Η αγορά των φαρμάκων για την απώλεια βάρους περνά σε νέα φάση, καθώς τα από του στόματος σκευάσματα διεκδικούν πλέον ουσιαστικό μερίδιο απέναντι στις ενέσιμες θεραπείες.
- Γράφει ο Κοσμάς Ζακυνθινός

Το χαμηλότερο κόστος, η ευκολία στη λήψη και η αποφυγή της βελόνας αναδεικνύονται στους βασικούς λόγους για τους οποίους πολλοί ασθενείς που ξεκινούν τώρα θεραπεία στρέφονται προς τα χάπια, αλλάζοντας σταδιακά τις ισορροπίες σε μια αγορά που εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 100 δισ. δολάρια ετησίως μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Στις ΗΠΑ, το από του στόματος Wegovy της Novo Nordisk κυκλοφορεί ήδη από τον Ιανουάριο, ενώ η Eli Lilly εισέρχεται τώρα πιο επιθετικά στον ανταγωνισμό με το Foundayo, το νέο χάπι της εταιρείας με δραστική ουσία την ορφοργλιπρόνη. Η σύγκρουση των δύο φαρμακευτικών ομίλων δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα, αλλά και το ποιο σκεύασμα μπορεί να κερδίσει τους ασθενείς που ζητούν μια λύση πιο εύχρηστη, πιο διακριτική και οικονομικά πιο προσιτή.
Γιατί τα χάπια κερδίζουν έδαφος
Για πολλούς ασθενείς, η προοπτική μιας καθημερινής ένεσης ή ακόμη και μιας εβδομαδιαίας υποδόριας χορήγησης λειτουργεί αποτρεπτικά. Η ψυχολογική αντίσταση στη βελόνα παραμένει ισχυρή, ακόμη και σε ανθρώπους που επιθυμούν έντονα να χάσουν βάρος. Σε αυτό ακριβώς το σημείο πατούν τα νέα χάπια.
Οι γιατροί που παρακολουθούν ασθενείς με παχυσαρκία επισημαίνουν ότι τα από του στόματος σκευάσματα εμφανίζουν σαφή πλεονεκτήματα στην καθημερινότητα. Δεν χρειάζονται ψυγείο, μεταφέρονται ευκολότερα, λαμβάνονται πιο διακριτικά και θυμίζουν περισσότερο μια γνώριμη φαρμακευτική ρουτίνα. Για ένα σημαντικό μέρος του κοινού, αυτό δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια, αλλά ο βασικός λόγος για να ξεκινήσει θεραπεία.
Έτσι, τα χάπια δεν φαίνεται να αποσπούν κυρίως ασθενείς από τις ενέσιμες θεραπείες που ήδη αποδίδουν καλά. Αντίθετα, ανοίγουν την πόρτα σε νέους χρήστες GLP-1, δηλαδή σε ανθρώπους που μέχρι σήμερα δίσταζαν να μπουν σε θεραπευτικό σχήμα εξαιτίας της μορφής χορήγησης.
Η μάχη Wegovy και Foundayo
Η Novo Nordisk μπήκε πρώτη στην αγορά με το από του στόματος Wegovy, το οποίο βασίζεται στη σεμαγλουτίδη, την ίδια δραστική ουσία που χρησιμοποιείται και στο ενέσιμο Wegovy αλλά και στο Ozempic για τον διαβήτη. Η Eli Lilly, από την άλλη, επενδύει στο Foundayo, ένα χάπι με διαφορετικό μόριο, την ορφοργλιπρόνη, το οποίο φιλοδοξεί να κερδίσει έδαφος όχι μόνο λόγω της ευκολίας του, αλλά και χάρη στην πιο ευέλικτη δοσολογική του χρήση.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο κρίσιμες διαφορές. Το από του στόματος Wegovy πρέπει να λαμβάνεται με άδειο στομάχι, με μικρή ποσότητα νερού, και ο ασθενής πρέπει να περιμένει 30 λεπτά πριν καταναλώσει οτιδήποτε άλλο ή πάρει άλλα φάρμακα. Αντίθετα, το Foundayo μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, χωρίς περιορισμούς σε φαγητό ή νερό. Για αρκετούς γιατρούς, αυτή η διαφορά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική στην πραγματική ζωή, εκεί όπου η συμμόρφωση του ασθενή συχνά κρίνεται από το πόσο εύκολο είναι να ενσωματωθεί η θεραπεία στην καθημερινότητά του.
Οι ενέσεις παραμένουν ισχυρές στα πιο δύσκολα περιστατικά
Παρά τη δυναμική των χαπιών, οι ενέσιμες θεραπείες δεν χάνουν τον κεντρικό τους ρόλο, ιδιαίτερα στις πιο βαριές μορφές παχυσαρκίας. Το Zepbound της Eli Lilly, με δραστική ουσία την τιρζεπατίδη, έχει δείξει σε μελέτες απώλεια βάρους της τάξης του 20% ή και περισσότερο. Αυτό το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή για ασθενείς με σοβαρή παχυσαρκία ή με πιο σύνθετο κλινικό προφίλ.
