Η διαδικτυακή βία κατά των γυναικών, από το cyberflashing και τα ανεπιθύμητα σεξουαλικά μηνύματα έως τα deepfakes και τη μη συναινετική κοινοποίηση εικόνων, οδηγεί πολλές γυναίκες σε αυτολογοκρισία, επαγγελματική υποχώρηση και απομάκρυνση από τη δημόσια ζωή.

Νέα διεθνής έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε περισσότερες από 600 γυναίκες ακτιβίστριες και δημοσιογράφους, δείχνει ότι η ψηφιακή κακοποίηση δεν περιορίζεται στον διαδικτυακό χώρο. Επηρεάζει την ψυχική υγεία, την επαγγελματική πορεία, την οικονομική ασφάλεια και τη δυνατότητα των γυναικών να συμμετέχουν ισότιμα στον δημόσιο διάλογο.
Cyberflashing, deepfakes και ανεπιθύμητα μηνύματα
Σύμφωνα με την έρευνα, περισσότερες από μία στις τέσσερις γυναίκες έχουν λάβει ανεπιθύμητες σεξουαλικές εικόνες ή μηνύματα, πρακτική γνωστή ως cyberflashing. Παράλληλα, μία στις τέσσερις ανέφερε ότι εμφάνισε άγχος ή κατάθλιψη μετά από περιστατικά διαδικτυακής βίας.
Η ανάπτυξη εφαρμογών γενετικής τεχνητής νοημοσύνης επιτείνει το πρόβλημα. Τα εργαλεία αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία μη συναινετικών γυμνών εικόνων ή βίντεο, καθώς και για την παραγωγή ψευδούς σεξουαλικού περιεχομένου που στοχοποιεί γυναίκες και κορίτσια. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η χρήση AI σε τέτοιες επιθέσεις αυξάνει την κλίμακα, την ταχύτητα και τη βλάβη της κακοποίησης.
Η σιωπή ως μηχανισμός αυτοπροστασίας
Η Lea Hellmueller, αναπληρώτρια καθηγήτρια Δημοσιογραφίας στο City St George’s, University of London, περιγράφει το φαινόμενο ως έναν μηχανισμό αποκλεισμού των γυναικών από τον δημόσιο χώρο. Όπως σημειώνει, η διαδικτυακή βία δημιουργεί ένα «πάγωμα» στη συμμετοχή των γυναικών, καθώς τις ωθεί να αποσύρονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να αποφεύγουν δημόσιες τοποθετήσεις σε αμφιλεγόμενα θέματα, να μετακινούνται σε λιγότερο ορατούς ρόλους ή ακόμη και να εγκαταλείπουν προσωρινά ή οριστικά την εργασία τους.
Το πιο ανησυχητικό, σύμφωνα με την ίδια, είναι ότι οι γυναίκες συχνά στρέφονται σε στρατηγικές αποφυγής, όπως η αυτολογοκρισία ή η παραίτηση, αντί να καταφεύγουν σε στρατηγικές αντίστασης, όπως η καταγγελία στην αστυνομία ή η νομική δράση.
Τι έδειξε η έρευνα της UN Women
Η έκθεση με τίτλο “Tipping point: Online violence impacts, manifestations and redress in the AI age”, που δημοσιεύθηκε από την UN Women, βασίστηκε σε έρευνα των City St George’s, University of London σε 641 γυναίκες από 119 χώρες. Οι συμμετέχουσες εργάζονται ή δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο ακτιβισμός και η δημοσιογραφία. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο του 2025.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι το 27% των γυναικών έλαβε ανεπιθύμητες σεξουαλικές εικόνες, σεξουαλικά υπονοούμενα ή μη συναινετικά sexts. Το 12% ανέφερε ότι προσωπικές εικόνες του, ακόμη και ιδιωτικού ή ευαίσθητου χαρακτήρα, κοινοποιήθηκαν χωρίς συναίνεση. Επιπλέον, το 6% δήλωσε ότι στοχοποιήθηκε με deepfakes ή παραποιημένες εικόνες και βίντεο.
Σοβαρές συνέπειες στην ψυχική υγεία
Οι επιθέσεις αυτές δεν είναι απλώς ενοχλητικές ή προσβλητικές. Σύμφωνα με τους ερευνητές, συχνά έχουν οργανωμένο, επαναλαμβανόμενο και συντονισμένο χαρακτήρα, με σοβαρές συνέπειες για την ψυχική υγεία των γυναικών.
Το 24% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφερε άγχος και κατάθλιψη μετά από περιστατικά διαδικτυακής βίας. Το 13% δήλωσε ότι διαγνώστηκε με διαταραχή μετατραυματικού στρες, PTSD.
Η επαγγελματική επίπτωση είναι επίσης σαφής. Σχεδόν μία στις πέντε γυναίκες, ποσοστό 19%, ανέφερε ότι αυτολογοκρίνεται στην εργασία λόγω διαδικτυακής βίας, ενώ το 41% δήλωσε ότι αυτολογοκρίνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να αποφύγει περαιτέρω κακοποίηση.
