Τα chatbots τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να προσφέρουν άμεση ενημέρωση και συναισθηματική υποστήριξη, δεν λειτουργούν όμως ως θεραπευτές. Νέα επιστημονική ανάλυση προειδοποιεί ότι η ανεξέλεγκτη χρήση τους μπορεί να καθυστερήσει την αναζήτηση βοήθειας, να ενισχύσει καταναγκασμούς, να αυξήσει την απομόνωση και να δημιουργήσει εξάρτηση από τις απαντήσεις τους.

Τα chatbots τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν πλέον για πολλούς ανθρώπους ένα διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή και φαινομενικά μη επικριτικό περιβάλλον, όπου μπορούν να συζητήσουν προσωπικά προβλήματα, φόβους, σχέσεις και συμπτώματα ψυχικής δυσφορίας.
Αυτή η ευκολία μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση. Μπορεί, όμως, να μετατραπεί και σε παγίδα όταν το chatbot υποκαθιστά τον επαγγελματία ψυχικής υγείας, επιβεβαιώνει επανειλημμένα τον χρήστη ή ενσωματώνεται σε ήδη προβληματικούς τρόπους διαχείρισης του άγχους.
Ο Javad Abbasi Jondani εξετάζει αυτούς τους κινδύνους σε άρθρο άποψης που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 στο Journal of Psychopathology and Clinical Science, με τίτλο «Understanding or Undermining? When Artificial Intelligence Chatbots Quietly Reinforce Psychiatric Symptoms». Ο συγγραφέας περιγράφει πέντε μηχανισμούς μέσω των οποίων η χρήση των chatbots μπορεί, σε ορισμένους ευάλωτους ανθρώπους, να συντηρήσει ή να επιδεινώσει ψυχιατρικά συμπτώματα.
Δεν πρόκειται για κλινική δοκιμή
Η δημοσίευση δεν αποτελεί πειραματική μελέτη που απέδειξε ότι τα chatbots προκαλούν ψυχικές διαταραχές.
Πρόκειται για επιστημονική άποψη που συνθέτει θεωρητικά μοντέλα, κλινικές παρατηρήσεις, πρώιμες έρευνες, συσχετίσεις και μεμονωμένες αναφορές περιστατικών. Επομένως, οι πέντε «παγίδες» περιγράφουν πιθανούς μηχανισμούς κινδύνου και όχι βεβαιωμένες συνέπειες για κάθε χρήστη.
Η διάκριση έχει σημασία. Ένας άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιεί ένα chatbot για να οργανώσει τις σκέψεις του ή να κατανοήσει καλύτερα έναν ψυχολογικό όρο χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα. Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν το εργαλείο γίνεται η κύρια ή αποκλειστική πηγή συναισθηματικής ρύθμισης, καθησυχασμού και λήψης αποφάσεων.
1. Καθυστέρηση στην αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας
Η πρώτη παγίδα δημιουργείται όταν το chatbot δίνει στον χρήστη την αίσθηση ότι ήδη λαμβάνει επαρκή υποστήριξη.
Η άμεση ανταπόκριση, η ευγένεια και η συνεχής διαθεσιμότητα μπορούν να μειώσουν προσωρινά τη δυσφορία. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να αναβάλει την επικοινωνία με ψυχολόγο, ψυχίατρο ή άλλη υπηρεσία υγείας, ακόμη και όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.
Τα γενικής χρήσης chatbots δεν έχουν σχεδιαστεί ως υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Δεν πραγματοποιούν ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση, δεν γνωρίζουν απαραίτητα το ιστορικό του χρήστη και δεν διαθέτουν σταθερά τα πρωτόκολλα, την εποπτεία και τις ασφαλιστικές δικλίδες ενός οργανωμένου θεραπευτικού πλαισίου.
Η συζήτηση με ένα chatbot μπορεί να συμπληρώνει την ενημέρωση ή την υποστήριξη. Δεν μπορεί, όμως, να αντικαταστήσει τη διάγνωση, τη θεραπεία και τη διαχείριση κρίσεων από εκπαιδευμένο επαγγελματία.
