Η Roche εξασφάλισε νέα έγκριση στις ΗΠΑ για το Tecentriq και το υποδόριο Tecentriq Hybreza ως επικουρική θεραπεία σε ενήλικες με μυοδιηθητικό καρκίνο ουροδόχου κύστης και ανιχνεύσιμη μοριακή υπολειπόμενη νόσο μέσω ctDNA μετά από κυστεκτομή.
- Γράφει ο Κοσμάς Ζακυνθινός

Νέα ένδειξη για το Tecentriq στον μυοδιηθητικό καρκίνο κύστης
Μια νέα σελίδα στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης ανοίγει η Roche, καθώς το Tecentriq και η υποδόρια μορφή Tecentriq Hybreza έλαβαν νέα έγκριση στις Ηνωμένες Πολιτείες ως επικουρική θεραπεία για ενήλικες ασθενείς με μυοδιηθητικό καρκίνο ουροδόχου κύστης μετά από κυστεκτομή.
Η έγκριση αφορά ασθενείς στους οποίους ανιχνεύεται κυκλοφορούν DNA όγκου και ειδικότερα μοριακή υπολειπόμενη νόσος μετά τη χειρουργική επέμβαση, μέσω του εξατομικευμένου τεστ αίματος Signatera της Natera.
Πρόκειται για τη 11η ένδειξη του Tecentriq στις ΗΠΑ και, ταυτόχρονα, για μια ρυθμιστική απόφαση με ιδιαίτερο βάρος, καθώς συνδέει την ανοσοθεραπεία με ένα μοριακό εργαλείο παρακολούθησης της υπολειπόμενης νόσου.
Η πρώτη ctDNA-guided έγκριση θεραπείας από τον FDA
Η απόφαση του FDA, της Αμερικανικής Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων, θεωρείται ορόσημο, καθώς αποτελεί την πρώτη έγκριση θεραπείας που καθοδηγείται από την ανίχνευση ctDNA, δηλαδή κυκλοφορούντος DNA όγκου στο αίμα.
Το Signatera λειτουργεί ως εξατομικευμένη εξέταση μοριακής υπολειπόμενης νόσου. Στόχος του είναι να εντοπίζει ίχνη καρκινικού DNA στο αίμα πριν η υποτροπή γίνει ορατή με τις συνήθεις απεικονιστικές εξετάσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, οι γιατροί μπορούν να διακρίνουν ποιοι ασθενείς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο επανεμφάνισης της νόσου μετά την επέμβαση και ποιοι ενδέχεται να αποφύγουν με ασφάλεια μια πρόσθετη θεραπεία.
Ο Levi Garraway, επικεφαλής ιατρικός διευθυντής και επικεφαλής παγκόσμιας ανάπτυξης προϊόντων της Roche, ανέφερε ότι ο συνδυασμός της ανοσοθεραπείας Tecentriq με σύγχρονο έλεγχο MRD επιτρέπει ακριβέστερο εντοπισμό των ασθενών που είναι υποψήφιοι για θεραπευτική παρέμβαση, αλλά και εκείνων που μπορούν να αποφύγουν περιττή θεραπεία.
Γιατί έχει σημασία μετά την κυστεκτομή
Η κυστεκτομή, δηλαδή η χειρουργική αφαίρεση της ουροδόχου κύστης, συχνά σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, αποτελεί βασική θεραπευτική επιλογή για ασθενείς με μυοδιηθητικό καρκίνο κύστης.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Roche, σχεδόν οι μισοί από τους περισσότερους από 150.000 ασθενείς που υποβάλλονται κάθε χρόνο διεθνώς σε αυτή την επέμβαση εμφανίζουν υποτροπή μετά το χειρουργείο.
Μέχρι σήμερα, οι γιατροί βασίζονταν κυρίως στο στάδιο του όγκου και σε κλασικούς παθολογοανατομικούς δείκτες για να αποφασίσουν αν ένας ασθενής χρειάζεται θεραπεία μετά την επέμβαση. Αυτή η προσέγγιση, αν και χρήσιμη, δεν αποτυπώνει πάντα με ακρίβεια τον πραγματικό βιολογικό κίνδυνο υποτροπής.
Η ανίχνευση ctDNA έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, προσφέροντας ένα πιο άμεσο μοριακό σήμα ότι καρκινικά κύτταρα μπορεί να παραμένουν στον οργανισμό μετά τη χειρουργική θεραπεία.
Τα δεδομένα της μελέτης IMvigor011
Η έγκριση βασίστηκε στα δεδομένα της μελέτης φάσης 3 IMvigor011 της Roche. Πρόκειται για την πρώτη προοπτική μελέτη φάσης 3 που έδειξε σημαντική βελτίωση της επιβίωσης στον μυοδιηθητικό καρκίνο κύστης μέσα από προσέγγιση καθοδηγούμενη από ctDNA.
