Μία μεγάλη μετα-ανάλυση στο The Lancet επιχειρεί να ξεκαθαρίσει το τοπίο γύρω από τις παρενέργειες των στατινών και καταλήγει ότι οι περισσότερες προειδοποιήσεις στα φύλλα οδηγιών δεν επιβεβαιώνονται ως αιτιωδώς συνδεδεμένες με τη θεραπεία όταν εξετάζονται διπλά τυφλές τυχαιοποιημένες μελέτες.
- Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή

Μία από τις πιο εκτεταμένες αναλύσεις για την ασφάλεια των στατινών καταλήγει ότι οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναγράφονται στα φύλλα οδηγιών δεν τεκμηριώνονται ως αιτιωδώς συνδεδεμένες με τη θεραπεία όταν εξετάζονται δεδομένα από μεγάλες, διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές. Η εικόνα δεν είναι «μηδενικού κινδύνου», αλλά σαφώς πιο καθησυχαστική από όσο συχνά πιστεύεται.
Οι στατίνες βρίσκονται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο μιας επίμονης συζήτησης γύρω από τις παρενέργειές τους. Μια νέα μετα-ανάλυση ατομικών δεδομένων συμμετεχόντων από την Cholesterol Treatment Trialists’ Collaboration, που δημοσιεύθηκε στο The Lancet, επιχειρεί να βάλει πιο σταθερή επιστημονική βάση σε αυτή τη συζήτηση. Το βασικό της συμπέρασμα είναι ότι, πέρα από τις ήδη γνωστές επιδράσεις στους μύες και τη μικρή αύξηση στον κίνδυνο διάγνωσης διαβήτη, οι περισσότερες από τις πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες που αποδίδονται στις στατίνες στα επίσημα φύλλα οδηγιών δεν υποστηρίζονται από δεδομένα διπλά τυφλών τυχαιοποιημένων δοκιμών.
Τι εξέτασε η μελέτη
Οι ερευνητές συγκέντρωσαν ατομικά δεδομένα από 19 μεγάλες διπλά τυφλές δοκιμές στατίνης έναντι placebo με 123.940 συμμετέχοντες και διάμεση παρακολούθηση 4,5 έτη. Παράλληλα, ανέλυσαν και τέσσερις ακόμη διπλά τυφλές δοκιμές με 30.724 συμμετέχοντες που συνέκριναν εντατικότερα με λιγότερο εντατικά σχήματα στατίνης. Για να περιληφθεί μια μελέτη, έπρεπε να έχει τουλάχιστον 1.000 συμμετέχοντες, προγραμματισμένη θεραπεία τουλάχιστον δύο ετών και τυφλή τυχαιοποιημένη σύγκριση.
Η ομάδα δημιούργησε πρώτα κατάλογο με όλες τις «ανεπιθύμητες ενέργειες» που αναφέρονται στα επίσημα product labels πέντε ευρέως χρησιμοποιούμενων στατινών και στη συνέχεια έλεγξε αν αυτές οι συσχετίσεις επιβεβαιώνονται σε αυστηρά τυχαιοποιημένα και διπλά τυφλά δεδομένα. Αυτή η προσέγγιση έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί πολλές προειδοποιήσεις στα φύλλα οδηγιών προκύπτουν από παρατηρητικές μελέτες, αναφορές περιστατικών ή μετακυκλοφοριακή φαρμακοεπαγρύπνηση, πηγές χρήσιμες μεν, αλλά πιο ευάλωτες σε μεροληψία όταν εξετάζονται συχνά ή μη ειδικά συμπτώματα.
Τι βρήκαν οι ερευνητές
Το πιο ηχηρό εύρημα είναι ότι, από 66 πρόσθετες ανεπιθύμητες εκβάσεις που είχαν αποδοθεί στις στατίνες στα φύλλα οδηγιών, μόνο τέσσερις εμφάνισαν στατιστικά σημαντική περίσσεια κινδύνου μετά τον έλεγχο για πολλαπλές συγκρίσεις: αυξημένες τρανσαμινάσες, άλλες ανωμαλίες στις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, μεταβολές στη σύσταση των ούρων και οίδημα. Ακόμη και γι’ αυτές, το απόλυτο ετήσιο επιπλέον φορτίο ήταν μικρό. Για τις συνδυασμένες διαταραχές ηπατικής λειτουργίας, η απόλυτη ετήσια επιβάρυνση ήταν 0,13%, ενώ για το οίδημα η διαφορά ήταν επίσης πολύ μικρή.
Στις συγκρίσεις πιο εντατικής έναντι λιγότερο εντατικής θεραπείας, οι ανωμαλίες ηπατικών δοκιμασιών επανεμφανίστηκαν ως εύρημα, κάτι που ενισχύει την πιθανότητα δοσοεξαρτώμενης σχέσης. Αντίθετα, η μεταβολή στη σύσταση των ούρων και το οίδημα δεν εμφάνισαν αντίστοιχα σταθερό σήμα στις συγκρίσεις έντασης θεραπείας. Αυτό σημαίνει ότι το ηπατικό βιοχημικό σήμα φαίνεται πιο συνεπές, ενώ για τα άλλα δύο η κλινική σημασία μένει λιγότερο ξεκάθαρη.
