Νέα διευρυμένη ένδειξη έλαβε στις ΗΠΑ το Mounjaro (tirzepatide) της Eli Lilly, καθώς ο FDA ενέκρινε τη χρήση του για τη μείωση του κινδύνου σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 που διατρέχουν υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η απόφαση βασίστηκε στη μεγάλη μελέτη SURPASS-CVOT, στην οποία η tirzepatide συγκρίθηκε απευθείας με τη dulaglutide, ένα GLP-1 φάρμακο με ήδη τεκμηριωμένο καρδιαγγειακό όφελος.

Ένα ακόμη σημαντικό βήμα στην επέκταση της χρήσης της tirzepatide πραγματοποίησε η Eli Lilly, μετά την απόφαση του αμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) να εγκρίνει το Mounjaro για τη μείωση του κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η νέα ένδειξη καλύπτει τη μείωση του κινδύνου για καρδιαγγειακό θάνατο, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, δηλαδή τα τρία συμβάματα που αποτελούν το σύνθετο καταληκτικό σημείο MACE-3.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Mounjaro γίνεται το πρώτο διπλό φάρμακο που δρα στους υποδοχείς GIP και GLP-1 με εγκεκριμένη ένδειξη από τον FDA για μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε αυτή την κατηγορία ασθενών.
Γιατί η νέα ένδειξη έχει ιδιαίτερη σημασία
Ο διαβήτης τύπου 2 και τα καρδιαγγειακά νοσήματα συνδέονται στενά.
Η American Heart Association επισημαίνει ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την κυριότερη αιτία θανάτου και αναπηρίας μεταξύ των ανθρώπων που ζουν με διαβήτη τύπου 2, ενώ το CDC αναφέρει ότι τα άτομα με διαβήτη έχουν περίπου διπλάσιο κίνδυνο καρδιοπάθειας ή εγκεφαλικού σε σχέση με όσους δεν έχουν τη νόσο.
Στις ΗΠΑ περισσότεροι από 40 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με κάποια μορφή διαβήτη, ενώ το 90%-95% των διαγνωσμένων περιπτώσεων αφορά διαβήτη τύπου 2.
Η νέα έγκριση επομένως μεταφέρει το Mounjaro πέρα από τον παραδοσιακό στόχο του γλυκαιμικού ελέγχου και το εντάσσει πλέον επισήμως και στη στρατηγική μείωσης του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Η μεγάλη μελέτη SURPASS-CVOT
Η απόφαση του FDA βασίστηκε στα αποτελέσματα της SURPASS-CVOT, της μεγαλύτερης και μακροβιότερης μέχρι σήμερα μελέτης για την tirzepatide.
Στη μελέτη τυχαιοποιήθηκαν 13.299 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο.
Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από περίπου 30 χώρες και παρακολουθήθηκαν για περισσότερα από τέσσερα χρόνια, με τη Lilly να αναφέρει διάρκεια του προγράμματος άνω των τεσσεράμισι ετών.
Η μελέτη είχε μία σημαντική ιδιαιτερότητα: η tirzepatide δεν συγκρίθηκε με placebo.
Συγκρίθηκε με τη dulaglutide (Trulicity), έναν αγωνιστή του υποδοχέα GLP-1 της ίδιας της Lilly, ο οποίος διαθέτει ήδη τεκμηριωμένο καρδιαγγειακό όφελος.
Γιατί η σύγκριση με Trulicity έθεσε ψηλότερα τον πήχη
Στις καρδιαγγειακές μελέτες πολλών νεότερων αντιδιαβητικών φαρμάκων, ο βασικός στόχος ήταν αρχικά να αποδειχθεί ότι ένα φάρμακο δεν αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε σχέση με placebo.
Η SURPASS-CVOT ακολούθησε αυστηρότερο μοντέλο.
Η tirzepatide συγκρίθηκε απευθείας με ένα φάρμακο που είχε ήδη δείξει ότι προστατεύει από καρδιαγγειακά συμβάματα.
Η Lilly χαρακτηρίζει τη SURPASS-CVOT ως την πρώτη μελέτη καρδιαγγειακών εκβάσεων στην οποία συγκρίθηκαν head-to-head δύο θεραπείες της οικογένειας των incretins αντί ενός φαρμάκου με placebo.
8% χαμηλότερος καταγεγραμμένος ρυθμός καρδιαγγειακών συμβαμάτων
Στη μελέτη, το πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο —καρδιαγγειακός θάνατος, έμφραγμα ή εγκεφαλικό— εμφανίστηκε στο 12,2% των ασθενών που έλαβαν tirzepatide και στο 13,1% εκείνων που έλαβαν dulaglutide.
