Ροή ΕιδήσεωνΝιώθετε νεότεροι από την ηλικία σας; Τι δείχνουν οι μελέτες

Νιώθετε νεότεροι από την ηλικία σας; Τι δείχνουν οι μελέτες

- Advertisement -

Η «υποκειμενική ηλικία» δεν αποτελεί αυταπάτη ούτε άρνηση του χρόνου – Οι έρευνες τη συνδέουν με καλύτερη ψυχική διάθεση, γνωστική λειτουργία και υγεία, χωρίς όμως να αποδεικνύουν ότι αρκεί από μόνη της για να επιβραδύνει τη γήρανση

Η «υποκειμενική ηλικία» δεν αποτελεί αυταπάτη ούτε άρνηση του χρόνου – Οι έρευνες τη συνδέουν με καλύτερη ψυχική διάθεση, γνωστική λειτουργία και υγεία
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Το ημερολόγιο μπορεί να γράφει 55, 65 ή 75 ετών, αλλά η εσωτερική αίσθηση να παραμένει αρκετά χρόνια νεότερη. Η ψυχολογία ονομάζει το φαινόμενο «υποκειμενική ηλικία» και το μελετά ως έναν σημαντικό δείκτη του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το σώμα, τις δυνατότητες, την κοινωνική θέση και τη συνολική πορεία της ζωής τους.

Το να αισθάνεται κάποιος νεότερος από την ηλικία που αναγράφει η ταυτότητά του δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αρνείται την πραγματικότητα ή ότι προσπαθεί να επιστρέψει τεχνητά στη νεότητά του.

Αντίθετα, πρόκειται για μία εξαιρετικά συνηθισμένη εμπειρία, ιδιαίτερα μετά τη μέση ηλικία. Μεγάλες μελέτες δείχνουν ότι όσο οι άνθρωποι μεγαλώνουν τόσο συχνότερα δημιουργείται απόσταση ανάμεσα στη χρονολογική και στην ηλικία που αισθάνονται εσωτερικά.

Η απόσταση αυτή δεν είναι αμελητέα. Μετα-ανάλυση που εξέτασε την υποκειμενική ηλικία από την παιδική ηλικία έως τα βαθιά γηρατειά διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι άνω των 60 ετών αισθάνονται κατά μέσο όρο περίπου 10 έως 21 χρόνια νεότεροι ή 13% έως 18% νεότεροι από τη χρονολογική ηλικία τους.

Τι είναι η υποκειμενική ηλικία

Η χρονολογική ηλικία μετρά τα χρόνια που έχουν περάσει από τη γέννηση. Η υποκειμενική ηλικία, αντίθετα, αποτυπώνει την απάντηση σε ένα πολύ πιο προσωπικό ερώτημα: «Πόσων ετών αισθάνομαι;».

Οι ερευνητές μπορούν να τη μετρήσουν με μία απλή ερώτηση ή με πιο σύνθετες κλίμακες, οι οποίες εξετάζουν πόσο νέος ή ηλικιωμένος αισθάνεται κάποιος σωματικά, νοητικά, κοινωνικά και συναισθηματικά.

Ένας άνθρωπος 65 ετών μπορεί, για παράδειγμα, να αισθάνεται 52 ετών ως προς την ενεργητικότητα και τις κοινωνικές του επιθυμίες, αλλά μεγαλύτερος όταν αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα υγείας ή περιορισμό στην κινητικότητα.

Η υποκειμενική ηλικία δεν λειτουργεί επομένως ως δεύτερη ημερομηνία γέννησης. Αποτελεί μία δυναμική αυτοαντίληψη, η οποία επηρεάζεται από την υγεία, την αυτονομία, τις σχέσεις, το άγχος, τις καθημερινές εμπειρίες και τις κοινωνικές προσδοκίες γύρω από τη γήρανση.

Οι άνθρωποι άνω των 40 αισθάνονται συχνά κατά 20% νεότεροι

Μία από τις κλασικές μελέτες για το θέμα εξέτασε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.470 ενηλίκων ηλικίας 20 έως 97 ετών στη Δανία.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ενήλικες άνω των 40 ετών αισθάνονταν κατά μέσο όρο περίπου 20% νεότεροι από τη χρονολογική ηλικία τους.

Ένας άνθρωπος 50 ετών μπορούσε, δηλαδή, να αισθάνεται περίπου 40, ενώ κάποιος 70 ετών μπορούσε να τοποθετεί την εσωτερική του ηλικία κοντά στα 56.