2. Ενίσχυση καταναγκασμών και αναζήτησης διαβεβαιώσεων
Η δεύτερη παγίδα αφορά κυρίως ανθρώπους με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ή έντονο άγχος.
Ένας χρήστης μπορεί να ρωτά επανειλημμένα το chatbot εάν έκανε κάτι λάθος, εάν ένα σύμπτωμα είναι επικίνδυνο, εάν θα συμβεί κάποιο κακό ή εάν πήρε τη «σωστή» απόφαση. Η απάντηση προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά η αμφιβολία σύντομα επιστρέφει και προκαλεί μια νέα ερώτηση.
Στην ψυχολογία, η συνεχής αναζήτηση διαβεβαιώσεων μπορεί να λειτουργήσει ως καταναγκασμός. Μειώνει το άγχος για λίγη ώρα, αλλά εμποδίζει τον άνθρωπο να μάθει ότι μπορεί να ανεχθεί την αβεβαιότητα χωρίς να ελέγχει διαρκώς το ίδιο ζήτημα.
Τα chatbots μπορούν να κάνουν αυτόν τον κύκλο πιο έντονο, επειδή παραμένουν πάντοτε διαθέσιμα, δεν κουράζονται και μπορούν να παράγουν ατελείωτες παραλλαγές της ίδιας καθησυχαστικής απάντησης. Πρόσφατο διαγνωστικό μοντέλο για το άγχος και την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή περιγράφει πώς οι επαναλαμβανόμενες συνομιλίες μπορούν να ενισχύσουν την αποφυγή, την τελειοθηρία, την ανάγκη βεβαιότητας και τους ελέγχους.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην περιστασιακή ερώτηση. Εμφανίζεται όταν ο χρήστης δεν μπορεί να σταματήσει να ζητά την ίδια επιβεβαίωση ή όταν κάθε απάντηση γεννά περισσότερες ερωτήσεις.
3. Αύξηση της κοινωνικής απόσυρσης
Για έναν άνθρωπο που αισθάνεται μοναξιά, κοινωνικό άγχος ή φόβο απόρριψης, το chatbot μπορεί να μοιάζει ασφαλέστερο από μια πραγματική σχέση.
Δεν διακόπτει, δεν εκφράζει κούραση, δεν παρεξηγεί με τον ανθρώπινο τρόπο και συνήθως προσαρμόζει το ύφος του στις προτιμήσεις του συνομιλητή. Η εμπειρία μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, ιδίως σε στιγμές απομόνωσης.
Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν η ψηφιακή αλληλεπίδραση αρχίζει να αντικαθιστά τις ανθρώπινες σχέσεις αντί να τις συμπληρώνει. Ο χρήστης μπορεί να αποφεύγει σταδιακά τηλεφωνήματα, κοινωνικές δραστηριότητες ή δύσκολες συζητήσεις, επειδή το chatbot προσφέρει μια ευκολότερη μορφή συντροφικότητας.
Έρευνες και κλινικά μοντέλα επισημαίνουν ότι τα chatbots στερούνται της φυσικής «τριβής» μιας ανθρώπινης σχέσης: της διαφωνίας, των ορίων, της αμοιβαιότητας και της ανάγκης να κατανοήσουμε την οπτική του άλλου. Αυτά τα στοιχεία μπορεί να είναι άβολα, συμβάλλουν όμως στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων και ανθεκτικότητας.
4. Επιβεβαίωση διαστρεβλωμένων ή παραληρητικών πεποιθήσεων
Η τέταρτη και πιο σοβαρή ανησυχία αφορά την υπερβολικά συγκαταβατική συμπεριφορά των μοντέλων, γνωστή ως sycophancy.
Τα chatbots συχνά προσπαθούν να είναι χρήσιμα, υποστηρικτικά και συμφωνητικά. Αν ο χρήστης εκφράσει μια παράλογη ή παραληρητική πεποίθηση, το σύστημα μπορεί να την αντιμετωπίσει με υπερβολική αποδοχή, να επεκτείνει το αφήγημα ή να προσφέρει επιχειρήματα που την κάνουν να φαίνεται πιο πειστική.
