Η μνήμη δεν είναι μια ενιαία λειτουργία, αλλά ένα σύστημα που περνά από διακριτά στάδια και ενεργοποιεί διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου.
- Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή

Σύμφωνα με την Elva Arulchelvan, μικρές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο μελετάμε, εργαζόμαστε και οργανώνουμε την πληροφορία μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά τόσο τη βραχυπρόθεσμη όσο και τη μακροπρόθεσμη ανάκληση.
Η μνήμη αποτελεί συχνά αντικείμενο ερωτήσεων για το πώς ακριβώς λειτουργεί και τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να την αξιοποιούμε πιο αποτελεσματικά. Όπως εξηγεί η Elva Arulchelvan, ερευνήτρια που μελετά τον τρόπο με τον οποίο η ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου μπορεί να ενισχύσει την ικανότητα ανάκλησης, δεκαετίες επιστημονικής έρευνας έχουν πλέον προσφέρει αρκετά σαφείς απαντήσεις και στα δύο αυτά ερωτήματα.
Η μνήμη λειτουργεί ουσιαστικά σε τρία στάδια, με διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου να συμβάλλουν σε καθένα από αυτά.
Τα τρία στάδια της μνήμης
Η αισθητηριακή μνήμη, που μπορεί να διαρκέσει μόλις μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου, καταγράφει ακατέργαστες πληροφορίες όπως εικόνες, ήχους και οσμές. Οι πληροφορίες αυτές επεξεργάζονται αρχικά από τους πέντε πρωτογενείς αισθητηριακούς φλοιούς του εγκεφάλου, όπως ο οπτικός φλοιός για τις εικόνες και ο ακουστικός φλοιός για τους ήχους.
Η εργαζόμενη μνήμη, δηλαδή η βραχυπρόθεσμη μνήμη, διατηρεί και χειρίζεται μια μικρή ποσότητα πληροφοριών για μερικά δευτερόλεπτα ή και περισσότερο. Πρόκειται για τον «νοητικό χώρο εργασίας» του εγκεφάλου, το σύστημα που επιτρέπει να κάνουμε νοερούς υπολογισμούς, να ακολουθούμε οδηγίες και να κατανοούμε όσα διαβάζουμε. Για τον λόγο αυτό εμπλέκεται κυρίως ο προμετωπιαίος φλοιός, το πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου που στηρίζει την προσοχή, τη λήψη αποφάσεων και τη λογική σκέψη.
Τέλος, η μακροπρόθεσμη μνήμη αποθηκεύει πληροφορίες με πιο μόνιμο τρόπο, από λίγα λεπτά έως και ολόκληρη τη ζωή. Σε αυτήν περιλαμβάνονται τόσο οι «ρητές» μνήμες, δηλαδή γεγονότα και εμπειρίες ζωής, όσο και οι «άδηλες», όπως δεξιότητες, συνήθειες και συναισθηματικοί συσχετισμοί.
Για τις μακροπρόθεσμες μνήμες, ο ιππόκαμπος και οι κροταφικοί λοβοί, που βρίσκονται βαθύτερα στον εγκέφαλο, κοντά στους κροτάφους, συμβάλλουν κυρίως στις μνήμες που αφορούν γεγονότα ή προσωπικά βιώματα. Αντίστοιχα, η αμυγδαλή, η παρεγκεφαλίδα και τα βασικά γάγγλια επεξεργάζονται συναισθηματικές ή διαδικαστικές μνήμες.
Τα όρια της βραχυπρόθεσμης μνήμης
Η εργαζόμενη μνήμη λειτουργεί συχνά ως συνειδητή πύλη προς τη μακροπρόθεσμη μνήμη, αλλά έχει σαφή όρια. Το 1956, ο Αμερικανός ψυχολόγος George Miller είχε προτείνει ότι μπορούμε να διατηρούμε περίπου επτά «κομμάτια» πληροφορίας στην εργαζόμενη μνήμη κάθε στιγμή.
