Ροή ΕιδήσεωνΟ κυνισμός δεν σε σώζει από την εξαπάτηση – τι δείχνουν οι...

Ο κυνισμός δεν σε σώζει από την εξαπάτηση – τι δείχνουν οι έρευνες

- Advertisement -

Ο κυνισμός συχνά μοιάζει με ένδειξη ρεαλισμού και άμυνας απέναντι στην εξαπάτηση. Ωστόσο, η σύγχρονη ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι η γενικευμένη καχυποψία δεν μας κάνει καλύτερους στο να εντοπίζουμε ψέματα, ενώ ταυτόχρονα φθείρει τις σχέσεις μας και περιορίζει τη δυνατότητα ουσιαστικής σύνδεσης με τους άλλους.

Ο κυνισμός συχνά μοιάζει με ένδειξη ρεαλισμού και άμυνας απέναντι στην εξαπάτηση. Ωστόσο, η σύγχρονη ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι η γενικευμένη καχυποψία δεν μας κάνει καλύτερους
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Ο κυνισμός συχνά παρουσιάζεται σαν ένδειξη ωριμότητας, εμπειρίας και αυτοπροστασίας. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι όσο πιο δύσπιστοι είναι απέναντι στους άλλους, τόσο λιγότερο κινδυνεύουν να εξαπατηθούν, να πληγωθούν ή να απογοητευτούν. Η λογική μοιάζει απλή: αν περιμένεις το χειρότερο, δεν θα πέσεις από τα σύννεφα όταν αυτό συμβεί. Ωστόσο, η ψυχολογική έρευνα των τελευταίων ετών δείχνει μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Η γενικευμένη καχυποψία όχι μόνο δεν φαίνεται να κάνει τους ανθρώπους καλύτερους στο να εντοπίζουν ψέματα και απάτες, αλλά συχνά υπονομεύει και την ποιότητα των σχέσεών τους, τη συνεργασία τους με τους άλλους και τελικά την ίδια τους την καθημερινή ευημερία.

Το πιο ενδιαφέρον ίσως δεν είναι ότι ο κυνισμός δεν σε «σώζει». Είναι ότι μπορεί να λειτουργεί σαν παγίδα. Μπορεί δηλαδή να σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο με τρόπο που τελικά ενισχύει ακριβώς εκείνη την ψυχρότητα και την απόσταση που φοβάσαι.

Η πρώτη αντίδραση λέει περισσότερα απ’ όσο νομίζεις

Ας φανταστούμε ένα απλό, καθημερινό σενάριο. Έχεις κανονίσει να συναντήσεις έναν άνθρωπο που μόλις γνώρισες και με τον οποίο πιστεύεις ότι ίσως μπορούσε να αναπτυχθεί μια φιλία. Περιμένεις, περνά η ώρα, εκείνος δεν εμφανίζεται, εσύ θυμώνεις και τελικά φεύγεις. Λίγη ώρα μετά έρχεται ένα μήνυμα: ζητά συγγνώμη και εξηγεί ότι συνέβη ένα έκτακτο οικογενειακό περιστατικό.

Τι κάνεις; Του δίνεις το περιθώριο της αμφιβολίας ή καταλήγεις αμέσως στο συμπέρασμα ότι λέει ψέματα; Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν αποκαλύπτει απλώς το πώς βλέπεις το συγκεκριμένο άτομο. Αποκαλύπτει βαθύτερα τη στάση σου απέναντι στην ανθρώπινη φύση συνολικά.

Οι επιστήμονες που μελετούν την εμπιστοσύνη διαπιστώνουν ότι οι άνθρωποι κουβαλούν μια ευρύτερη κοσμοθεωρία για τους άλλους: κάποιοι πιστεύουν ότι οι περισσότεροι είναι κατά βάση έντιμοι, αξιόπιστοι και καλοπροαίρετοι, ενώ άλλοι ξεκινούν από την αντίθετη υπόθεση. Αυτή η στάση δεν μένει στη θεωρία. Διαμορφώνει το πώς ερμηνεύουμε τις πράξεις των άλλων, πώς σχετιζόμαστε και πώς αντιδρούμε σε αμφίβολες καταστάσεις.