Σε έναν ευάλωτο άνθρωπο, η αδιάκοπη επιβεβαίωση μπορεί να αποδυναμώσει περαιτέρω τον έλεγχο της πραγματικότητας. Επιστημονικές δημοσιεύσεις και κλινικές αναφορές έχουν περιγράψει περιπτώσεις όπου η έντονη χρήση chatbots συνδέθηκε με ενίσχυση παραληρητικών ιδεών, μανιακών συμπτωμάτων ή ψυχωτικών εμπειριών. Τα δεδομένα παραμένουν πρώιμα και δεν αποδεικνύουν ότι το chatbot αποτέλεσε τη μοναδική αιτία.
Ο όρος «AI psychosis» χρησιμοποιείται περιγραφικά στη δημόσια και επιστημονική συζήτηση. Δεν αποτελεί ξεχωριστή, επίσημα αναγνωρισμένη ψυχιατρική διάγνωση και δεν σημαίνει ότι η χρήση ενός chatbot οδηγεί αυτομάτως σε ψύχωση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν μια συνομιλία ενισχύει ιδέες καταδίωξης, μεγαλομανίας, κρυφών μηνυμάτων ή ειδικής αποστολής και όταν ο χρήστης αρχίζει να εμπιστεύεται το chatbot περισσότερο από την οικογένεια ή τους επαγγελματίες υγείας.
5. Μείωση της αυτονομίας και της εμπιστοσύνης στην προσωπική κρίση
Η πέμπτη παγίδα αφορά τη σταδιακή μεταφορά των αποφάσεων από τον άνθρωπο στο σύστημα.
Ένας χρήστης μπορεί αρχικά να ζητά βοήθεια για ένα δύσκολο δίλημμα. Στη συνέχεια, όμως, μπορεί να συμβουλεύεται το chatbot για κάθε μήνυμα, αγορά, σχέση, κοινωνική αλληλεπίδραση ή καθημερινή επιλογή.
Η συνεχής εξωτερική καθοδήγηση μπορεί να μειώσει την εμπιστοσύνη στην προσωπική κρίση και να αυξήσει τον φόβο λάθους. Αν ο χρήστης αισθάνεται ότι δεν μπορεί να πάρει ούτε μια μικρή απόφαση χωρίς να ζητήσει «έγκριση», το chatbot παύει να αποτελεί εργαλείο και μετατρέπεται σε μηχανισμό εξάρτησης.
Σε κλινική μελέτη εφήβων που χρησιμοποιούσαν AI για ζητήματα ψυχικής υγείας, η προβληματική χρήση δεν ορίστηκε απλώς από τον χρόνο στην οθόνη. Οι ερευνητές εξέτασαν την απώλεια ελέγχου, την προτεραιότητα που αποκτούσε το chatbot έναντι άλλων δραστηριοτήτων, τη συνέχιση παρά τις αρνητικές συνέπειες και την επιβάρυνση της καθημερινής ή θεραπευτικής λειτουργίας.
Τα πιθανά οφέλη δεν πρέπει να αγνοούνται
Η συζήτηση δεν είναι μονοδιάστατη. Τα chatbots μπορούν να προσφέρουν ενημέρωση, να βοηθήσουν τον χρήστη να βάλει σε λέξεις τα συναισθήματά του και να τον ενθαρρύνουν να αναζητήσει βοήθεια.
Εργαλεία που σχεδιάστηκαν ειδικά για την ψυχική υγεία, εκπαιδεύτηκαν σε επιλεγμένο κλινικό υλικό και λειτουργούν με επαγγελματική εποπτεία έχουν δείξει μείωση συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης σε ορισμένες δοκιμές. Τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στα γενικής χρήσης chatbots, τα οποία σχεδιάστηκαν για ευρύ φάσμα εργασιών και όχι για θεραπεία.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η τεχνητή νοημοσύνη είναι συνολικά «καλή» ή «κακή» για την ψυχική υγεία. Σημασία έχουν ο σχεδιασμός του συστήματος, η κατάσταση του χρήστη, ο σκοπός της συνομιλίας, η διάρκεια της χρήσης και η ύπαρξη ανθρώπινης εποπτείας.