Στη μελέτη, 761 συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε διαδοχικό έλεγχο ctDNA για διάστημα άνω του ενός έτους μετά τη χειρουργική επέμβαση. Από αυτούς, 250 ασθενείς εντάχθηκαν στη θεραπευτική φάση της δοκιμής, με βάση το αποτέλεσμα της εξέτασης, και αξιολογήθηκαν είτε με Tecentriq είτε με εικονικό φάρμακο.
Στους ασθενείς που κρίθηκαν κατάλληλοι για θεραπεία μέσω του Signatera, το Tecentriq μείωσε τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου ή θανάτου κατά 36%. Παράλληλα, μείωσε ειδικά τον κίνδυνο θανάτου κατά 41%.
Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν την ιδέα ότι η θεραπεία μετά την κυστεκτομή δεν χρειάζεται να δίνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασθενείς, αλλά μπορεί να καθοδηγείται από μοριακά στοιχεία που δείχνουν πραγματικό υπολειπόμενο κίνδυνο.
Από την αποτυχία της IMvigor010 στη νέα στρατηγική
Η νέα έγκριση έχει ιδιαίτερη σημασία και για την ίδια τη Roche, καθώς έρχεται μετά την αλλαγή στρατηγικής της εταιρείας στον μυοδιηθητικό καρκίνο κύστης.
Η προηγούμενη μελέτη IMvigor010, η οποία αξιολόγησε το Tecentriq σε μη επιλεγμένο πληθυσμό ασθενών με μυοδιηθητικό καρκίνο κύστης, δεν είχε πετύχει τον πρωτεύοντα στόχο της ελεύθερης νόσου επιβίωσης το 2020.
Η μετάβαση σε μια ctDNA-guided προσέγγιση άλλαξε το ερώτημα. Αντί να εξετάζεται αν όλοι οι ασθενείς μετά την κυστεκτομή πρέπει να λάβουν ανοσοθεραπεία, η νέα στρατηγική εστιάζει στο ποιοι ασθενείς έχουν μοριακές ενδείξεις υπολειπόμενης νόσου και άρα μεγαλύτερη πιθανότητα να ωφεληθούν.
Αυτή η διαφοροποίηση αποτυπώνει ευρύτερη μετατόπιση στην ογκολογία: λιγότερη θεραπεία για όσους δεν τη χρειάζονται και πιο έγκαιρη παρέμβαση για όσους έχουν πραγματικό κίνδυνο υποτροπής.
Η συμβολή της Natera και του Signatera
Η Natera διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην έγκριση, καθώς το Signatera αποτέλεσε το companion diagnostic εργαλείο που επέτρεψε την επιλογή των ασθενών.
Ο Alexey Aleshin, εταιρικός ιατρικός διευθυντής και γενικός διευθυντής ογκολογίας της Natera, είχε αναφέρει ότι ο συνδυασμός θεραπείας και διαγνωστικού εργαλείου θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο διαχείρισης του χειρουργήσιμου καρκίνου της ουροδόχου κύστης για δεκάδες χιλιάδες ασθενείς που διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο με μυοδιηθητική νόσο.
Η αξία του τεστ δεν περιορίζεται στην πρόβλεψη υποτροπής. Στην πράξη, μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της αβεβαιότητας μετά το χειρουργείο, μια περίοδο κατά την οποία οι ασθενείς και οι γιατροί καλούνται να αποφασίσουν αν χρειάζεται περαιτέρω θεραπεία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τοξικότητα, την ποιότητα ζωής και το κόστος.
Τι σημαίνει για τους ασθενείς
Η Meri-Margaret Deoudes, διευθύνουσα σύμβουλος του Bladder Cancer Advocacy Network, σημείωσε ότι η έγκριση μπορεί να επιτρέψει στους γιατρούς να προσφέρουν θεραπεία επιλεκτικά στους ασθενείς που έχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής και τη μεγαλύτερη πιθανότητα να ωφεληθούν από την ανοσοθεραπεία.
Για τους ασθενείς με αρνητικό ctDNA, η ίδια προσέγγιση μπορεί να μειώσει την έκθεση σε θεραπεία που ενδεχομένως δεν είναι απαραίτητη. Αυτό έχει μεγάλη σημασία στην καθημερινή ογκολογική πρακτική, καθώς οι αποφάσεις μετά το χειρουργείο συχνά γίνονται μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας.
Με τη νέα προσέγγιση, το ερώτημα μετατοπίζεται από το «ποιος μπορεί να λάβει θεραπεία» στο «ποιος έχει πραγματικά ανάγκη θεραπείας τώρα».
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Καρκίνος του ήπατος: Επιτυχία σε συνδυαστική θεραπεία Tecentriq-Avastin
Καρκίνος του Πνεύμονα: Το Tecentriq της Roche αυξάνει τη διάρκεια επιβίωσης

