον.
Αυτό ακριβώς περιγράφει η παιδίατρος Dr. Edith Bracho-Sanchez, γιατρός πρωτοβάθμιας παιδιατρικής φροντίδας στο Columbia University Irving Medical Center και παρουσιάστρια του podcast Healthy Children της American Academy of Pediatrics.
Και ξεκινά όχι από μια θεωρητική παρατήρηση, αλλά από ένα λάθος που, όπως παραδέχεται, έκανε η ίδια ως μητέρα.
Όταν ένα τετράχρονο παιδί μπήκε σε «elite» ομάδα μπάσκετ
Ο μεγαλύτερος γιος της ήταν μόλις τεσσάρων ετών όταν προσκλήθηκε να συμμετάσχει σε μια πιο «εκλεκτική» λίγκα μπάσκετ με παιδιά πέντε και έξι ετών.
Ήταν καλός.
Ξεχώριζε όταν έπαιζε με παιδιά της ηλικίας του και οι γονείς του θεώρησαν απολύτως λογικό να τον βάλουν σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον.
Ο πατέρας του είχε παίξει μπάσκετ σε κολεγιακό επίπεδο. Η μητέρα του ήταν παιδίατρος. Και οι δύο πίστευαν ότι η μεγαλύτερη πρόκληση θα τον βοηθούσε να εξελιχθεί.
Πλήρωσαν τα δίδακτρα, αναδιοργάνωσαν το οικογενειακό τους πρόγραμμα και άρχισαν να τον πηγαίνουν στις προπονήσεις.
Στην αρχή όλα έμοιαζαν ιδανικά.
Το παιδί φορούσε ενθουσιασμένο τη φανέλα του, ντρίμπλαρε καλύτερα από αρκετά μεγαλύτερα παιδιά και μπορούσε να πετυχαίνει σουτ που εκείνα έχαναν.
Σύντομα, όμως, εμφανίστηκε το πραγματικό πρόβλημα.
Το σώμα μπορούσε – ο τετράχρονος εγκέφαλος όχι ακόμη
Καθώς οι ασκήσεις γίνονταν πιο σύνθετες, το παιδί δυσκολευόταν να παρακολουθήσει.
Όχι επειδή δεν είχε αθλητικές ικανότητες.
Ήταν μόλις τεσσάρων ετών.
Η γνωστική και συναισθηματική του ανάπτυξη δεν μπορούσε να συμβαδίσει με τις απαιτήσεις ενός προγράμματος σχεδιασμένου για μεγαλύτερα παιδιά.
Στους αγώνες ταχύτητας ερχόταν σχεδόν πάντα τελευταίο.
Έπειτα από μερικές εβδομάδες άρχισε να αγχώνεται πριν από κάθε προπόνηση.
Στη συνέχεια άρχισε να αρνείται να πάει.
Η εξήγηση που έδωσε στους γονείς του ήταν απλή:
Δεν ήταν πια διασκεδαστικό.
Το λάθος που κάνουν πολλοί καλοπροαίρετοι γονείς
Η Bracho-Sanchez παραδέχεται ότι αντί να σταματήσει αμέσως, προσπάθησε αρχικά να βρει τρόπους ώστε ο γιος της να «βγάλει τη σεζόν».
Μίλησε με φίλους της που εργάζονταν στην παιδοψυχολογία και την παιδοψυχιατρική και προσπάθησε να τον βοηθήσει να αντέξει μέχρι το τέλος.
Είχε, όπως γράφει, την αντίληψη ότι ήταν σημαντικό ένα παιδί να ολοκληρώνει κάτι που είχε ξεκινήσει.
Αργότερα αναρωτήθηκε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό:
Πώς κατάφεραν να μετατρέψουν κάτι που το παιδί αγαπούσε σε κάτι που φοβόταν;
Η εμπειρία αυτή την οδήγησε σε μια διαπίστωση που αφορά πολύ περισσότερες οικογένειες.
Οι γονείς δεν πιέζουν πάντοτε τα παιδιά επειδή είναι υπερβολικά ανταγωνιστικοί ή επειδή θέλουν να ζήσουν τις δικές τους φιλοδοξίες μέσα από αυτά.
Πολλές φορές το κάνουν επειδή πιστεύουν πραγματικά ότι αυτό είναι το καλύτερο για το παιδί τους.
Πώς άλλαξε ο παιδικός αθλητισμός
Για πολλές δεκαετίες, ο παιδικός αθλητισμός είχε πολύ διαφορετική μορφή.