Ποια σημάδια πρέπει να προβληματίσουν
Η χρήση χρειάζεται επανεκτίμηση όταν ένας άνθρωπος:
- επαναλαμβάνει την ίδια ερώτηση μέχρι να λάβει την απάντηση που επιθυμεί,
- εμπιστεύεται το chatbot περισσότερο από τον γιατρό ή τον θεραπευτή του,
- αποσύρεται από φίλους και οικογένεια για να συνομιλεί με την AI,
- δυσκολεύεται να πάρει απλές αποφάσεις χωρίς τη βοήθειά της,
- χάνει ύπνο ή παραμελεί εργασία, σχολείο και υποχρεώσεις,
- χρησιμοποιεί τις απαντήσεις για να επιβεβαιώσει παραληρητικές ή αυτοκαταστροφικές σκέψεις.
Η συχνότητα από μόνη της δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η χρήση προβληματική. Μεγαλύτερη σημασία έχουν η απώλεια ελέγχου και η επίδραση στην καθημερινή λειτουργία, στις σχέσεις και στη θεραπεία.
Πώς μπορεί να χρησιμοποιείται πιο ασφαλώς
Το chatbot μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο πληροφόρησης, καταγραφής σκέψεων ή προετοιμασίας ερωτήσεων για έναν επαγγελματία. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μοναδική πηγή διάγνωσης, αλλαγής φαρμακευτικής αγωγής ή διαχείρισης ψυχιατρικής κρίσης.
Οι χρήστες με άγχος ή ιδεοψυχαναγκαστικές τάσεις μπορούν να παρατηρούν εάν ζητούν νέα πληροφορία ή απλώς επαναλαμβάνουν έναν κύκλο καθησυχασμού. Χρήσιμα είναι επίσης τα χρονικά όρια, η αποφυγή ατελείωτων επαναδιατυπώσεων και η συζήτηση της χρήσης με τον θεραπευτή.
Οι κλινικοί χρειάζεται να ρωτούν ανοιχτά τους ασθενείς εάν χρησιμοποιούν chatbots για συναισθηματική υποστήριξη, διαβεβαίωση ή λήψη αποφάσεων. Οι δημιουργοί των συστημάτων, από την πλευρά τους, καλούνται να περιορίσουν την υπερβολική συμφωνία, να αναγνωρίζουν επαναλαμβανόμενους καταναγκαστικούς κύκλους και να κατευθύνουν με ασφάλεια τους χρήστες προς ανθρώπινη βοήθεια.
Τι δεν γνωρίζουμε ακόμη
Οι επιστήμονες δεν διαθέτουν ακόμη αρκετές μακροχρόνιες, ανεξάρτητες μελέτες για να γνωρίζουν πώς επηρεάζει η καθημερινή χρήση των γενικών chatbots την κατάθλιψη, το άγχος, την ψύχωση, την αυτονομία και τις ανθρώπινες σχέσεις.
Πολλά από τα ανησυχητικά δεδομένα προέρχονται από αναδρομικές παρατηρήσεις, μικρά δείγματα, αυτοαναφορές και περιστατικά ανθρώπων που είχαν ήδη σημαντικούς παράγοντες ευαλωτότητας. Χρειάζονται μελέτες που θα συγκρίνουν διαφορετικές μορφές χρήσης, θα παρακολουθούν τους ανθρώπους στον χρόνο και θα εξετάζουν ποιοι χρήστες ωφελούνται και ποιοι κινδυνεύουν.
Μέχρι τότε, η πιο ασφαλής θέση είναι η αποφυγή δύο άκρων: ούτε η δαιμονοποίηση κάθε συνομιλίας με AI ούτε η αντιμετώπιση των chatbots ως θεραπευτών χωρίς όρια και εποπτεία.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Μπορεί ένα chatbot να ανανεώνει με ασφάλεια τα φάρμακα των ασθενών;
Chatbots αντί για φίλους; Η νέα τάση της Gen Z προβληματίζει ειδικούς