Αντίθετα, τα από του στόματος σκευάσματα φαίνεται να τοποθετούνται πιο φυσικά σε ασθενείς που βρίσκονται χαμηλότερα στο φάσμα του σωματικού βάρους και συχνότερα παρακολουθούνται από γιατρούς της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Με άλλα λόγια, τα χάπια δεν ακυρώνουν τις ενέσεις. Δημιουργούν, όμως, μια νέα θεραπευτική βαθμίδα, πιθανότατα πιο ελκυστική για όσους θέλουν να ξεκινήσουν χωρίς το ψυχολογικό και πρακτικό βάρος της ένεσης.
Τι δείχνουν τα μέχρι τώρα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα
Στο πεδίο της απώλειας βάρους, οι αριθμοί παραμένουν καθοριστικοί. Στις κλινικές δοκιμές, το Foundayo συνδέθηκε με μείωση σωματικού βάρους περίπου 12%, ενώ το από του στόματος Wegovy έφτασε περίπου στο 14%. Τα ποσοστά αυτά θεωρούνται ισχυρά, ιδιαίτερα για σκευάσματα που λαμβάνονται από το στόμα, ωστόσο υπολείπονται των επιδόσεων που έχουν καταγραφεί με την τιρζεπατίδη στις ενέσιμες μορφές.
Ταυτόχρονα, παραμένει ανοικτό το ερώτημα για τα επιπλέον μεταβολικά και καρδιαγγειακά οφέλη. Η σεμαγλουτίδη έχει ήδη συνδεθεί σε μελέτες με μείωση καρδιαγγειακού κινδύνου. Για την ορφοργλιπρόνη, όμως, η εικόνα αυτή δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει πλήρως. Παρότι η Eli Lilly υποστηρίζει ότι πολλοί συμμετέχοντες στις κλινικές δοκιμές εμφάνισαν βελτίωση σε δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου, η αγορά θα χρειαστεί πιο ώριμα δεδομένα προτού αποδώσει στο νέο μόριο το ίδιο βάρος με εκείνο της σεμαγλουτίδης.
Το κόστος παραμένει ο μεγάλος ρυθμιστής της αγοράς
Όσο κι αν η ευκολία χρήσης παίζει σημαντικό ρόλο, οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή θεραπείας παραμένει η τιμή. Και σε αυτό το πεδίο τα χάπια εμφανίζουν σαφές πλεονέκτημα.
Η τιμή αυτοπληρωμής τόσο για το από του στόματος Wegovy όσο και για το Foundayo ξεκινά από τα 149 δολάρια τον μήνα για τη χαμηλότερη δόση. Αντίθετα, το Zepbound κοστίζει 299 δολάρια τον μήνα, ενώ το Ozempic και το ενέσιμο Wegovy κινούνται στα 349 δολάρια. Η διαφορά είναι αισθητή, ιδιαίτερα για ασθενείς που δεν έχουν ασφαλιστική κάλυψη ή βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρούς περιορισμούς αποζημίωσης για τα GLP-1.
Ακόμη και έτσι, όμως, το ζήτημα της προσβασιμότητας παραμένει οξύ. Οι γιατροί περιγράφουν ότι αφιερώνουν όλο και περισσότερο χρόνο για να βοηθήσουν τους ασθενείς να βρουν τρόπο να αντέξουν οικονομικά τη θεραπεία. Όταν υπάρχει κάλυψη, το τελικό κόστος μπορεί να πέσει στα 25 ή 50 δολάρια τον μήνα. Χωρίς κάλυψη, όμως, ακόμη και οι χαμηλότερες τιμές των χαπιών παραμένουν δυσβάσταχτες για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Η αγορά μεγαλώνει, αλλά δεν ανοίγει σε όλους
Το πιο κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι τα από του στόματος φάρμακα διευρύνουν τις επιλογές, χωρίς να λύνουν οριστικά το πρόβλημα της πρόσβασης. Δημιουργούν μια νέα, πιο πρακτική είσοδο στη θεραπεία της παχυσαρκίας και προσφέρουν ένα προϊόν πιο συμβατό με τις ανάγκες όσων αποφεύγουν τις ενέσεις. Ωστόσο, το χάσμα στην προσιτότητα παραμένει.
Παρά τη μικρότερη τιμή τους, τα νέα χάπια εξακολουθούν να απευθύνονται κυρίως σε ασθενείς με οικονομική δυνατότητα ή σε όσους διαθέτουν ευνοϊκή ασφαλιστική κάλυψη. Γι’ αυτό και η επόμενη μεγάλη μάχη στην αγορά της παχυσαρκίας δεν θα δοθεί μόνο στο πεδίο της αποτελεσματικότητας ή της ευχρηστίας, αλλά και στο ποιος μπορεί πραγματικά να πληρώσει για να λάβει τη θεραπεία.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Οι 16 φαρμακευτικές που μπήκαν στο σχέδιο Trump για φθηνότερα φάρμακα
Eli Lilly: έγκριση από τον FDA για το χάπι αδυνατίσματος Foundayo
MHRA: Επανεξετάζει τα φάρμακα για Πάρκινσον μετά τις ανησυχίες για τζόγο
Φθηνά φάρμακα αδυνατίσματος: Η «φαρμακαποθήκη του κόσμου» ξαναχτυπά
Roche – Genentech: Νέα στρατηγική για φάρμακα παχυσαρκίας