Τα παιδιά έπαιζαν στις γειτονιές, συμμετείχαν σε τοπικές ομάδες, άλλαζαν αθλήματα ανάλογα με την εποχή και περνούσαν πολλές ώρες σε αυθόρμητο παιχνίδι χωρίς συνεχή καθοδήγηση ενηλίκων.
Παιδιά διαφορετικών ηλικιών έφτιαχναν μόνα τους ομάδες, άλλαζαν τους κανόνες όταν χρειαζόταν και έλυναν μεταξύ τους τις διαφωνίες.
Οι ενήλικες έμεναν συνήθως στο περιθώριο.
Ακόμη και οι πρώτες οργανωμένες μορφές παιδικού αθλητισμού είχαν αυτή τη λογική.
Η Little League, που ιδρύθηκε το 1939 στις ΗΠΑ, ξεκίνησε με μόλις 30 παιδιά σε τρεις ομάδες στο Williamsport της Πενσιλβάνια.
Ο στόχος ήταν η εκμάθηση του αθλητικού πνεύματος, του fair play και της ομαδικότητας.
Όχι η δημιουργία επαγγελματιών αθλητών.
Από το παιχνίδι στις ακαδημίες «elite»
Η εικόνα άρχισε να αλλάζει ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000.
Οι ταξιδιωτικές ομάδες και τα ιδιωτικά clubs αυξήθηκαν.
Παράλληλα αναπτύχθηκαν:
ιδιωτικές προπονήσεις, εξειδικευμένες ακαδημίες, ατομικοί trainers και προγράμματα «elite» ανάπτυξης παιδιών.
Μαζί τους ενισχύθηκε και η πεποίθηση ότι ένα παιδί πρέπει να διαλέξει πολύ νωρίς ένα άθλημα και να αφοσιωθεί αποκλειστικά σε αυτό, ακόμη και από την ηλικία των οκτώ ή εννέα ετών, εάν θέλει να έχει πιθανότητες να προχωρήσει.
Όπως επισημαίνει η Bracho-Sanchez, τα επιστημονικά στοιχεία δεν στήριζαν αυτή την αντίληψη.
Η αγορά, όμως, την ενίσχυε.
Και σιγά-σιγά το μήνυμα πέρασε και στους γονείς.
«Αν έχει ταλέντο, μήπως πρέπει να το βοηθήσω να φτάσει όσο πιο ψηλά γίνεται;»
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο δίλημμα για έναν γονιό.
Όταν βλέπει το παιδί του να έχει πραγματικό ταλέντο, η απόφαση να το στείλει σε μια πιο απαιτητική ομάδα δεν μοιάζει με πίεση.
Μοιάζει με ευθύνη.
Κανείς δεν θέλει να αισθανθεί χρόνια αργότερα ότι το παιδί του είχε μια δυνατότητα και εκείνος δεν έκανε αρκετά για να την αξιοποιήσει.
Στο πίσω μέρος του μυαλού μπορεί να υπάρχει και μια ακόμη προσδοκία.
Ότι οι ακριβές ακαδημίες, τα ταξίδια, τα ιδιαίτερα μαθήματα, οι χαμένες οικογενειακές εκδηλώσεις και οι αμέτρητες ώρες προπόνησης ίσως κάποτε μετατραπούν σε μια υποτροφία ή ακόμη και σε επαγγελματική καριέρα.
Οι αριθμοί, όμως, είναι πολύ διαφορετικοί.
Μόνο περίπου 7% συνεχίζει τον αθλητισμό στο κολέγιο
Σύμφωνα με στοιχεία συμμετοχής του NCAA που επικαλείται το άρθρο, περίπου 7% των αθλητών του λυκείου συνεχίζουν να αγωνίζονται σε κάποιο άθλημα σε κολεγιακό επίπεδο.
Το ποσοστό εκείνων που λαμβάνουν υποτροφίες είναι ακόμη μικρότερο.
Και οι πιθανότητες επαγγελματικής καριέρας περιορίζονται δραματικά.
Η American Academy of Pediatrics έχει επισημάνει ότι, ανάλογα με το άθλημα, μόλις περίπου 0,2% έως 0,5% των αθλητών λυκείου φτάνουν τελικά σε επαγγελματικό επίπεδο.
Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα εναντίον της συμμετοχής των παιδιών σε αθλητικές ομάδες.
Το αντίθετο.
Είναι επιχείρημα υπέρ του να επαναπροσδιοριστεί ποιος είναι πραγματικά ο στόχος.