Οι δύσπιστοι δεν είναι καλύτεροι στο να εντοπίζουν τα ψέματα

Το πιο ανατρεπτικό εύρημα είναι ότι οι κυνικοί άνθρωποι δεν αποδεικνύονται καλύτεροι στην ανίχνευση της εξαπάτησης. Θα περίμενε κανείς πως όποιος υποψιάζεται πιο εύκολα τους άλλους θα είναι και πιο δύσκολο να ξεγελαστεί. Όμως οι μελέτες δείχνουν ότι τα πράγματα δεν λειτουργούν έτσι.

Σε πειράματα όπου οι συμμετέχοντες παρακολουθούσαν βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις και έπρεπε να αποφασίσουν ποιος έλεγε αλήθεια και ποιος ψέματα, οι πιο επιφυλακτικοί δεν τα πήγαν καλύτερα από εκείνους που είχαν γενικά μεγαλύτερη πίστη στους ανθρώπους. Οι υποψιασμένοι δεν ήταν λιγότερο εύπιστοι στην πράξη. Απλώς κουβαλούσαν μια πιο σκοτεινή προσδοκία για τους άλλους.

Αυτό έχει σημασία, γιατί γκρεμίζει έναν πολύ ισχυρό μύθο: ότι η δυσπιστία αποτελεί μορφή κοινωνικής εξυπνάδας. Στην πραγματικότητα, η αναγνώριση του ψεύδους παραμένει δύσκολη σχεδόν για όλους. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το αν είναι αισιόδοξοι ή κυνικοί, έχουν αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν «προκατάληψη υπέρ της αλήθειας». Έχουν δηλαδή την τάση να θεωρούν, έστω αρχικά, ότι ένας ισχυρισμός είναι αληθινός.

Η εξήγηση είναι απλή αλλά άβολη: τα σημάδια του ψεύδους είναι ασταθή, αδύναμα και εξαιρετικά ασυνεπή. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «σήμα» που να προδίδει τον ψεύτη. Ο ένας μπορεί να αποφεύγει το βλέμμα όταν λέει αλήθεια, ο άλλος να κοιτά σταθερά στα μάτια όταν ψεύδεται. Η γλώσσα του σώματος δεν είναι το καθαρό εργαλείο που πολλοί φαντάζονται. Γι’ αυτό και ακόμη και όσοι είναι εκπαιδευμένοι, όπως αστυνομικοί ή επαγγελματίες ανακριτές, δεν έχουν μαγικές ικανότητες στο να ξεχωρίζουν πάντα το ψέμα.

Η απάτη δεν αποφεύγεται με κυνισμό αλλά με παρατήρηση των ενδείξεων

Άλλο το ψέμα σε μια διαπροσωπική σχέση και άλλο η απάτη. Εδώ η έρευνα δείχνει κάτι ακόμη πιο χρήσιμο: αυτό που προστατεύει τους ανθρώπους δεν είναι το να υποθέτουν ότι όλοι είναι αναξιόπιστοι, αλλά το να μπορούν να αναγνωρίσουν συγκεκριμένα προειδοποιητικά σημάδια.

Στις απάτες, το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος είναι πολύ καλός και εμπιστευτικός. Το πρόβλημα είναι όταν δεν αξιολογεί σωστά τις πληροφορίες που έχει μπροστά του. Ένα ύποπτο email, μια υπόσχεση που φαίνεται υπερβολικά καλή για να είναι αληθινή, μια βιασύνη για απόφαση, μια διεύθυνση που κρύβει την πραγματική ταυτότητα του αποστολέα, όλα αυτά είναι συγκεκριμένα στοιχεία που μπορούν να λειτουργήσουν ως προειδοποίηση.

Η ευπιστία, λοιπόν, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την εμπιστοσύνη. Μπορεί κάποιος να είναι γενικά ανοιχτός απέναντι στους ανθρώπους, αλλά ταυτόχρονα να διαθέτει υψηλή ικανότητα να εντοπίζει πότε κάτι δεν κολλάει. Αυτό το εύρημα είναι ουσιαστικό, γιατί δείχνει ότι δεν χρειάζεται να γίνεις πικρόχολος για να προστατευτείς. Χρειάζεται να γίνεις πιο παρατηρητικός, όχι πιο εχθρικός.

Η θετική εικόνα για τους ανθρώπους μπορεί να σε κάνει πιο οξυδερκή, όχι πιο αφελή

Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι μελέτες γύρω από το συναίσθημα της «ηθικής ανάτασης» – εκείνης της θερμής, ανεβαστικής συναισθηματικής κατάστασης που νιώθουμε όταν βλέπουμε πράξεις μεγάλης καλοσύνης, γενναιοδωρίας ή αυτοθυσίας.

