Η συνήθεια να πηγαίνει κανείς για ύπνο τα ξημερώματα δεν είναι απλώς θέμα διάθεσης ή lifestyle. Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι όσοι καθυστερούν συστηματικά την ώρα κατάκλισης εμφανίζουν δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση και αυξημένη ευαλωτότητα στην κατάθλιψη.

Η συνήθεια πολλών ανθρώπων να καθυστερούν συστηματικά την ώρα του ύπνου δεν είναι απλώς κακός προγραμματισμός ή έλλειψη πειθαρχίας. Όπως δείχνει επιστημονική μελέτη σε νέους ενήλικες, η καθυστερημένη κατάκλιση σχετίζεται στενά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας αλλά και με αυξημένο κίνδυνο για καταθλιπτικά συμπτώματα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι αναβάλλουν την ώρα του ύπνου, ιδίως στις νεαρές ηλικίες, εμφανίζουν διαφορετικό συναισθηματικό προφίλ σε σχέση με όσους κοιμούνται νωρίς και διατηρούν πιο σταθερό πρόγραμμα ύπνου. Το εύρημα αυτό ενισχύει τη θεωρία ότι η αναβολή του ύπνου είναι λιγότερο ζήτημα συνήθειας και περισσότερο ένδειξη βαθύτερων ψυχολογικών διεργασιών.
Πώς έγινε η μελέτη
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 390 νεαρών ενηλίκων, με μέσο όρο ηλικίας τα 24 έτη. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν αρχικά να απαντήσουν σε ειδικό ερωτηματολόγιο για να χαρακτηριστούν ως «πρωινοί» ή «βραδινοί» τύποι.
Στη συνέχεια, αξιολογήθηκαν με βάση πέντε βασικές διαστάσεις προσωπικότητας:
- Νευρωτισμός
- Εξωστρέφεια
- Ανοιχτότητα σε εμπειρίες
- Συμφωνικότητα (καλοπιστία, ειλικρίνεια, ενσυναίσθηση)
- Ευσυνειδησία (τάξη, υπευθυνότητα, αυτοπειθαρχία)
Παράλληλα, κάθε συμμετέχων κρατούσε για δύο εβδομάδες ημερολόγιο ύπνου, στο οποίο κατέγραφε την ώρα που πήγαινε για ύπνο και τις περιστάσεις που οδηγούσαν στην καθυστέρηση της κατάκλισης.
Τι διαπίστωσαν οι επιστήμονες
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα άτομα που ανέβαλλαν συστηματικά τον ύπνο τους δεν το έκαναν επειδή απολάμβαναν περισσότερο τις νυχτερινές δραστηριότητες. Αντίθετα, δήλωναν χαμηλότερη ικανότητα να αντλούν ευχαρίστηση από καταστάσεις και λιγότερη διάθεση για έντονες ή συναρπαστικές εμπειρίες.
Όπως εξηγεί ο επικεφαλής ερευνητής της μελέτης, Στίβεν Κάρλσον, υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Γιούτα, όσοι ανέβαλλαν τον ύπνο τους εμφάνιζαν σαφή τάση προς αρνητικά συναισθήματα και χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής ευεξίας.
Οι συμμετέχοντες ανέφεραν, σε μεγαλύτερο ποσοστό, αισθήματα στενοχώριας, ψυχικής κόπωσης και έλλειψης θετικών συναισθημάτων στην καθημερινότητα. Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν τη σύνδεση μεταξύ αναβολής ύπνου και καταθλιπτικής διάθεσης.
Δεν φταίει μόνο η «κακή οργάνωση»
Η έρευνα καταρρίπτει τη θεωρία ότι η καθυστέρηση στον ύπνο είναι απλώς αποτέλεσμα κακού προγραμματισμού. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η αναβολή του ύπνου συνδέεται άμεσα με δυσκολίες στη ρύθμιση των συναισθημάτων.
Με απλά λόγια, αρκετοί άνθρωποι αποφεύγουν συνειδητά την ώρα της κατάκλισης επειδή τη συνδέουν με αρνητικές σκέψεις, άγχος ή ψυχολογική πίεση. Ο ύπνος γίνεται, έτσι, ένα πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης και όχι ανάπαυσης.
Μπορεί να αντιμετωπιστεί;
Σύμφωνα με τον Κάρλσον, το πρόβλημα δεν είναι μόνιμο και μπορεί να αντιμετωπιστεί. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι παρεμβάσεις που στοχεύουν στη διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων πριν τον ύπνο, όπως χαλάρωση, ψυχοθεραπεία ή καθοδηγούμενη αποφόρτιση από το στρες, ενδέχεται να βελτιώσουν θεαματικά τη συμπεριφορά ύπνου.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η υγιής ρουτίνα ύπνου δεν είναι απλώς θέμα πειθαρχίας, αλλά ένδειξη συνολικής ψυχικής ισορροπίας.
Πόσες ώρες ύπνου είναι αρκετές;
Η American Academy of Sleep Medicine συστήνει τουλάχιστον επτά ώρες ύπνου κάθε βράδυ για τους ενήλικες. Όποιος καθυστερεί συστηματικά την ώρα κατάκλισης μειώνει δραστικά τις πιθανότητες να καλύψει τις βιολογικές του ανάγκες.
Η χρόνια έλλειψη ύπνου έχει συνδεθεί με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, μειωμένη μνήμη, κακή διάθεση και εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Ιώσεις: 6 τρόποι για να ενισχύσετε το ανοσοποιητικό σας σύστημα
Νέα στρατηγική για την ψυχική υγεία μετά την έκρηξη κατάθλιψης
Κρυφή κατάθλιψη στους άνδρες 40+: Η σιωπηλή πίεση