Η αναλογία κινδύνου ήταν 0,92, κάτι που αντιστοιχεί σε 8% χαμηλότερο σχετικό ρυθμό συμβαμάτων υπέρ της tirzepatide.
Υπάρχει όμως μία σημαντική επιστημονική λεπτομέρεια.
Η μελέτη πέτυχε τον προκαθορισμένο στόχο της μη κατωτερότητας, δηλαδή απέδειξε ότι η tirzepatide δεν ήταν χειρότερη από τη dulaglutide ως προς το MACE-3.
Ωστόσο, η στατιστική δοκιμή για υπεροχή έναντι της dulaglutide δεν έφθασε το προκαθορισμένο όριο στατιστικής σημαντικότητας: το 95,3% διάστημα εμπιστοσύνης ήταν 0,83-1,01 και το p για υπεροχή ήταν 0,09.
Επομένως, είναι ακριβέστερο να αναφέρεται ότι καταγράφηκε 8% χαμηλότερος ρυθμός MACE, όχι ότι το Mounjaro απέδειξε στατιστικά ανώτερη καρδιαγγειακή προστασία από το Trulicity.
Τι ακριβώς ενέκρινε ο FDA
Η νέα ένδειξη αφορά ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
Το Mounjaro ήταν ήδη εγκεκριμένο στις ΗΠΑ ως συμπλήρωμα της διατροφής και της άσκησης για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ενώ η τρέχουσα αμερικανική ένδειξη περιλαμβάνει πλέον και παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω για τον γλυκαιμικό έλεγχο.
Η καρδιαγγειακή ένδειξη αφορά τους ενήλικες υψηλού κινδύνου.
Διπλός μηχανισμός GIP και GLP-1
Η tirzepatide διαφοροποιείται από τους κλασικούς αγωνιστές GLP-1 επειδή δρα ταυτόχρονα σε δύο υποδοχείς:
GIP – glucose-dependent insulinotropic polypeptide
και
GLP-1 – glucagon-like peptide-1.
Η διπλή αυτή δράση επηρεάζει τον γλυκαιμικό έλεγχο, την έκκριση ινσουλίνης και άλλες μεταβολικές διαδικασίες.
Το Mounjaro χορηγείται μία φορά την εβδομάδα με υποδόρια ένεση.
Η καρδιά μπαίνει στον πυρήνα της θεραπείας του διαβήτη
Η νέα έγκριση αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη αλλαγή στην αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2.
Για πολλά χρόνια ο βασικός στόχος της θεραπείας ήταν κυρίως η μείωση της γλυκόζης και της HbA1c.
Σήμερα, όμως, η θεραπεία αξιολογείται όλο και περισσότερο με βάση το εάν μπορεί να μειώσει και τις σοβαρές επιπλοκές που καθορίζουν τελικά την πρόγνωση του ασθενούς: έμφραγμα, εγκεφαλικό, καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρική νόσο και πρόωρο θάνατο.
Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες για τον διαβήτη δίνουν σημαντικό βάρος σε GLP-1 αγωνιστές και SGLT2 αναστολείς με τεκμηριωμένο καρδιαγγειακό όφελος, ιδιαίτερα σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο ή υψηλό κίνδυνο.
Το μήνυμα της Eli Lilly
Ο Kenneth Custer, εκτελεστικός αντιπρόεδρος και επικεφαλής της Lilly Cardiometabolic Health, υπογράμμισε ότι η εταιρεία επέλεξε να συγκρίνει το Mounjaro με ένα GLP-1 φάρμακο που είχε ήδη αποδειχθεί καρδιοπροστατευτικό.
Όπως ανέφερε, για τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 η καρδιαγγειακή νόσος παραμένει μία από τις μεγαλύτερες απειλές, επομένως η δυνατότητα ενός φαρμάκου να συνδυάζει μεταβολικό έλεγχο και μείωση σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων αποκτά ιδιαίτερη κλινική αξία.
«Η καρδιαγγειακή υγεία πρέπει να μας απασχολεί από την αρχή»
Ο Dr David D’Alessio, διευθυντής της Division of Endocrinology and Metabolism στο Duke University School of Medicine και ένας από τους συγγραφείς της SURPASS-CVOT, τόνισε ότι η καρδιαγγειακή υγεία δεν θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο παρέμβασης μόνο μετά την εμφάνιση ενός σοβαρού συμβάματος.