Ποιες συχνές ανησυχίες δεν επιβεβαιώθηκαν
Η ανάλυση δεν βρήκε τεκμηριωμένη αιτιώδη σχέση ανάμεσα στις στατίνες και στην πλειονότητα των υπόλοιπων παθήσεων ή συμπτωμάτων που συχνά αναφέρονται στα φύλλα οδηγιών. Σε αυτά περιλαμβάνονται η γνωστική έκπτωση ή η απώλεια μνήμης, η κατάθλιψη, οι διαταραχές ύπνου, η περιφερική νευροπάθεια, η στυτική και σεξουαλική δυσλειτουργία, η κόπωση, η ναυτία, ο πονοκέφαλος, η αύξηση βάρους και αρκετές άλλες καταστάσεις. Με απλά λόγια, το ότι ένα σύμπτωμα εμφανίζεται ενώ κάποιος παίρνει στατίνη δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το προκαλεί η στατίνη.
Το Oxford Population Health το έθεσε ακόμη πιο καθαρά: για σχεδόν όλες τις προειδοποιήσεις στα φύλλα οδηγιών, οι αναφορές ήταν παρόμοιες στους χρήστες στατίνης και στους χρήστες placebo. Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι συμπτώματα όπως κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, κόπωση και πονοκέφαλος δεν εμφάνισαν σημαντική αύξηση στους ασθενείς που λάμβαναν στατίνες.
Γιατί έχει σημασία για τη δημόσια υγεία
Η σημασία των ευρημάτων δεν είναι θεωρητική. Οι στατίνες παραμένουν από τα σημαντικότερα εργαλεία πρόληψης εμφράγματος και εγκεφαλικού, όμως ο φόβος για παρενέργειες οδηγεί αρκετούς ασθενείς είτε να μην αρχίζουν ποτέ θεραπεία είτε να τη διακόπτουν νωρίς. Οι συγγραφείς, αλλά και ανεξάρτητοι ειδικοί που σχολίασαν τη μελέτη, υποστηρίζουν ότι οι σημερινές διατυπώσεις σε πολλά φύλλα οδηγιών μπορεί να διογκώνουν τον κίνδυνο και να δυσκολεύουν την ορθή στάθμιση οφέλους-κινδύνου από γιατρούς και ασθενείς.
Η Christina Reith, επικεφαλής συγγραφέας, υπογράμμισε ότι η σύγχυση γύρω από πιθανές παρενέργειες αποτρέπει άτομα υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου από μια θεραπεία που μπορεί να αποτρέψει σοβαρή αναπηρία ή θάνατο από έμφραγμα και εγκεφαλικό. Από την πλευρά του, ο Rory Collins σημείωσε ότι οι επίσημες πληροφορίες για τις στατίνες χρειάζονται ταχεία αναθεώρηση ώστε οι αποφάσεις να στηρίζονται σε πιο αξιόπιστα δεδομένα.
Η κρίσιμη επιφύλαξη
Παρά τη βαρύτητα της ανάλυσης, οι ίδιοι οι εξωτερικοί σχολιαστές προειδοποιούν ότι το paper δεν «σβήνει» αυτομάτως κάθε πιθανότητα για πολύ σπάνια ανεπιθύμητα συμβάντα. Ορισμένες επιδράσεις που αναγράφονται ως εξαιρετικά σπάνιες μπορεί να μην εμφανίζονται αρκετά συχνά ούτε σε τόσο μεγάλες βάσεις τυχαιοποιημένων δεδομένων. Επιπλέον, οι κλινικές δοκιμές συνήθως περιλαμβάνουν πιο επιλεγμένους ασθενείς από την πραγματική καθημερινή πράξη, όπου υπάρχουν μεγαλύτερη ηλικία, πολυφαρμακία και περισσότερες συννοσηρότητες.
Με άλλα λόγια, η μελέτη ενισχύει πολύ ισχυρά το επιχείρημα ότι οι περισσότερες συνήθεις ανησυχίες για τις στατίνες δεν είναι αιτιωδώς τεκμηριωμένες, αλλά δεν σημαίνει ότι κάθε ασθενής πρέπει να αγνοεί νέα συμπτώματα. Το πρακτικό μήνυμα είναι διαφορετικό: όχι διακοπή από φόβο ή φήμη, αλλά εξατομικευμένη αξιολόγηση με τον γιατρό όταν εμφανίζεται κάτι νέο ή ενοχλητικό.
Τι αλλάζει στην πράξη
Η μελέτη ενισχύει μια πιο ψύχραιμη, evidence-based συζήτηση γύρω από τις στατίνες. Δεν αναιρεί τις γνωστές προειδοποιήσεις για μυϊκές ανεπιθύμητες ενέργειες και διαβήτη, ούτε υποβαθμίζει την ανάγκη παρακολούθησης της ηπατικής βιοχημείας όπου ενδείκνυται. Δείχνει όμως ότι πολλά από τα συμπτώματα που συχνά αποδίδονται μηχανικά στη θεραπεία πιθανότατα δεν προκαλούνται από αυτήν. Σε μια εποχή όπου η παραπληροφόρηση για τις στατίνες επιμένει, αυτό το εύρημα έχει άμεση αξία για τη συμμόρφωση, τη δημόσια υγεία και την κλινική πράξη.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Στατίνες: Πόσο ασφαλή είναι τα φάρμακα για τη χοληστερόλη
Στατίνες: Γιατί προκαλούν πόνο στους μύες – Νέα μελέτη απαντά