Ο αθλητισμός κάνει καλό στην ψυχική υγεία – όταν παραμένει ευχάριστος
Μια πρόσφατη μεγάλη συστηματική ανασκόπηση σχεδόν 190 μελετών, σύμφωνα με το άρθρο, βρήκε σταθερή συσχέτιση μεταξύ συμμετοχής στον αθλητισμό και:
- υψηλότερης αυτοεκτίμησης,
- μεγαλύτερης ικανοποίησης από τη ζωή,
- χαμηλότερων επιπέδων κατάθλιψης,
- και χαμηλότερων επιπέδων άγχους στα παιδιά.
Τα ομαδικά αθλήματα φαίνεται μάλιστα να εμφανίζουν ισχυρότερη σύνδεση με ορισμένα από αυτά τα οφέλη σε σχέση με τα ατομικά.
Υπάρχει όμως ένας κρίσιμος αστερίσκος.
Η American Academy of Pediatrics επισημαίνει ότι τα οφέλη σχετίζονται με τη συνεχή, ισορροπημένη και ευχάριστη συμμετοχή.
Όχι με την επίδοση πρωταθλητισμού.
Όταν η επιτυχία γίνεται η μοναδική αξία
Ένα παιδί μπορεί να αγαπά το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ ή την κολύμβηση.
Όταν όμως αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι κάθε προπόνηση αξιολογείται, κάθε ήττα θεωρείται αποτυχία και κάθε μέτρια εμφάνιση απογοητεύει τους ενήλικες γύρω του, η σχέση με το άθλημα αλλάζει.
Το παιχνίδι μετατρέπεται σε εξέταση.
Και μαζί αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του.
Αντί να σκέφτεται:
«Μου αρέσει να παίζω»
μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται:
«Πρέπει να είμαι καλός για να αξίζω».
Εκεί βρίσκεται ένας από τους βασικούς κινδύνους της υπερβολικής πίεσης.
Η πρόωρη εξειδίκευση μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ
Η πρώιμη αποκλειστική ενασχόληση με ένα άθλημα και η πολύ έντονη προπόνηση έχουν συνδεθεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το άρθρο, με αυξημένα επίπεδα:
burnout, άγχους, κατάθλιψης και τελικά εγκατάλειψης του αθλητισμού.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες.
Οι γονείς μπορεί να πιέζουν περισσότερο ένα παιδί επειδή θέλουν να το βοηθήσουν να πετύχει.
Η υπερβολική πίεση, όμως, μπορεί τελικά να οδηγήσει στο να σταματήσει εντελώς.
«Δεν έχει πια πλάκα» – Η βασική αιτία που τα παιδιά σταματούν
Όταν ρωτούνται τα παιδιά γιατί εγκαταλείπουν τον οργανωμένο αθλητισμό, η απάντηση που εμφανίζεται σταθερά δεν είναι:
«Δεν ήμουν αρκετά καλός».
Ούτε:
«Τραυματίστηκα».
Η συχνότερη απάντηση είναι πολύ πιο απλή:
«Δεν ήταν πια διασκεδαστικό».
Και αυτή ίσως είναι η φράση που θα έπρεπε να προβληματίζει περισσότερο τους ενήλικες.
Γιατί το ίδιο περιβάλλον που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να κάνει τα παιδιά να αγαπήσουν την κίνηση καταλήγει σε ορισμένες περιπτώσεις να τα απομακρύνει από αυτήν.
Η αποτυχία πρέπει να επιτρέπεται
Η λύση που προτείνεται δεν είναι η κατάργηση του ανταγωνισμού.
Ούτε πρέπει οι γονείς να προστατεύουν διαρκώς τα παιδιά από κάθε ήττα.
Αντίθετα, ο αθλητισμός μπορεί να διδάξει ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της παιδικής ηλικίας:
ότι μπορείς να χάσεις σήμερα και να επιστρέψεις αύριο.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν μια ήττα αποκτά δυσανάλογη σημασία.
Όταν η κακή εμφάνιση ενός δεκάχρονου παιδιού αναλύεται σαν επαγγελματικός αγώνας.
Όταν η θέση στην ομάδα μετατρέπεται σε οικογενειακό δράμα.
Όταν ο γονιός ενδιαφέρεται περισσότερο για το σκορ από ό,τι το ίδιο το παιδί.
Περισσότερα από ένα αθλήματα
Η Bracho-Sanchez προτείνει επίσης να επιτρέπεται στα παιδιά να ασχολούνται με διαφορετικές δραστηριότητες.
Ένα παιδί μπορεί να παίξει ποδόσφαιρο το φθινόπωρο, να κολυμπήσει αργότερα και να δοκιμάσει μπάσκετ ή κάποιο άλλο άθλημα.
Δεν χρειάζεται απαραίτητα να αποφασίσει από την πρώτη δημοτικού ποιο θα είναι «το άθλημά του».