Η φιλοσοφία της σύγχρονης θεραπείας μετακινείται επομένως προς την πρόληψη του πρώτου ή του επόμενου καρδιαγγειακού επεισοδίου, παράλληλα με τον έλεγχο του σακχάρου.
Mounjaro και απώλεια βάρους: Μία απαραίτητη διευκρίνιση
Η tirzepatide έχει γίνει ευρέως γνωστή και για τη μεγάλη επίδρασή της στο σωματικό βάρος.
Στις ΗΠΑ, όμως, το Mounjaro είναι η εμπορική ονομασία που χρησιμοποιείται για τον διαβήτη τύπου 2.
Η ίδια δραστική ουσία, tirzepatide, κυκλοφορεί ως Zepbound για τη χρόνια διαχείριση του σωματικού βάρους σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών με παχυσαρκία ή υπέρβαρο και συνοδά προβλήματα υγείας.
Η διάκριση έχει σημασία, καθώς η νέα καρδιαγγειακή έγκριση αφορά το Mounjaro στο πλαίσιο του διαβήτη τύπου 2 και όχι γενικά κάθε χρήση της tirzepatide.
Η ευρύτερη μάχη των GLP-1 για καρδιαγγειακές ενδείξεις
Η καρδιαγγειακή προστασία έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία ανταγωνισμού μεταξύ των νεότερων μεταβολικών θεραπειών.
Φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 έχουν ήδη αποκτήσει καρδιαγγειακές ενδείξεις σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών, ενώ οι εταιρείες επενδύουν πλέον σε μεγάλες outcome trials προκειμένου να αποδείξουν ότι τα οφέλη των θεραπειών τους επεκτείνονται πέρα από το σάκχαρο και το σωματικό βάρος.
Η νέα ένδειξη του Mounjaro προσθέτει πλέον τη διπλή GIP/GLP-1 αγωνιστική δράση σε αυτή τη νέα εποχή της καρδιομεταβολικής θεραπείας.
Δεν αντικαθίσταται η συνολική διαχείριση του καρδιαγγειακού κινδύνου
Παρά τη νέα ένδειξη, ένα φάρμακο δεν αντιμετωπίζει μόνο του το σύνολο του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Η αντιμετώπιση του ασθενούς με διαβήτη τύπου 2 εξακολουθεί να απαιτεί έλεγχο:
- της αρτηριακής πίεσης,
- της LDL χοληστερόλης,
- της γλυκόζης,
- του σωματικού βάρους,
- του καπνίσματος,
- της νεφρικής λειτουργίας,
- της διατροφής και της φυσικής δραστηριότητας.
Η American Heart Association χαρακτηρίζει τον διαβήτη έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και τονίζει ότι ο αποτελεσματικός έλεγχος των πολλαπλών παραγόντων κινδύνου παραμένει κεντρικό στοιχείο της πρόληψης.
Τα δεδομένα ασφάλειας
Στη SURPASS-CVOT, η συνολική συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων, αν και γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν συχνότερα με την tirzepatide.
Όπως συμβαίνει με όλες τις συνταγογραφούμενες θεραπείες, η επιλογή του φαρμάκου πρέπει να γίνεται από τον θεράποντα ιατρό με βάση το συνολικό ιστορικό, τις συννοσηρότητες, τα συγχορηγούμενα φάρμακα και το προφίλ κινδύνου του κάθε ασθενούς.
Τι αλλάζει στην πράξη μετά την απόφαση του FDA
Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της απόφασης είναι ότι οι Αμερικανοί γιατροί μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν το Mounjaro σε κατάλληλους ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 όχι μόνο με στόχο τη ρύθμιση του σακχάρου, αλλά και με επίσημα αναγνωρισμένο στόχο τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακού θανάτου, εμφράγματος ή εγκεφαλικού επεισοδίου.
Σε μια νόσο όπου η καρδιαγγειακή επιβάρυνση παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας νοσηρότητας και θνησιμότητας, αυτή η αλλαγή στην επισήμανση του φαρμάκου ενισχύει περαιτέρω τη μετάβαση από τη στενή «ρύθμιση του σακχάρου» σε μια ολοκληρωμένη καρδιομεταβολική θεραπευτική στρατηγική.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Πως το Ozempic και Mounjaro αλλάζουν και τα ράφια των σούπερ μάρκετ
Ινδικές αρχές εντόπισαν ύποπτα πλαστά Mounjaro – Συλλήψεις