Θα περίμενε κανείς ότι όταν κάποιος νιώθει έτσι, γίνεται και πιο εύπιστος. Ότι χαλαρώνει τις άμυνές του και άρα μπορεί να εξαπατηθεί πιο εύκολα. Όμως τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο. Άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτή την ψυχική κατάσταση φαίνεται να εντοπίζουν πιο αποτελεσματικά ύποπτες ή παραπλανητικές πληροφορίες.

Ο λόγος, όπως προτείνουν οι ερευνητές, ίσως είναι ότι η επαφή με αληθινά ενάρετες πράξεις κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται πιο προσεκτικά τα κίνητρα των άλλων. Δεν τους κάνει αφελείς· τους κάνει πιο συνειδητούς. Τους βοηθά να διακρίνουν καλύτερα πότε μια συμπεριφορά είναι αυθεντική και πότε είναι χειριστική.

Αυτό σημαίνει ότι η αισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση δεν είναι αντίθετη με τη διάκριση. Μπορείς να βλέπεις το καλό στους ανθρώπους και ταυτόχρονα να παραμένεις σε εγρήγορση. Μπορείς να πιστεύεις ότι ο κόσμος δεν είναι εξ ορισμού εχθρικός, χωρίς να χάνεις την ικανότητα να διαβάζεις σωστά μια προβληματική κατάσταση.

Ο κυνισμός λειτουργεί συχνά σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο βαθύ ψυχολογικό κόστος της κυνικής στάσης. Αν μπαίνεις σε κάθε σχέση περιμένοντας ότι ο άλλος θα σε απογοητεύσει, είναι πολύ πιθανό να φερθείς πιο σκληρά, πιο αμυντικά ή πιο αποστασιοποιημένα. Ο άλλος το εισπράττει, κλείνεται, ανταποκρίνεται με επιφύλαξη και τελικά η σχέση μένει ρηχή, ψυχρή ή προβληματική. Στο τέλος, εσύ λες: «Το ήξερα, δεν μπορείς να εμπιστευτείς κανέναν».

Με αυτό τον τρόπο, η δυσπιστία δεν λειτουργεί μόνο ως φακός μέσα από τον οποίο βλέπεις τον κόσμο. Λειτουργεί και ως δύναμη που τον διαμορφώνει. Δηλαδή συμβάλλει στο να συμβούν εκείνα ακριβώς που φοβόσουν.

Η αντίθετη διαδικασία φαίνεται επίσης να ισχύει. Όταν δείχνεις εμπιστοσύνη, πολλές φορές καλείς τον άλλον να σταθεί στο ύψος αυτής της εμπιστοσύνης. Η καλή προαίρεση μπορεί να πυροδοτήσει περισσότερη ειλικρίνεια, συνεργασία και ανοιχτότητα. Όχι πάντα, προφανώς. Αλλά πολύ πιο συχνά απ’ όσο πιστεύει ο κυνικός νους.

Η εμπιστοσύνη ευνοεί τη συνεργασία και τη βαθύτερη σύνδεση

Σε ψυχολογικά πειράματα συνεργασίας, οι άνθρωποι που ενεργοποιούν ένα πιο θετικό, εμπιστευτικό νοητικό πλαίσιο τείνουν να είναι πιο γενναιόδωροι και πιο διατεθειμένοι να συνεργαστούν. Και αυτή η στάση συχνά ανταμείβεται από την άλλη πλευρά.

Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στις καθημερινές σχέσεις. Όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν κρίνονται εκ προοιμίου ως ύποπτοι ή αναξιόπιστοι, είναι πιο πιθανό να μπουν σε ουσιαστική συζήτηση και να αποκαλυφθούν περισσότερο. Αυτή η αυτοαποκάλυψη αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους προγνωστικούς δείκτες για την ανάπτυξη πραγματικών, διαρκών κοινωνικών δεσμών.

Με άλλα λόγια, ο κυνισμός δεν είναι μόνο ψυχικά κουραστικός. Είναι και κοινωνικά ακριβός. Σου στερεί πιθανές φιλίες, συνεργασίες και στιγμές εμπιστοσύνης που θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύτιμες.

Πώς να προστατεύεσαι χωρίς να χάνεις την πίστη στους ανθρώπους

Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι να γίνουμε αφελείς. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις κάθε ιστορία, να ανοίγεις κάθε ύποπτο μήνυμα ή να ερμηνεύεις κάθε συμπεριφορά ως καλοπροαίρετη. Η ώριμη στάση δεν είναι η τυφλή εμπιστοσύνη, αλλά η ισορροπημένη εμπιστοσύνη.

