Το αλμυρό πόσιμο νερό που προκύπτει από τη διείσδυση θαλασσινού νερού σε πηγές γλυκού νερού ενδέχεται να αυξάνει ουσιαστικά την αρτηριακή πίεση και τον κίνδυνο υπέρτασης, σύμφωνα με νέα ανάλυση δεδομένων από περισσότερους από 74.000 ανθρώπους διεθνώς. Οι ερευνητές συνδέουν το φαινόμενο και με την κλιματική αλλαγή.

Το αλμυρό πόσιμο νερό αναδεικνύεται σε έναν λιγότερο ορατό αλλά δυνητικά σοβαρό παράγοντα κινδύνου για την καρδιαγγειακή υγεία. Νέα ανάλυση από ερευνητές του Florida International University δείχνει ότι η αυξημένη αλατότητα στο νερό που καταναλώνουν οι άνθρωποι συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα αρτηριακής πίεσης και με αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης, ιδιαίτερα σε παράκτιες περιοχές.
Επικεφαλής της ανάλυσης ήταν ο Rajiv Chowdhury, καθηγητής Global Health, ο οποίος μαζί με την ομάδα του εξέτασε δεδομένα από περισσότερους από 74.000 ανθρώπους παγκοσμίως. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι πληθυσμοί που εκτίθενται σε πιο αλμυρό πόσιμο νερό εμφανίζουν σταθερά υψηλότερη αρτηριακή πίεση, σε μια περίοδο κατά την οποία η άνοδος της στάθμης της θάλασσας επηρεάζει όλο και περισσότερο τα αποθέματα γλυκού νερού.
Το αλμυρό πόσιμο νερό συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο υπέρτασης
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η έκθεση σε νερό υψηλής αλατότητας συνδέθηκε με 26% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης υπέρτασης. Η σχέση αυτή φάνηκε ισχυρότερη στους παράκτιους πληθυσμούς, όπου το θαλασσινό νερό εισχωρεί όλο και συχνότερα στους υπόγειους υδροφορείς.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι, σε ατομικό επίπεδο, οι αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση μπορεί να μοιάζουν σχετικά μικρές. Ωστόσο, όταν αυτές οι μικρές μετατοπίσεις αφορούν πολύ μεγάλους πληθυσμούς, το συνολικό φορτίο για τη δημόσια υγεία μπορεί να γίνει ιδιαίτερα σημαντικό.
Η επίδραση στην πίεση θυμίζει άλλους γνωστούς καρδιαγγειακούς κινδύνους
Ο Rajiv Chowdhury υποστήριξε ότι ο κίνδυνος που συνδέεται με το αλμυρό πόσιμο νερό είναι συγκρίσιμος με άλλους γνωστούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως η χαμηλή σωματική δραστηριότητα. Όπως ανέφερε, η καθιστική ζωή αυξάνει τον κίνδυνο υπέρτασης κατά περίπου 15% έως 25%, ποσοστό που τοποθετεί την αλατότητα του νερού σε μια κατηγορία που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Η σύγκριση αυτή δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο εύρημα. Μέχρι σήμερα, η πρόληψη της υπέρτασης έχει επικεντρωθεί κυρίως στο αλάτι της διατροφής και στον τρόπο ζωής. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, όταν το πόσιμο νερό έχει περισσότερη αλατότητα από το φυσιολογικό, μπορεί να προσθέτει σημαντικές ποσότητες νατρίου στη συνολική ημερήσια πρόσληψη.
Η κλιματική αλλαγή ενισχύει το πρόβλημα στις παράκτιες περιοχές
Το πρόβλημα φαίνεται να συνδέεται άμεσα με την κλιματική αλλαγή. Καθώς ανεβαίνει η στάθμη της θάλασσας, το θαλασσινό νερό διεισδύει πιο εύκολα σε πηγές γλυκού νερού, ειδικά σε παράκτιους υδροφορείς. Έτσι, η αλατότητα του νερού αυξάνεται σε περιοχές όπου πολλοί άνθρωποι βασίζονται στα υπόγεια νερά για πόση και μαγείρεμα.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι περισσότεροι από 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι που ζουν σε παράκτιες ή κοντινές σε ακτές περιοχές ενδέχεται να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου τα υπόγεια ύδατα αποτελούν συχνά βασική πηγή πόσιμου νερού.