Η ποικιλία διατηρεί το ενδιαφέρον, δίνει διαφορετικές κινητικές εμπειρίες και κυρίως εμποδίζει την παιδική ηλικία να μετατραπεί πρόωρα σε επαγγελματικό πρόγραμμα προπόνησης.
Το παράδειγμα της Νορβηγίας
Η αρθρογράφος παραπέμπει και στο αθλητικό μοντέλο της Νορβηγίας, χώρας με εντυπωσιακές διεθνείς αθλητικές επιτυχίες.
Το ενδιαφέρον του νορβηγικού μοντέλου βρίσκεται στο ότι για τις μικρότερες ηλικίες δίνεται πολύ μεγαλύτερη έμφαση:
στη συμμετοχή, στη χαρά, στην πρόσβαση για όλους και στη μειωμένη πίεση για αποτελέσματα.
Η αθλητική επιτυχία δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι που πρέπει να κατασκευαστεί από την προσχολική ηλικία.
Τι μπορούν να κάνουν διαφορετικά οι γονείς
Το κεντρικό μήνυμα προς τους γονείς δεν είναι να σταματήσουν να ενδιαφέρονται για την εξέλιξη των παιδιών τους.
Είναι να αλλάξουν το κριτήριο με το οποίο μετρούν την επιτυχία.
Το σημαντικό ερώτημα μετά από έναν αγώνα δεν είναι απαραίτητα:
«Κέρδισες;»
ούτε:
«Πόσους πόντους έβαλες;»
Αλλά:
«Πέρασες καλά;»
«Τι σου άρεσε σήμερα;»
«Θέλεις να ξαναπάς;»
Για ένα μικρό παιδί, οι συγκεκριμένες ερωτήσεις μπορεί να λένε πολύ περισσότερα για την επιτυχία ενός αθλητικού προγράμματος από οποιονδήποτε πίνακα αποτελεσμάτων.
Το παιδί δεν είναι επένδυση
Ένα από τα βαθύτερα προβλήματα του σύγχρονου παιδικού αθλητισμού είναι ότι μερικές φορές αρχίζει να λειτουργεί σχεδόν σαν οικονομική επένδυση.
Η οικογένεια πληρώνει ακαδημίες, προπονητές, εξοπλισμό και ταξίδια.
Όσο αυξάνεται η επένδυση, τόσο δυσκολότερο γίνεται ψυχολογικά να αποδεχθεί ότι το παιδί μπορεί απλώς να θέλει να σταματήσει.
Κάπως έτσι, η επιλογή του παιδιού αρχίζει να συγκρούεται με τις θυσίες των ενηλίκων.
Όμως ο σκοπός του παιδικού αθλητισμού δεν είναι να «αποδώσει» την επένδυση.
Είναι να βοηθήσει το παιδί να αναπτυχθεί.
Η επιστροφή στη χαρά
Η οικογένεια της Bracho-Sanchez τελικά έκανε αυτό που στην αρχή φοβόταν. Μετά την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης σεζόν, άφησε τον γιο της να απομακρυνθεί από το μπάσκετ.
Το παιδί επέλεξε να κολυμπήσει και να παίξει ποδόσφαιρο.
Αργότερα αποφάσισε μόνο του να επιστρέψει στο μπάσκετ, αυτή τη φορά σε μια ομάδα με παιδιά πιο κοντά στην ηλικία του.
Το σημαντικότερο ήταν ότι ήθελε ο ίδιος να επιστρέψει. Και εκεί βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διαφορά.
Ο πραγματικός στόχος δεν είναι η υποτροφία
Ελάχιστα παιδιά θα γίνουν επαγγελματίες αθλητές. Πολύ περισσότερα, όμως, μπορούν να γίνουν ενήλικες που αγαπούν την άσκηση.
Μπορούν να μάθουν μέσα από τον αθλητισμό να συνεργάζονται, να διαχειρίζονται την απογοήτευση, να αντιμετωπίζουν το στρες και να αισθάνονται άνετα με το σώμα τους.
Αυτή είναι μια «επιτυχία» που δεν εμφανίζεται σε κανένα σκορ.
Και πιθανότατα είναι πολύ σημαντικότερη για τη ζωή τους.
Ο παιδικός αθλητισμός μπορεί πράγματι να αποτελέσει ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία για την ψυχική και σωματική υγεία των παιδιών.
Αρκεί οι ενήλικες να μην ξεχάσουν για ποιον δημιουργήθηκε. Για τα παιδιά – και για τη χαρά τους.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Παιδί και κινητό: 7 τρόποι να μειώσετε τον χρόνο οθόνης
Λυμπερίδης: Ισχυρές δικλείδες για τη μη θεραπευτική μάλαξη

