Νέα πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι θυμόμαστε πιο εύκολα ποιος εξέφρασε μια άποψη παρά ποιος παρέθεσε ένα γεγονός.
-
Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή

Στον δημόσιο διάλογο επενδύουμε τεράστια συλλογική ενέργεια στον έλεγχο της ακρίβειας των γεγονότων. Διασταυρώνουμε δηλώσεις πολιτικών, παρακολουθούμε τα social media για παραπληροφόρηση και δίνουμε έμφαση στη λήψη αποφάσεων με βάση τα δεδομένα. Αυτή η προσέγγιση είναι κρίσιμη, καθώς η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα αποτελεί θεμέλιο μιας λειτουργικής κοινωνίας.
Ωστόσο, η υπερβολική εστίαση στην ακρίβεια των γεγονότων συχνά μας κάνει να παραβλέπουμε μια εξίσου θεμελιώδη διάκριση: τη διαφορά ανάμεσα σε γεγονός και άποψη.
Ένα γεγονός είναι σχετικά εύκολο να επαληθευτεί – είναι είτε σωστό είτε λανθασμένο. Αντίθετα, η αντικειμενικότητα ενός ισχυρισμού, δηλαδή αν πρόκειται για επαληθεύσιμη δήλωση ή για υποκειμενική πεποίθηση, είναι πολύ πιο σύνθετη. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται και αποθηκεύει τις απόψεις με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τα γεγονότα.
Το διακύβευμα της αντικειμενικότητας
Η αντικειμενικότητα δεν είναι μια απλή γλωσσική λεπτομέρεια. Βρίσκεται στον πυρήνα σημαντικών πολιτικών και νομικών αντιπαραθέσεων. Σε υποθέσεις δυσφήμισης στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, υπερασπιστικές γραμμές γνωστών δημόσιων προσώπων βασίστηκαν στο αν οι δηλώσεις τους μπορούσαν «λογικά να εκληφθούν ως γεγονότα» ή αν αποτελούσαν απλώς «προσωπικές απόψεις». Παράλληλα, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δυσκολεύονται να αποφασίσουν αν πρέπει να ελέγχουν αναρτήσεις που χαρακτηρίζονται ως γνώμες, κάτι που έχει περιπλέξει και τις προσπάθειες αντιμετώπισης της άρνησης της κλιματικής αλλαγής.
Η διάκριση αυτή καθορίζει τον τρόπο που διαφωνούμε. Όταν ένας ισχυρισμός είναι ξεκάθαρα άποψη, όπως «η τρέχουσα κυβέρνηση αποτυγχάνει να στηρίξει τη μεσαία τάξη», υπάρχει χώρος για διαφωνία χωρίς να θεωρείται κάποια πλευρά αντικειμενικά σωστή ή λάθος. Αντίθετα, μια δήλωση γεγονότος, όπως «το επίσημο ποσοστό φτώχειας στις ΗΠΑ ήταν 10,6% το 2024», απαιτεί πηγή και αφήνει ελάχιστα περιθώρια αντιπαράθεσης.
Οι πεποιθήσεις γύρω από το αν ένας ισχυρισμός είναι αντικειμενικός μπορούν, ωστόσο, να περιορίσουν τη διάθεση να ακούσουμε αντίθετες απόψεις. Το αποτέλεσμα είναι ενίσχυση των συγκρούσεων και βαθύτερη πολιτική πόλωση.
Ποιες πληροφορίες θεωρεί ο εγκέφαλος πιο “πολύτιμες”
Παρά τη σημασία του ζητήματος, η γνωστική επίδραση της αντικειμενικότητας ενός ισχυρισμού έχει μελετηθεί ελάχιστα. Σε μια σειρά 13 προεγγεγραμμένων πειραμάτων με τη συμμετοχή 7.510 ατόμων, σε συνεργασία με τον Stephen Spiller του UCLA Anderson και με δημοσίευση στο Journal of Consumer Research, εξετάστηκε πώς η αντικειμενικότητα επηρεάζει έναν κρίσιμο τύπο μνήμης: τη μνήμη της πηγής.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο ανθρώπινος νους δεν αντιμετωπίζει εξίσου γεγονότα και απόψεις. Όταν πρόκειται να θυμηθούμε ποιος είπε τι, τα αντικειμενικά γεγονότα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ένας γιατρός δηλώνει ότι «το εμβόλιο της ιλαράς απέτρεψε περίπου 56 εκατομμύρια θανάτους μεταξύ 2000 και 2021». Ένας άλλος γιατρός εκφράζει άποψη λέγοντας «πιστεύω ότι ο εμβολιασμός είναι ένας εύκολος τρόπος να αποτραπεί ο άσκοπος ανθρώπινος πόνος». Η έρευνα έδειξε ότι οι συμμετέχοντες θυμούνταν σημαντικά καλύτερα ποιος διατύπωσε την άποψη, όχι όμως ποιος ανέφερε το γεγονός.
Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι απόψεις είναι πιο «πιασάρικες». Οι συμμετέχοντες θυμούνταν εξίσου καλά ότι είχαν δει τόσο γεγονότα όσο και απόψεις. Εκεί που υστερούσαν ήταν στη σύνδεση των γεγονότων με τη σωστή πηγή.
Γιατί “κολλάμε” την άποψη με τον ομιλητή
Η μνήμη της πηγής βασίζεται στη συνειρμική μνήμη: στην ικανότητα του εγκεφάλου να συνδέει το περιεχόμενο με το πρόσωπο που το εξέφρασε. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ισχύς αυτής της σύνδεσης εξαρτάται από το τι μας αποκαλύπτει ο ισχυρισμός για τον ίδιο τον ομιλητή.
Ένα γεγονός μας λέει ότι ο ομιλητής κατέχει γνώση. Μια άποψη, όμως, αποκαλύπτει πολύ περισσότερα: αξίες, προτεραιότητες, κοσμοθεωρία. Έτσι, οι απόψεις δημιουργούν πλουσιότερα «νοητικά προφίλ» και ισχυρότερους δεσμούς μνήμης.
Μελέτες από την αναπτυξιακή ψυχολογία και τη νευροεπιστήμη ενισχύουν αυτή την εξήγηση, δείχνοντας ότι κατά την επεξεργασία απόψεων ενεργοποιούνται περισσότερο περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη θεωρία του νου – την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε τις σκέψεις και τα κίνητρα των άλλων.
Όταν οι ερευνητές αφαίρεσαν αυτό το στοιχείο προσωπικής πληροφορίας, παρουσιάζοντας απόψεις ως τυχαία αναπαραγόμενα σχόλια χωρίς ταυτότητα, το πλεονέκτημα μνήμης εξαφανίστηκε. Αντίστοιχα, γεγονότα που αποκάλυπταν κάτι προσωπικό για την πηγή, όπως «γεννήθηκα στη Βιρτζίνια», θυμούνταν εξίσου καλά με τις απόψεις.
Το παράδοξο της ορατότητας
Τα ευρήματα αυτά θέτουν ένα δύσκολο δίλημμα για ειδικούς και ηγέτες. Η συμβουλή «μείνετε στα γεγονότα» διασφαλίζει αξιοπιστία, αλλά ενδέχεται να καθιστά την πηγή… αόρατη στη μνήμη του κοινού. Σε μια εποχή παραπληροφόρησης, το να θυμόμαστε ποιος είπε τι είναι κρίσιμο.
Η έρευνα υποδεικνύει ότι οι απόψεις, όταν βασίζονται στα δεδομένα, μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Εκφράζοντας όχι μόνο τα στοιχεία αλλά και το πώς τα ερμηνεύουν, οι ειδικοί παρέχουν τα κοινωνικά «σήματα» που βοηθούν τον εγκέφαλο να συνδέσει πιο σταθερά την πληροφορία με την πηγή της. Τα γεγονότα παραμένουν απαραίτητα, όμως οι απόψεις φαίνεται πως παίζουν εξίσου καθοριστικό ρόλο – και σίγουρα δεν περνούν απαρατήρητες.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Σαρηγιάννης – Covid: Είμαστε ακάλυπτοι από άποψη φυσικής ανοσίας
Οι πρώτοι ιοί με DNA από την τεχνητή νοημοσύνη είναι πλέον γεγονός