Η μελέτη κατέγραψε επίσης μία ενδιαφέρουσα ανατροπή κατά τη διάρκεια της ζωής. Οι άνθρωποι κάτω των 25 ετών είχαν την τάση να αισθάνονται μεγαλύτεροι από την πραγματική τους ηλικία, ενώ μετά από αυτό το σημείο άρχιζαν σταδιακά να αισθάνονται νεότεροι.

Στην παιδική και στην εφηβική ηλικία, η επιθυμία να αισθάνεται κάποιος μεγαλύτερος συνδέεται συχνά με την ανάγκη για αυτονομία, κοινωνική αναγνώριση και πρόσβαση στα δικαιώματα των ενηλίκων.

Κατά τη μέση και την τρίτη ηλικία, η κατεύθυνση αντιστρέφεται. Το άτομο μπορεί να συνεχίζει να αναγνωρίζει στον εαυτό του ενδιαφέροντα, επιθυμίες και δυνατότητες που δεν ταιριάζουν με τα στερεότυπα της κοινωνίας για την ηλικιακή του ομάδα.

Νεότερη εσωτερική ηλικία και ψυχική ευεξία

Η αίσθηση νεότερης ηλικίας συνδέεται σταθερά με θετικότερους δείκτες ψυχικής υγείας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αισθάνεται νέος είναι απαραίτητα υγιέστερος.

Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 24 ανεξάρτητων συνόλων δεδομένων βρήκε μία μικρή αλλά στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στη νεότερη υποκειμενική ηλικία και στην καλύτερη γνωστική επίδοση, στην υψηλότερη ευεξία και στα λιγότερα καταθλιπτικά συμπτώματα.

Η σχέση δεν ήταν τεράστια, αλλά εμφανιζόταν με συνέπεια σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ισχυρότερη συσχέτιση στις περισσότερο συλλογικές κοινωνίες σε σύγκριση με τις ατομικιστικές.

Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι όσοι αισθάνονται νεότεροι διατηρούν συχνότερα την αίσθηση ότι μπορούν να μάθουν, να σχεδιάσουν, να αλλάξουν και να αναλάβουν νέους ρόλους.

Δεν αντιμετωπίζουν κάθε δυσκολία ως αναπόφευκτη συνέπεια του χρόνου και δεν εγκαταλείπουν δραστηριότητες μόνο επειδή θεωρούν ότι «δεν είναι πλέον για την ηλικία τους».

Η εσωτερική αίσθηση νεότητας μπορεί έτσι να λειτουργήσει ως ψυχολογικός πόρος. Ενδέχεται να ενισχύει την αυτοπεποίθηση, την κοινωνική συμμετοχή και την προθυμία για σωματική δραστηριότητα.

Τι δείχνουν οι έρευνες για τη γνωστική λειτουργία

Οι μελέτες συνδέουν τη νεότερη υποκειμενική ηλικία με καλύτερες επιδόσεις στη μνήμη και στη συνολική γνωστική λειτουργία.

Η κατεύθυνση αυτής της σχέσης, ωστόσο, δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται νεότερος επειδή διατηρεί καλή μνήμη και πνευματική διαύγεια. Ταυτόχρονα, η πεποίθηση ότι παραμένει ικανός μπορεί να τον ωθεί να συνεχίζει να μαθαίνει, να εργάζεται, να κοινωνικοποιείται και να εξασκεί το μυαλό του.

Πρόκειται πιθανότατα για μία αμφίδρομη σχέση, στην οποία η υγεία επηρεάζει την αυτοαντίληψη και η αυτοαντίληψη μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά.

Η μετα-ανάλυση για τη γνωστική λειτουργία, την ευεξία και την κατάθλιψη κατέγραψε θετική αλλά σχετικά μικρή σχέση. Αυτό σημαίνει ότι η υποκειμενική ηλικία μπορεί να αποτελεί χρήσιμο δείκτη, όχι όμως μοναδική εξήγηση της γνωστικής πορείας ενός ανθρώπου.

Η εκπαίδευση, η σωματική δραστηριότητα, ο ύπνος, οι καρδιαγγειακοί παράγοντες κινδύνου, οι κοινωνικές σχέσεις και η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας εξακολουθούν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.