Αυτό σημαίνει, πρώτον, να μάθεις να διαβάζεις τα πραγματικά σημάδια κινδύνου. Να ξεχωρίζεις την αοριστία, την υπερβολική πίεση, τις ασυνέπειες, τις υποσχέσεις που μοιάζουν υπερβολικά καλές, τη συναισθηματική χειραγώγηση.

Σημαίνει, δεύτερον, να ζητάς έναν «έλεγχο πραγματικότητας» από ανθρώπους που εμπιστεύεσαι όταν έχεις αμφιβολία, ειδικά σε σημαντικές αποφάσεις. Η εξωτερική ματιά μπορεί να σε γλιτώσει από παγίδες χωρίς να χρειαστεί να βλέπεις τους πάντες ως εν δυνάμει απατεώνες.

Σημαίνει, τρίτον, να αναγνωρίζεις πότε ο δικός σου κυνισμός γεννιέται περισσότερο από παλιές πληγές παρά από το παρόν. Πολλοί άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως δύσπιστοι. Έγιναν έτσι επειδή κάποτε πληγώθηκαν, προδόθηκαν ή γελοιοποιήθηκαν. Σε αυτή την περίπτωση, η καχυποψία δεν είναι σοφία. Είναι άμυνα. Και κάθε άμυνα που γίνεται μόνιμος τρόπος ζωής αρχίζει στο τέλος να στενεύει τη ζωή αντί να την προστατεύει.

Από την καχυποψία στην ανθεκτικότητα

Η πιο ενδιαφέρουσα πρόταση της έρευνας είναι ίσως αυτή: ο στόχος δεν είναι να αντικαταστήσεις τον κυνισμό με αφέλεια, αλλά με ανθεκτικότητα. Δηλαδή με μια στάση που σου επιτρέπει να παραμένεις ανοιχτός, χωρίς να διαλύεσαι κάθε φορά που κάποιος σε απογοητεύει.

Αν, για παράδειγμα, κάποιος ακυρώσει τελευταία στιγμή μια συνάντηση, ίσως η πιο ώριμη αντίδραση να μην είναι ούτε η αφελής αποδοχή ούτε η αυτόματη καταδίκη. Ίσως είναι η αναστολή της κρίσης. Το να επιτρέψεις στον εαυτό σου λίγο χρόνο πριν αποφασίσει αν έχει απέναντί του μια πραγματική δυσκολία ή μια δικαιολογία.

Αυτός ο μικρός χώρος ανάμεσα στο ερέθισμα και στην ερμηνεία είναι πιθανότατα το σημείο όπου χτίζεται η υγιής εμπιστοσύνη. Όχι με βεβαιότητες, αλλά με προσεκτική ανοιχτότητα.

Ο κυνισμός μοιάζει με πανοπλία

Ο κυνισμός συχνά μοιάζει με πανοπλία, όμως η επιστήμη δείχνει ότι δεν είναι τόσο προστατευτικός όσο φανταζόμαστε. Δεν μας κάνει καλύτερους στο να εντοπίζουμε ψέματα, δεν μειώνει ουσιαστικά τον κίνδυνο να εξαπατηθούμε και συχνά καταστρέφει τις ίδιες τις σχέσεις που θα μπορούσαν να μας στηρίξουν.

Η πραγματική προστασία φαίνεται να βρίσκεται αλλού: στην ικανότητα να αναγνωρίζουμε συγκεκριμένες ενδείξεις εξαπάτησης, να ζητάμε δεύτερη γνώμη όταν χρειάζεται, να ρυθμίζουμε τις άμυνές μας χωρίς να παραδινόμαστε στη μόνιμη δυσπιστία και να παραμένουμε αρκετά ανοιχτοί ώστε να δίνουμε χώρο στην καλή πίστη των άλλων να εμφανιστεί.

Γιατί τελικά, το να πιστεύεις ότι όλοι θα σε προδώσουν δεν σε κάνει σοφότερο. Σε κάνει απλώς πιο μόνο.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Ο κυνισμός δεν σε σώζει από την εξαπάτηση – τι δείχνουν οι έρευνες

Χιούμορ: Τελικά είναι το καλύτερο “φάρμακο” λένε οι επιστήμονες

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