Αν και ο ακριβής αριθμός εξακολουθεί να συζητείται μέχρι σήμερα, η βασική αρχή παραμένει ισχυρή: η εργαζόμενη μνήμη είναι περιορισμένη. Και αυτός ο περιορισμός επηρεάζει άμεσα το πόσο αποτελεσματικά μαθαίνουμε και θυμόμαστε.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν τρόποι για να λειτουργεί πιο αποδοτικά. Ακολουθούν πέντε απλά βήματα που μπορούν να ενισχύσουν τόσο τη βραχυπρόθεσμη όσο και τη μακροπρόθεσμη μνήμη.
1. Απομακρύνετε το κινητό τηλέφωνο
Τα smartphones μειώνουν τη χωρητικότητα της εργαζόμενης μνήμης. Ακόμη και όταν το τηλέφωνο βρίσκεται απλώς κοντά, γυρισμένο ανάποδα και στο αθόρυβο, μπορεί να μειώνει την απόδοση σε δοκιμασίες μνήμης και λογικής σκέψης.
Ο λόγος είναι ότι ένα μέρος του εγκεφάλου παραμένει σε επιφυλακή απέναντί του. Ακόμη και η προσπάθεια να αντισταθούμε στην παρόρμηση να ελέγξουμε ειδοποιήσεις καταναλώνει νοητικούς πόρους. Γι’ αυτό και ορισμένοι ερευνητές περιγράφουν το smartphone ως έναν μηχανισμό «αποστράγγισης» του εγκεφάλου.
Η λύση, σύμφωνα με την Arulchelvan, είναι απλή: όταν χρειάζεται συγκέντρωση, το κινητό πρέπει να βρίσκεται σε άλλο δωμάτιο. Εκτός οπτικού πεδίου σημαίνει πράγματι περισσότερη διαθέσιμη νοητική χωρητικότητα.
2. Σταματήστε τον καταιγισμό σκέψεων
Το στρες και το άγχος καταλαμβάνουν πολύτιμο νοητικό χώρο. Όταν κάποιος ανησυχεί για κάτι ή αποσπάται από έναν συνεχή καταιγισμό σκέψεων, ένα μέρος της εργαζόμενης μνήμης του είναι ήδη δεσμευμένο.
Η εκπαίδευση χαλάρωσης και οι πρακτικές ενσυνειδητότητας μπορούν να βελτιώσουν τόσο την εργαζόμενη μνήμη όσο και τη σχολική ή ακαδημαϊκή απόδοση, πιθανότατα επειδή μειώνουν τα επίπεδα στρες. Και για όσους βρίσκουν τον διαλογισμό δύσκολο, υπάρχουν πιο απλές τεχνικές αναπνοής, όπως το «cyclic sighing».
Η τεχνική αυτή περιλαμβάνει μια βαθιά εισπνοή από τη μύτη, μια δεύτερη μικρότερη εισπνοή και στη συνέχεια αργή εκπνοή από το στόμα. Η επανάληψή της για πέντε λεπτά μπορεί να ηρεμήσει το νευρικό σύστημα και να δημιουργήσει καλύτερες προϋποθέσεις για μάθηση.
3. Οργανώστε την πληροφορία σε ενότητες
Όλοι μπορούν να διευρύνουν τις δυνατότητες της εργαζόμενης μνήμης μέσα από την τεχνική του chunking, δηλαδή της ομαδοποίησης πληροφοριών σε νοηματικές ενότητες. Στην πράξη, πολλοί το εφαρμόζουν ήδη όταν προσπαθούν να θυμηθούν αριθμούς τηλεφώνου ή λίστες λέξεων, σπάζοντας τις μεγάλες ακολουθίες σε μικρότερα, πιο εύχρηστα σύνολα.
Η ίδια αρχή μπορεί να εφαρμοστεί και σε μια παρουσίαση, ώστε το κοινό να συγκρατεί πιο αποτελεσματικά τα βασικά σημεία. Για παράδειγμα, δέκα μελέτες περίπτωσης μπορούν να οργανωθούν σε τρεις ή τέσσερις θεματικές ενότητες, καθεμία με έναν σύντομο τίτλο και ένα βασικό συμπέρασμα.
Η επανάληψη αυτής της δομής σε κάθε διαφάνεια, με μία κεντρική ιδέα και λίγες υποστηρικτικές λεπτομέρειες πριν ακολουθήσει η επόμενη, μειώνει το γνωστικό φορτίο και κάνει την πληροφορία πιο εύκολα ανακτήσιμη.