Συνδέεται πράγματι με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής;

Ορισμένες από τις πιο εντυπωσιακές έρευνες έχουν συνδέσει την υποκειμενική ηλικία με τον κίνδυνο θανάτου.

Μελέτη που ανέλυσε δεδομένα από τρία μεγάλα, εθνικά δείγματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, με περισσότερους από 17.000 συμμετέχοντες, διαπίστωσε ότι όσοι αισθάνονταν μεγαλύτεροι από τη χρονολογική ηλικία τους αντιμετώπιζαν αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.

Οι συγγραφείς χαρακτήρισαν την υποκειμενική ηλικία πιθανό βιοψυχοκοινωνικό δείκτη της γήρανσης, καθώς σχετιζόταν με τη σωματική αδράνεια, την επιβάρυνση από ασθένειες, την κατάθλιψη, τους λειτουργικούς περιορισμούς και τη γνωστική κατάσταση.

Μία μεγάλη επικαιροποιημένη μετα-ανάλυση εξέτασε 99 επιστημονικά άρθρα που περιλάμβαναν συνολικά 107 διαχρονικές μελέτες. Οι ερευνητές κατέληξαν ότι οι θετικότερες αντιλήψεις για τη γήρανση συνδέονται με καλύτερα αποτελέσματα υγείας και μακροζωίας σε βάθος χρόνου.

Τόνισαν, όμως, ότι το μέγεθος της επίδρασης ήταν μικρό, παρότι η σχέση εμφανίστηκε με συνέπεια σε μεγάλο αριθμό μελετών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το να δηλώνει κάποιος «αισθάνομαι 20 χρόνια νεότερος» παρατείνει αυτομάτως τη ζωή του.

Η υποκειμενική ηλικία μπορεί να αποτυπώνει ήδη υπάρχουσες διαφορές. Οι άνθρωποι που έχουν καλή υγεία, κινούνται χωρίς δυσκολία, εργάζονται, διατηρούν σχέσεις και συμμετέχουν σε δραστηριότητες έχουν περισσότερους λόγους να αισθάνονται νέοι.

Τι προηγείται: Η καλή υγεία ή η νεότερη αίσθηση ηλικίας;

Αυτό αποτελεί το δυσκολότερο ερώτημα για τους επιστήμονες.

Η καλή σωματική και ψυχική υγεία μπορεί να οδηγεί σε νεότερη υποκειμενική ηλικία. Παράλληλα, μία νεότερη αντίληψη του εαυτού μπορεί να ενθαρρύνει συμπεριφορές που προστατεύουν την υγεία.

Ένας άνθρωπος που δεν θεωρεί τον εαυτό του «πολύ μεγάλο» για άσκηση, ταξίδια, νέες φιλίες ή εκπαίδευση πιθανόν να παραμένει πιο δραστήριος. Αυτή η δραστηριότητα μπορεί με τη σειρά της να ενισχύει την υγεία και την αίσθηση νεότητας.

Διαχρονικές αναλύσεις έχουν βρει ότι η υποκειμενική ηλικία μπορεί να προβλέπει μεταγενέστερες διαστάσεις της σωματικής και ψυχικής υγείας. Άλλες μελέτες δείχνουν ότι η επιδείνωση της υγείας μετακινεί επίσης την υποκειμενική ηλικία προς τα πάνω.

Η επιστημονικά ασφαλέστερη διατύπωση είναι επομένως ότι οι δύο παράγοντες αλληλεπιδρούν. Η υποκειμενική ηλικία δεν αποτελεί μαγικό μηχανισμό, αλλά μέρος ενός ευρύτερου κύκλου ανάμεσα στις πεποιθήσεις, στις συμπεριφορές, στις κοινωνικές συνθήκες και στη σωματική κατάσταση.

Μεγάλη βρετανική μελέτη: Οι συμμετέχοντες ένιωθαν εννέα χρόνια νεότεροι

Νεότερη διαχρονική ανάλυση χρησιμοποίησε δεδομένα από την English Longitudinal Study of Ageing και παρακολούθησε 14.219 ανθρώπους σε τέσσερις χρονικές περιόδους μέσα σε μία δεκαετία.

Οι συμμετέχοντες αισθάνονταν κατά μέσο όρο περίπου εννέα χρόνια νεότεροι από τη χρονολογική ηλικία τους.

