Η παχυσαρκία δεν αποτελεί απλώς ζήτημα θέλησης, εμφάνισης ή προσωρινής αύξησης του σωματικού βάρους. Πρόκειται για χρόνια και σύνθετη νόσο, η οποία επηρεάζεται από βιολογικούς, γενετικούς, ορμονικούς, ψυχολογικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Ακριβώς όπως συμβαίνει με την υπέρταση, τον σακχαρώδη διαβήτη και άλλες χρόνιες παθήσεις, η βελτίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν σημαίνει πάντοτε ότι η νόσος έχει εξαφανιστεί οριστικά.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει την παχυσαρκία ως χρόνια νόσο και επισημαίνει ότι απαιτεί ολοκληρωμένη, προσωποκεντρική και μακροχρόνια φροντίδα. Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει διατροφική υποστήριξη, σωματική δραστηριότητα, ψυχολογική παρέμβαση, φαρμακευτική θεραπεία και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, μεταβολική ή βαριατρική χειρουργική.
Τι συμβαίνει όταν διακόπτονται τα φάρμακα
Το σωματικό βάρος ρυθμίζεται από πολύπλοκους μηχανισμούς που επηρεάζουν την όρεξη, τον κορεσμό και την κατανάλωση ενέργειας.
Μετά από σημαντική απώλεια βάρους, ο οργανισμός μπορεί να αυξήσει το αίσθημα της πείνας και να περιορίσει την ενεργειακή δαπάνη, επιχειρώντας να επιστρέψει στο προηγούμενο βάρος. Για τον λόγο αυτό, η επανάκτηση κιλών δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτομάτως ως προσωπική αποτυχία ή έλλειψη πειθαρχίας.
Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό The BMJ έδειξε ότι η διακοπή των φαρμάκων για τη διαχείριση του βάρους συνοδεύεται συνήθως από προοδευτική επανάκτηση. Ειδικά μετά τη διακοπή νεότερων θεραπειών, όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, η μέση αύξηση υπολογίστηκε περίπου στα 0,4 κιλά τον μήνα. Με βάση τον παρατηρούμενο ρυθμό, το βάρος θα μπορούσε κατά μέσο όρο να επιστρέψει κοντά στα αρχικά επίπεδα μέσα σε περίπου ενάμισι έως δύο χρόνια.
Τα αποτελέσματα αφορούν μέσους όρους και όχι βεβαιότητα για κάθε άνθρωπο. Η πορεία διαφέρει ανάλογα με το φάρμακο, τη διάρκεια της αγωγής, τη συνολική απώλεια βάρους, τις συννοσηρότητες, τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα και τη συνεχιζόμενη υποστήριξη.
Τι έδειξε η SURMOUNT-MAINTAIN
Νεότερα δεδομένα από τη μελέτη Φάσης 3b SURMOUNT-MAINTAIN ενισχύουν τη θέση ότι η συνέχιση της θεραπείας μπορεί να είναι κρίσιμη για τη διατήρηση του αποτελέσματος.
Στη μελέτη συμμετείχαν 441 ενήλικες με παχυσαρκία ή υπερβάλλον βάρος και τουλάχιστον μία σχετιζόμενη επιπλοκή, χωρίς σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Όλοι έλαβαν αρχικά τιρζεπατίδη για 60 εβδομάδες, στη μέγιστη δόση που μπορούσαν να ανεχθούν. Στη συνέχεια κατανεμήθηκαν σε τρεις ομάδες: συνέχιση της πλήρους ανεκτής δόσης, μείωση στα 5 mg ή αντικατάσταση με εικονικό φάρμακο.
Μετά τη συνολική περίοδο των 112 εβδομάδων, όσοι συνέχισαν τη μέγιστη ανεκτή δόση διατήρησαν ουσιαστικά το βάρος που είχαν χάσει. Η μέση συνολική απώλεια από την αρχική τιμή παρέμεινε στο 22,4%.
Όσοι μείωσαν τη δόση στα 5 mg επανέκτησαν κατά μέσο όρο 5,6 κιλά σε σύγκριση με το χαμηλότερο βάρος που είχαν πετύχει, αλλά εξακολουθούσαν να διατηρούν συνολική μέση απώλεια 17% από την έναρξη της μελέτης. Και οι δύο δόσεις υπερείχαν του εικονικού φαρμάκου ως προς τη διατήρηση της απώλειας βάρους.
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι κάθε ασθενής πρέπει να παραμένει στην υψηλότερη δόση. Δείχνουν, όμως, ότι η αυθαίρετη διακοπή μπορεί να επιτρέψει στους βιολογικούς μηχανισμούς της νόσου να επανενεργοποιηθούν.
Δεν έχει σημασία μόνο ο αριθμός στη ζυγαριά
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην αισθητική αλλαγή ή στη μείωση του δείκτη μάζας σώματος.
Η ουσιαστική επιτυχία αξιολογείται και από τη βελτίωση της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου, των λιπιδίων, της κινητικότητας, της ποιότητας του ύπνου και της καθημερινής λειτουργικότητας.
Η παχυσαρκία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων και ορισμένων μορφών καρκίνου. Μπορεί επίσης να επιβαρύνει τη λιπώδη νόσο του ήπατος, την αποφρακτική υπνική άπνοια, την οστεοαρθρίτιδα και διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος.
Τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 και οι διπλοί αγωνιστές GIP/GLP-1 μπορούν, σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς, να συμβάλουν τόσο στην απώλεια βάρους όσο και στη βελτίωση μεταβολικών παραμέτρων. Ο ΠΟΥ τα εντάσσει στις πιθανές επιλογές μακροχρόνιας θεραπείας, αλλά υπογραμμίζει ότι πρέπει να συνδυάζονται με διατροφική υποστήριξη, σωματική δραστηριότητα και παρακολούθηση από επαγγελματίες υγείας.