4. Μπείτε στη λογική της ανάκλησης
Τον 19ο αιώνα, ο Γερμανός ψυχολόγος Hermann Ebbinghaus έδειξε πόσο γρήγορα ξεχνάμε τις πληροφορίες αμέσως μετά τη μάθηση. Μέσα σε περίπου 30 λεπτά, χάνεται σχεδόν το μισό από όσα μάθαμε, ενώ ακόμη περισσότερα ξεθωριάζουν μέσα στην επόμενη ημέρα. Το φαινόμενο αυτό έμεινε γνωστό ως «καμπύλη της λήθης».
Υπάρχει, ωστόσο, ένας τρόπος να συγκρατείται μεγαλύτερο μέρος της πληροφορίας, ιδιαίτερα όταν πρέπει να μάθουμε πολλά σε περιορισμένο χρονικό διάστημα: η εξάσκηση μέσω ανάκλησης.
Όταν κάποιος προετοιμάζει μια ομιλία ή μελετά για εξετάσεις, είναι προτιμότερο να μην περιορίζεται στην απλή επανάληψη των σημειώσεων. Αντίθετα, βοηθά να ελέγχει διαρκώς πόσα θυμάται. Αυτό μπορεί να γίνει με flash cards, με ερωτήσεις εξάσκησης ή ακόμη και εξηγώντας το υλικό δυνατά χωρίς σημειώσεις.
Η μνήμη λειτουργεί μέσα από συσχετισμούς. Κάθε φορά που ανακαλούμε με επιτυχία μια πληροφορία, συνδέουμε το υλικό με νέα ερεθίσματα, παραδείγματα και συμφραζόμενα. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται περισσότερα «κλειδιά» πρόσβασης στη γνώση και ενισχύεται η μνημονική διαδρομή. Συχνά, όταν «ξεχνάμε», η μνήμη δεν έχει χαθεί· απλώς δεν διαθέτουμε το σωστό ερέθισμα για να την ανασύρουμε.
5. Κάντε διαλείμματα
Η έρευνα δείχνει ότι η μνήμη λειτουργεί πιο αποτελεσματικά όταν η μελέτη ή η εξάσκηση κατανέμεται χρονικά, αντί να συγκεντρώνεται μαζικά σε μία περίοδο.
Αν κάποιος διαβάζει για εξετάσεις, είναι χρήσιμο να εντάσσει ουσιαστικά διαστήματα αποφόρτισης στο πρόγραμμα επανάληψης. Η λογική αυτή μεταβάλλει την καμπύλη της λήθης του Ebbinghaus και βοηθά να διατηρείται περισσότερη πληροφορία σε βάθος χρόνου.
Μία μελέτη υποστηρίζει ότι τα διαστήματα ανάμεσα στις συνεδρίες επανάληψης θα πρέπει να αντιστοιχούν περίπου στο 10% έως 20% του χρόνου που απομένει μέχρι την εξέταση ή την παρουσίαση. Έτσι, αν η προθεσμία απέχει πέντε ημέρες και η μελέτη διαρκεί αρκετές ώρες την ημέρα, είναι ωφέλιμο να παρεμβάλλεται διάλειμμα μισής έως μίας ολόκληρης ημέρας ανάμεσα στις συνεδρίες.
Με άλλα λόγια, η υπερβολή δεν βοηθά απαραίτητα και συχνά δεν αποδίδει το προσδοκώμενο όφελος.
Η βασική αρχή
Αν υπάρχει ένα μόνο στοιχείο που αξίζει να συγκρατήσει κανείς από όλα τα παραπάνω, αυτό είναι ότι η μνήμη δεν εξαρτάται μόνο από την ευφυΐα, αλλά και από τη στρατηγική. Μικρές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο μελετάμε ή εργαζόμαστε μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά στο πόσο καλά, αλλά και για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, θυμόμαστε κρίσιμες πληροφορίες.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Πώς λειτουργεί η μνήμη και τι μπορείτε να κάνετε
Εγκέφαλος και γήρανση: Γιατί η FTL1 θεωρείται νέος θεραπευτικός στόχος