Η αύξηση του νατρίου μπορεί να περνά απαρατήρητη
Ένα από τα πιο ανησυχητικά σημεία της ανάλυσης είναι ότι πολλοί άνθρωποι μπορεί να καταναλώνουν περισσότερο νάτριο χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η αλατότητα στο νερό δεν είναι πάντοτε εύκολα αντιληπτή στη γεύση, ιδίως όταν οι συγκεντρώσεις αυξάνονται σταδιακά.
Αυτό σημαίνει ότι το αλμυρό πόσιμο νερό μπορεί να επιβαρύνει τη συνολική πρόσληψη νατρίου τόσο μέσω της κατανάλωσης όσο και μέσω της παρασκευής φαγητού, χωρίς ο πολίτης να έχει καθαρή εικόνα για το μέγεθος της έκθεσής του.
Τα δεδομένα από 27 μελέτες δείχνουν μετρήσιμη αύξηση της πίεσης
Η ερευνητική ομάδα συνέλεξε στοιχεία από 27 πληθυσμιακές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ευρωπαϊκές χώρες, στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία, στο Ισραήλ, στο Μπαγκλαντές, στο Βιετνάμ και στην Κένυα.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι άνθρωποι που έπιναν πιο αλμυρό νερό είχαν κατά μέσο όρο συστολική πίεση αυξημένη κατά 3,22 mmHg και διαστολική πίεση αυξημένη κατά 2,82 mmHg. Πρόκειται για διαφορές που δεν θεωρούνται αμελητέες σε επίπεδο πληθυσμού, ειδικά όταν συνδυάζονται με άλλους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο.
Η συζήτηση για το αλάτι δεν αφορά μόνο τα τρόφιμα
Η νέα αυτή εικόνα έρχεται να συμπληρώσει τη γνωστή συζήτηση για την υπερκατανάλωση αλατιού μέσω των τροφίμων. Η British Heart Foundation υπενθυμίζει ότι η πλειονότητα του αλατιού που προσλαμβάνει ο πληθυσμός προέρχεται από τρόφιμα όπως ψωμί, δημητριακά, έτοιμες σάλτσες και έτοιμα γεύματα.
Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά μέγιστη πρόσληψη αλατιού 5 γραμμαρίων ημερησίως. Ωστόσο, η νέα ανάλυση δείχνει ότι η δημόσια υγεία ίσως χρειάζεται να δώσει πολύ μεγαλύτερη προσοχή και στην ποιότητα του πόσιμου νερού, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου η κλιματική πίεση γίνεται εντονότερη.
Η υπέρταση μπορεί να γίνει και περιβαλλοντικό ζήτημα
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η υπέρταση δεν συνδέεται μόνο με την ατομική συμπεριφορά, αλλά και με περιβαλλοντικούς παράγοντες που ενισχύονται από την κλιματική κρίση. Επομένως, η προστασία των αποθεμάτων γλυκού νερού και η παρακολούθηση της αλατότητας στις παράκτιες περιοχές αποκτούν πλέον και σαφή διάσταση καρδιαγγειακής πρόληψης.
Αν το αλμυρό πόσιμο νερό συνεχίσει να επηρεάζει όλο και περισσότερους πληθυσμούς, τότε η αντιμετώπιση της υπέρτασης θα χρειαστεί να περάσει και μέσα από πολιτικές για το νερό, το περιβάλλον και την κλιματική ανθεκτικότητα.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Στο μικροσκόπιο μικροπλαστικά και φαρμακευτικά κατάλοιπα στο πόσιμο νερό
Ενυδάτωση: Πόσο νερό χρειάζεται πραγματικά το σώμα