Οι ερευνητές υπολόγισαν επίσης ότι η υποκειμενική γήρανση προχωρούσε περίπου κατά ένα τρίτο πιο αργά από τη χρονολογική. Με απλά λόγια, η εσωτερική ηλικία δεν αυξανόταν χρόνο προς χρόνο με τον ίδιο ρυθμό που αυξανόταν η ηλικία στο ημερολόγιο.

Η ίδια μελέτη βρήκε σημαντική διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους με και χωρίς λειτουργικούς περιορισμούς. Όσοι αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην καθημερινή λειτουργικότητα αισθάνονταν λιγότερο νέοι.

Ωστόσο, η έναρξη ενός λειτουργικού περιορισμού εξηγούσε μόνο μέρος της αλλαγής. Αρκετοί άνθρωποι που αργότερα εμφάνισαν προβλήματα αισθάνονταν ήδη μεγαλύτεροι πριν από την εκδήλωσή τους.

Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι η υποκειμενική ηλικία μπορεί να λειτουργεί ως πρώιμος δείκτης ευαλωτότητας, χωρίς να αποτελεί διαγνωστικό τεστ.

Γιατί οι σημερινές γενιές αισθάνονται νεότερες

Οι άνθρωποι της ίδιας χρονολογικής ηλικίας δεν αισθάνονται απαραίτητα το ίδιο νέοι σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους.

Μελέτη που παρακολούθησε ενήλικες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας για έως και 24 χρόνια διαπίστωσε ότι οι μεταγενέστερες γενιές αισθάνονται νεότερες σε σχέση με προηγούμενες γενιές στην ίδια ηλικία.

Για κάθε δεκαετία μεταγενέστερης γέννησης, οι συμμετέχοντες ανέφεραν περίπου 2% νεότερη υποκειμενική ηλικία.

Οι ερευνητές εξετάζουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις: καλύτερη ιατρική περίθαλψη, υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, μεγαλύτερη πρόσβαση στην άσκηση και στην ενημέρωση, διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές και αλλαγή των κοινωνικών ρόλων μετά τη συνταξιοδότηση.

Η εικόνα ενός ανθρώπου 65 ή 70 ετών σήμερα διαφέρει σημαντικά από εκείνη που επικρατούσε πριν από μερικές δεκαετίες.

Περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν να εργάζονται, να ταξιδεύουν, να χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες, να φροντίζουν συγγενείς ή να αναλαμβάνουν νέες δραστηριότητες. Η κοινωνική έννοια του «ηλικιωμένου» μετακινείται μαζί με το προσδόκιμο και τις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων.

Ο ρόλος των στερεοτύπων για τη γήρανση

Η ηλικία δεν βιώνεται μόνο μέσα στο σώμα. Βιώνεται και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει κάθε ηλικιακή ομάδα.

Όταν η γήρανση παρουσιάζεται αποκλειστικά ως παρακμή, αδυναμία και απώλεια, οι άνθρωποι μπορεί να εσωτερικεύσουν αυτές τις προσδοκίες.

Ενδέχεται να εγκαταλείψουν δραστηριότητες, να υποτιμήσουν τις δυνατότητές τους ή να ερμηνεύσουν κάθε δυσκολία ως αναπόφευκτη συνέπεια της ηλικίας.

Από την άλλη πλευρά, το να αισθάνεται κάποιος νεότερος μπορεί να τον προστατεύει από ορισμένα περιοριστικά στερεότυπα και να διατηρεί την αίσθηση προσωπικού ελέγχου.

Η σχέση αυτή δεν πρέπει να μετατραπεί σε νέα μορφή ηλικιακής προκατάληψης. Η νεότητα δεν αποτελεί από μόνη της ανώτερη κατάσταση ούτε η αξία ενός ανθρώπου εξαρτάται από το πόσο μακριά αισθάνεται από τη χρονολογική του ηλικία.

Η υγιής γήρανση δεν απαιτεί να απορρίψει κάποιος την ηλικία του. Απαιτεί να μην επιτρέπει στους αριθμούς και στα στερεότυπα να καθορίζουν εκ των προτέρων όσα μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει.

Πότε η αίσθηση νεότητας γίνεται άρνηση

Το να αισθάνεται κάποιος νέος δεν αποτελεί πρόβλημα όσο παραμένει σε επαφή με την πραγματικότητα και αναγνωρίζει τις ανάγκες του σώματός του.