Σημαίνει αυτό θεραπεία εφ’ όρου ζωής;
Η παχυσαρκία χρειάζεται συνήθως διαρκή φροντίδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι ασθενείς θα λαμβάνουν το ίδιο φάρμακο και την ίδια δόση σε όλη τους τη ζωή.
Η θεραπεία πρέπει να επανεκτιμάται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο γιατρός εξετάζει:
- το όφελος που έχει επιτευχθεί,
- τις ανεπιθύμητες ενέργειες,
- τις συννοσηρότητες,
- τις μεταβολές στο βάρος και στη σύσταση του σώματος,
- το κόστος και την πρόσβαση,
- τις επιθυμίες και τις προτεραιότητες του ασθενούς.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επιλεγεί χαμηλότερη δόση συντήρησης. Σε άλλες μπορεί να χρειαστεί αλλαγή φαρμάκου, ενίσχυση της συμπεριφορικής παρέμβασης ή διαφορετική θεραπευτική στρατηγική.
Η μακροχρόνια φροντίδα μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και όταν αλλάζει ή διακόπτεται η φαρμακευτική αγωγή.
Πότε μπορεί να χρειαστεί διακοπή
Η διακοπή ή η προσωρινή αναστολή μπορεί να εξεταστεί όταν εμφανιστεί σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια, όταν υπάρχει αντένδειξη, εγκυμοσύνη, αδυναμία ανοχής, υπερβολική απώλεια βάρους ή άλλη σημαντική μεταβολή της υγείας.
Η απόφαση δεν πρέπει να λαμβάνεται χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Ορισμένα φάρμακα συνδέονται με γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες και σπανιότερα με σοβαρότερες επιπλοκές, όπως παγκρεατίτιδα. Η αξιολόγηση συμπτωμάτων και κινδύνων πρέπει να γίνεται από τον θεράποντα ιατρό.
Ο ΠΟΥ τονίζει ότι οι θεραπείες GLP-1 δεν είναι κατάλληλες για όλους και πρέπει να χορηγούνται μόνο μετά την εξέταση του ατομικού ιστορικού και των κλινικών ενδείξεων.
Τι ισχύει για το ελληνικό πρόγραμμα
Στην Ελλάδα, η δράση για την παχυσαρκία ενηλίκων εντάχθηκε στο Εθνικό Πρόγραμμα Πρόληψης «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» και αφορούσε πολίτες με ιδιαίτερα υψηλό δείκτη μάζας σώματος ή σοβαρές σχετιζόμενες συννοσηρότητες. Το πρόγραμμα περιλάμβανε φαρμακευτική θεραπεία, εξετάσεις και εξατομικευμένη παρακολούθηση.
Ο κύκλος που χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουνίου 2026. Το υπουργείο Υγείας έχει ανακοινώσει ότι το «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» περνά σε νέα φάση από την 1η Σεπτεμβρίου 2026, με την έκδοση νέων παραπεμπτικών και προοπτική συνέχισης έως το τέλος του 2030.
Οι ακριβείς όροι πρόσβασης, τα κριτήρια και η κάλυψη των φαρμάκων στη νέα φάση πρέπει να αποσαφηνίζονται μέσα από τις επίσημες οδηγίες του υπουργείου Υγείας και όχι από ανεπίσημες πληροφορίες.
Η διακοπή δεν πρέπει να γίνεται χωρίς σχέδιο
Όταν μια θεραπεία πρέπει να διακοπεί για ιατρικούς, οικονομικούς ή πρακτικούς λόγους, χρειάζεται οργανωμένο σχέδιο παρακολούθησης.
Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τακτικό έλεγχο του βάρους και των μεταβολικών δεικτών, διατροφική παρακολούθηση, πρόγραμμα σωματικής δραστηριότητας, ψυχολογική υποστήριξη και έγκαιρη επανεκτίμηση εάν εμφανιστεί σημαντική επανάκτηση.
Η επιλογή χαμηλότερης δόσης δεν πρέπει να γίνεται αυθαίρετα. Παρότι η SURMOUNT-MAINTAIN έδειξε ότι τα 5 mg διατήρησαν μεγάλο μέρος της αρχικής απώλειας, η κατάλληλη δόση εξαρτάται από το φάρμακο, την ένδειξη, την ανταπόκριση και το ιστορικό κάθε ασθενούς.
Χρόνια φροντίδα αντί για προσωρινή δίαιτα
Τα νεότερα δεδομένα ενισχύουν μια βασική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η παχυσαρκία.
Η θεραπεία δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως σύντομη προσπάθεια απώλειας κιλών, η οποία ολοκληρώνεται όταν επιτευχθεί ένας αριθμός στη ζυγαριά. Πρόκειται για μακροχρόνια διαχείριση μιας νόσου που μπορεί να υποτροπιάσει.
Αυτό δεν ακυρώνει την αξία της θεραπείας. Αντίθετα, η επιστροφή του βάρους μετά τη διακοπή δείχνει ότι όσο η παρέμβαση λειτουργούσε, κρατούσε υπό έλεγχο ενεργούς βιολογικούς μηχανισμούς.
Ο στόχος είναι να βρεθεί για κάθε ασθενή η ασφαλέστερη και περισσότερο βιώσιμη στρατηγική, με διατήρηση των οφελών και περιορισμό των κινδύνων, του κόστους και της θεραπευτικής επιβάρυνσης.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Σε ποια χώρα σαρώνει η παχυσαρκία: Στο 41% των ενηλίκων και στο 20% των νέων
Παχυσαρκία: Χιλιάδες ασθενείς σε αβεβαιότητα μετά το «φρένο» στα δωρεάν φάρμακα

