Ο παιδικός πόνος δεν είναι απλώς ένα παροδικό σύμπτωμα, αλλά μπορεί να αφήσει μακροχρόνιο αποτύπωμα στο νευρικό σύστημα. Στον Καναδά, μια νοσηλεύτρια και ερευνήτρια αξιοποιεί ρομπότ, εφαρμογές και ψηφιακή καθοδήγηση για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να τον διαχειρίζονται.
Η πρώιμη έκθεση στον πόνο μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες αλλαγές στο νευρικό σύστημα των παιδιών, καθιστώντας τα πιο ευαίσθητα στον πόνο αργότερα στη ζωή τους. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η καθηγήτρια και ανώτερη ερευνήτρια στο University of Toronto, Jennifer Stinson, έχει αφιερώσει την καριέρα της στη βελτίωση της παιδιατρικής διαχείρισης του πόνου, αξιοποιώντας σύγχρονες ψηφιακές τεχνολογίες.
Αλληλεπίδραση με τον MEDi
Στο The Hospital for Sick Children (SickKids), όπου συνδιευθύνει το Κέντρο Διαχείρισης και Έρευνας Πόνου, η Stinson εισήγαγε τον MEDi, ένα ανθρωπόμορφο ρομπότ ύψους περίπου μισού μέτρου. Το ρομπότ υποδέχεται τα παιδιά, αφηγείται ιστορίες, τραγουδά, παίζει παιχνίδια και τα καθοδηγεί σε τεχνικές βαθιάς αναπνοής, λειτουργώντας ως ισχυρό μέσο απόσπασης της προσοχής κατά τη διάρκεια επώδυνων ιατρικών πράξεων.
Σύμφωνα με μελέτες της ομάδας της, τα παιδιά που αλληλεπιδρούν με τον MEDi αναφέρουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα πόνου σε σύγκριση με εκείνα που δεν είχαν τέτοια παρέμβαση. Στόχος πλέον είναι η ενίσχυση των δυνατοτήτων του ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη, ώστε να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του σε πραγματικό χρόνο, ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού.
Η ερευνητική της δράση ευθυγραμμίζεται με τους τέσσερις βασικούς στόχους για τον παιδιατρικό πόνο, όπως αυτοί έχουν τεθεί από το ιατρικό περιοδικό The Lancet: ο πόνος να αναγνωρίζεται, να γίνεται κατανοητός, να είναι ορατός και να αντιμετωπίζεται καλύτερα. Η συμβολή της έχει καταστήσει τον Καναδά σημείο αναφοράς στην παιδιατρική έρευνα για τον πόνο και οδήγησε στη θέσπιση του πρώτου εθνικού προτύπου διαχείρισης παιδικού πόνου.
Πέρα από τα ρομπότ, η Stinson έχει αναπτύξει καινοτόμες εφαρμογές για κινητά. Η εφαρμογή iCanCope with Pain βοηθά παιδιά και εφήβους με χρόνιο πόνο να θέτουν στόχους, να παρακολουθούν τα συμπτώματά τους και να λαμβάνουν κοινωνική υποστήριξη. Σε παιδιά με δρεπανοκυτταρική νόσο, η χρήση της εφαρμογής συνδέθηκε με μείωση κατά 37% των ημερών με πόνο μέσα σε έξι μήνες.
Τεχνολογίες
Άλλα εργαλεία, όπως το Pain Squad, αξιοποιούν στοιχεία παιχνιδοποίησης για την καταγραφή του καρκινικού πόνου, ενώ το πρόγραμμα iPeer2Peer φέρνει σε επαφή εφήβους με νέους ενήλικες που αντιμετωπίζουν τις ίδιες παθήσεις, ενισχύοντας την αυτοδιαχείριση και την ψυχολογική ανθεκτικότητα.
Κεντρικό στοιχείο όλων των παρεμβάσεων είναι η συνδημιουργία με τους ίδιους τους ασθενείς και τις οικογένειές τους. Στο SickKids λειτουργεί επιτροπή 60 παιδιών και γονέων που συμβάλλουν ενεργά στον σχεδιασμό και την αξιολόγηση της έρευνας. Όπως υπογραμμίζει η Stinson, η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τη φροντίδα, αλλά τη συμπληρώνει, δίνοντας στα παιδιά εργαλεία για να κατανοήσουν και να διαχειριστούν καλύτερα τον πόνο τους.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Νοσηλεύτρια κατηγορείται για σεξουαλικές επιθέσεις σε βρέφη και πορνογραφία
Καταγγελία για επίθεση 15χρονης σε νοσηλεύτρια στο «Παίδων»