Η αίσθηση νεότητας δεν πρέπει να οδηγεί στην παράβλεψη συμπτωμάτων, στον αποκλεισμό προληπτικών εξετάσεων ή στην πεποίθηση ότι οι παράγοντες κινδύνου δεν τον αφορούν.

Ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται 45 ετών στα 65 του και ταυτόχρονα να χρειάζεται τους προληπτικούς ελέγχους, τη φαρμακευτική αγωγή ή τις προσαρμογές που αντιστοιχούν στη βιολογική και ιατρική του κατάσταση.

Η υποκειμενική ηλικία γίνεται δυσλειτουργική μόνο όταν μετατρέπεται σε άκαμπτη άρνηση: όταν το άτομο δεν αποδέχεται πραγματικές μεταβολές, αναλαμβάνει κινδύνους που δεν μπορεί να διαχειριστεί ή βιώνει έντονη αγωνία μπροστά σε κάθε σημάδι γήρανσης.

Το ζητούμενο δεν είναι να προσποιείται κάποιος ότι ο χρόνος δεν περνά. Είναι να αναγνωρίζει ότι η χρονολογική ηλικία δεν περιγράφει από μόνη της την προσωπικότητα, τις επιθυμίες, τις δεξιότητες και τις δυνατότητές του.

Δεν αισθάνονται όλοι νεότεροι – Και αυτό δεν αποτελεί αποτυχία

Μερικοί άνθρωποι αισθάνονται συνομήλικοι με τη χρονολογική ηλικία τους. Άλλοι αισθάνονται μεγαλύτεροι, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουν πόνο, χρόνια ασθένεια, κατάθλιψη, εξάντληση, πένθος ή έντονο στρες.

Η μεγαλύτερη υποκειμενική ηλικία δεν αποτελεί διάγνωση ούτε προσωπική αποτυχία. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως ένδειξη ότι το άτομο βιώνει αυξημένο βάρος και χρειάζεται υποστήριξη.

Όταν κάποιος δηλώνει ξαφνικά ότι αισθάνεται πολύ μεγαλύτερος, οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να εξετάσουν αν έχουν εμφανιστεί προβλήματα ύπνου, διάθεσης, κινητικότητας, κοινωνικής απομόνωσης ή σωματικής υγείας.

Η ερώτηση «πόσων ετών αισθάνεστε;» δεν αντικαθιστά την ιατρική ή ψυχολογική αξιολόγηση. Μπορεί όμως να ανοίξει μία ουσιαστική συζήτηση για το πώς βιώνει κάποιος τη ζωή και τις αλλαγές της.

Η ηλικία ως βιολογική και ψυχολογική εμπειρία

Η επιστημονική έρευνα δεν υποστηρίζει ότι η πραγματική ηλικία είναι απλώς ένας αριθμός χωρίς σημασία.

Η χρονολογική ηλικία συνδέεται με πραγματικές βιολογικές μεταβολές και επηρεάζει τον κίνδυνο πολλών ασθενειών. Δεν μπορεί να ακυρωθεί με θετική σκέψη.

Ταυτόχρονα, δύο άνθρωποι της ίδιας ηλικίας μπορεί να διαφέρουν εντυπωσιακά ως προς τη φυσική κατάσταση, τη γνωστική λειτουργία, την αυτονομία, τις κοινωνικές σχέσεις και τη διάθεση.

Η υποκειμενική ηλικία αποτυπώνει ένα μέρος αυτής της διαφοράς. Δείχνει πώς μεταφράζει ο άνθρωπος την εμπειρία του χρόνου και πόσο χώρο αφήνει στον εαυτό του για ανάπτυξη.

Όσοι αισθάνονται νεότεροι δεν είναι εκκεντρικοί ή φαντασιόπληκτοι. Εκφράζουν μία εμπειρία που εμφανίζεται σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού και συνδέεται με θετικότερους δείκτες υγείας και ευεξίας.

Η επιστήμη, ωστόσο, δεν προτείνει να κυνηγάμε διαρκώς τη νεότητα. Προτείνει κάτι πιο ουσιαστικό: να αντιμετωπίζουμε τη γήρανση χωρίς μοιρολατρία, χωρίς περιοριστικά στερεότυπα και χωρίς να ταυτίζουμε τα χρόνια με την παραίτηση.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Social media και ανήλικοι: Το σχέδιο της ΕΕ για πρόσβαση ανά ηλικία

Απώλεια λίπους στην τρίτη ηλικία: Γιατί δεν μετρά μόνο το βάρος

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