Όταν η κακοποίηση οδηγεί σε παραίτηση
Μία δημοσιογράφος που συμμετείχε στην έρευνα ανέφερε ότι δεν μπορούσε πλέον να αντεπεξέλθει και παραιτήθηκε από την εργασία της τον Δεκέμβριο του 2023 λόγω της διαδικτυακής βίας που δεχόταν. Όπως περιέγραψε, η αποχώρηση αυτή την άφησε στο σπίτι, επικεντρωμένη αποκλειστικά στην αποκατάσταση της ψυχικής της υγείας, προκαλώντας ταυτόχρονα σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Η μαρτυρία αυτή φωτίζει μια κρίσιμη πλευρά του φαινομένου. Η διαδικτυακή βία δεν μένει στην οθόνη. Μετατρέπεται σε επαγγελματικό κόστος, σε απώλεια εισοδήματος, σε περιορισμό της δημόσιας φωνής και σε απομάκρυνση γυναικών από ρόλους που απαιτούν ορατότητα.
Λίγες καταγγελίες και ακόμη λιγότερες διώξεις
Παρά την έκταση του προβλήματος, η πλειονότητα των περιστατικών δεν φτάνει στις αρχές. Μόνο το 25% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι κατήγγειλε περιστατικά διαδικτυακής βίας στην αστυνομία. Το 15% προχώρησε σε νομικές ενέργειες, ενώ μόλις το 10% ανέφερε ότι απαγγέλθηκαν τελικά κατηγορίες κατά των δραστών.
Το χάσμα αυτό δείχνει ότι πολλά θύματα δεν εμπιστεύονται την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών προστασίας ή θεωρούν ότι η διαδικασία καταγγελίας δεν θα οδηγήσει σε ουσιαστική δικαίωση. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές να αποκτήσουν καλύτερα εργαλεία, εκπαίδευση και σαφείς διαδικασίες για την αντιμετώπιση της ψηφιακής έμφυλης βίας.
Η απάντηση της βρετανικής κυβέρνησης
Εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι η μισογυνική διαδικτυακή κακοποίηση δεν έχει θέση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως ανέφερε, η δημιουργία deepfake σεξουαλικών εικόνων χωρίς συναίνεση έχει ήδη ποινικοποιηθεί, ενώ η κυβέρνηση προωθεί την απαγόρευση εργαλείων AI που παράγουν τέτοιου είδους εικόνες χωρίς συγκατάθεση.
Σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση, οι προγραμματιστές και προμηθευτές τέτοιων εργαλείων μπορεί να αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης έως τρία χρόνια. Παράλληλα, οι πλατφόρμες θα υποχρεώνονται να αφαιρούν μη συναινετικές προσωπικές εικόνες μέσα σε 48 ώρες, ενώ τα στελέχη τεχνολογικών εταιρειών θα φέρουν προσωπική ευθύνη εάν δεν συμμορφώνονται με αποφάσεις της Ofcom.
Η κυβέρνηση αναφέρει επίσης ότι το cyberflashing έχει χαρακτηριστεί αδίκημα προτεραιότητας στο πλαίσιο του Online Safety Act, γεγονός που υποχρεώνει τις πλατφόρμες να το αντιμετωπίζουν προληπτικά πριν το περιεχόμενο φτάσει στις γυναίκες.
Η νέα μορφή έμφυλης βίας στην εποχή της AI
Η έκθεση δείχνει ότι η έμφυλη βία δεν περιορίζεται πλέον στον φυσικό χώρο. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα deepfakes και η μαζική διαδικτυακή παρενόχληση δημιουργούν νέες μορφές κακοποίησης, που πλήττουν κυρίως γυναίκες με δημόσιο λόγο, όπως δημοσιογράφους, ακτιβίστριες και υπερασπίστριες ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η συνέπεια δεν είναι μόνο προσωπική. Όταν γυναίκες αποσύρονται από τη δημόσια συζήτηση, χάνει και η κοινωνία. Περιορίζεται η πολυφωνία, αποδυναμώνεται η δημοκρατική συμμετοχή και ενισχύεται ένα περιβάλλον όπου η απειλή και η ντροπή λειτουργούν ως εργαλεία φίμωσης.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η αντιμετώπιση της διαδικτυακής βίας κατά των γυναικών απαιτεί περισσότερα από ατομικές συμβουλές αυτοπροστασίας. Χρειάζεται ευθύνη των πλατφορμών, γρήγορη αφαίρεση παράνομου περιεχομένου, αποτελεσματικές καταγγελίες, λογοδοσία για τους δράστες και σαφές νομικό πλαίσιο για τα AI εργαλεία που διευκολύνουν την κακοποίηση.
Το βασικό μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: η λύση δεν μπορεί να είναι να σωπαίνουν οι γυναίκες, να αποχωρούν από την εργασία τους ή να γίνονται λιγότερο ορατές. Η προστασία πρέπει να μετακινηθεί από το θύμα στο σύστημα που επιτρέπει την κακοποίηση.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Γεωργιάδης: 30.000 γυναίκες εντόπισαν έγκαιρα καρκίνο του μαστού μέσω του «Προλαμβάνω»
Εμμηνόπαυση: Οι ειδικοί ζητούν περισσότερη επιφύλαξη από τις γυναίκες

