Η υψηλότερη πρόσληψη βιταμίνης D κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να συνδέεται με καλύτερες επιδόσεις των παιδιών σε συγκεκριμένα τεστ μνήμης στην ηλικία των 10 ετών, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open.
- Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή

Τα ευρήματα δείχνουν πιθανή επίδραση στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, αλλά οι ειδικοί τονίζουν ότι δεν δικαιολογούν αυτοσχέδια λήψη υψηλών δόσεων από εγκύους.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στη Δανία και παρακολούθησε σχεδόν 500 παιδιά έως την ηλικία των 10 ετών. Οι ερευνητές εξέτασαν αν η χορήγηση υψηλότερης δόσης βιταμίνης D3 κατά την εγκυμοσύνη συνδέεται με καλύτερες γνωστικές επιδόσεις αργότερα στην παιδική ηλικία.
Οι έγκυες που συμμετείχαν είχαν χωριστεί τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα έλαβε υψηλότερη δόση βιταμίνης D3, δηλαδή 2.400 διεθνείς μονάδες ημερησίως επιπλέον της συνήθους προγεννητικής ποσότητας. Η άλλη ομάδα έλαβε τη συνιστώμενη βασική δόση των 400 διεθνών μονάδων ημερησίως.
Στην ηλικία των 10 ετών, τα παιδιά υποβλήθηκαν σε σειρά νευρογνωστικών τεστ. Εκείνα των οποίων οι μητέρες είχαν λάβει υψηλότερη δόση βιταμίνης D εμφάνισαν μέτρια καλύτερες επιδόσεις σε ορισμένες δοκιμασίες λεκτικής μνήμης, οπτικής μνήμης και γνωστικής ευελιξίας. Η γνωστική ευελιξία αφορά την ικανότητα ενός παιδιού να αλλάζει εστίαση, να προσαρμόζεται σε νέες απαιτήσεις και να μεταβαίνει από μία εργασία σε άλλη.
Δεν καταγράφηκε αύξηση της συνολικής νοημοσύνης
Παρά το ενδιαφέρον των ευρημάτων, οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν σημαντικές διαφορές στη συνολική νοημοσύνη των παιδιών. Με άλλα λόγια, η μελέτη δεν δείχνει ότι η υψηλότερη δόση βιταμίνης D στην εγκυμοσύνη κάνει τα παιδιά συνολικά «εξυπνότερα».
Η διαφορά εντοπίστηκε σε πιο ειδικούς τομείς, κυρίως στη μνήμη και σε λειτουργίες που σχετίζονται με την προσαρμογή σε νέες γνωστικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με την Dr. Leana Wen, γιατρό επειγόντων και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο George Washington University, τα αποτελέσματα είναι στατιστικά σημαντικά, αλλά μέτρια. Επομένως, δεν πρέπει να οδηγήσουν σε υπερβολικές ερμηνείες ή σε απότομες αλλαγές συμπεριφοράς.
Γιατί η μελέτη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον
Ένα από τα ισχυρά σημεία της μελέτης είναι ο σχεδιασμός της. Πρόκειται για τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή, κάτι που τη διαφοροποιεί από πολλές προηγούμενες έρευνες για τη βιταμίνη D και τη νευροανάπτυξη, οι οποίες ήταν κυρίως παρατηρητικές.
Στις παρατηρητικές μελέτες, οι ερευνητές μπορούν να εντοπίσουν συσχετίσεις, αλλά δεν μπορούν εύκολα να ξεχωρίσουν αν ένας παράγοντας προκαλεί πράγματι το αποτέλεσμα ή αν παρεμβαίνουν άλλες μεταβλητές. Η τυχαιοποίηση μειώνει αυτόν τον κίνδυνο και ενισχύει την αξιοπιστία των συμπερασμάτων.
Επιπλέον, οι ερευνητές παρακολούθησαν τα παιδιά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλές παλαιότερες μελέτες αξιολογούσαν την ανάπτυξη στη βρεφική ή πρώιμη παιδική ηλικία. Εδώ, όμως, η αξιολόγηση έγινε στα 10 χρόνια, όταν μπορούν να εξεταστούν πιο σύνθετες λειτουργίες, όπως η μνήμη και η εκτελεστική λειτουργία.
Ο ρόλος της βιταμίνης D στον εγκέφαλο
Η βιταμίνη D δεν συνδέεται μόνο με τα οστά και το ανοσοποιητικό σύστημα. Υποδοχείς της βιταμίνης D έχουν εντοπιστεί και σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη μνήμη και την εκτελεστική λειτουργία. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί τα οφέλη στη μελέτη φάνηκαν περισσότερο σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία και όχι στη συνολική νοημοσύνη.
Συνοδευτικό σχόλιο της μελέτης σημειώνει ότι η βιταμίνη D μπορεί να λειτουργεί περισσότερο ως αναπτυξιακό μόριο σηματοδότησης, με σύνθετες επιδράσεις, παρά ως θρεπτικό συστατικό με ένα απλό «όριο» πάνω από το οποίο εμφανίζεται καθαρό όφελος. Γι’ αυτό και οι ερευνητές δεν εντόπισαν ένα συγκεκριμένο επίπεδο βιταμίνης D στο αίμα της μητέρας που να προβλέπει με σαφήνεια καλύτερες γνωστικές επιδόσεις στα παιδιά.
Τι ισχύει σήμερα για τη βιταμίνη D στην εγκυμοσύνη
Σύμφωνα με τις ισχύουσες συστάσεις του American College of Obstetricians and Gynecologists, δεν προτείνεται καθολικός έλεγχος για ανεπάρκεια βιταμίνης D σε όλες τις εγκύους. Ωστόσο, ο έλεγχος μπορεί να εξεταστεί σε γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας.
Σε αυτή την ομάδα μπορεί να ανήκουν έγκυοι με περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, πιο σκούρο χρώμα δέρματος, ορισμένες γαστρεντερικές παθήσεις ή παχυσαρκία. Τα περισσότερα προγεννητικά συμπληρώματα περιέχουν ήδη βιταμίνη D, συνήθως περίπου 400 διεθνείς μονάδες ημερησίως.
Όταν διαπιστώνεται ανεπάρκεια βιταμίνης D στην εγκυμοσύνη, η χορήγηση 1.000 έως 2.000 διεθνών μονάδων ημερησίως θεωρείται γενικά ασφαλής. Ωστόσο, η δόση που χρησιμοποιήθηκε στη νέα μελέτη ήταν υψηλότερη από την τυπική προγεννητική πρόσληψη. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι επικίνδυνη, αλλά ούτε ότι όλες οι έγκυοι πρέπει να την υιοθετήσουν χωρίς ιατρική καθοδήγηση.
Οι κίνδυνοι από την υπερβολική λήψη
Η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να συσσωρευτεί στον οργανισμό όταν λαμβάνεται σε υπερβολικές ποσότητες. Πολύ υψηλά επίπεδα βιταμίνης D μπορούν να αυξήσουν το ασβέστιο στο αίμα, προκαλώντας ναυτία, εμετούς, πέτρες στα νεφρά και νεφρική βλάβη. Σε σοβαρές περιπτώσεις, η υπερασβεστιαιμία μπορεί να επηρεάσει την καρδιά και άλλα όργανα.
Η εγκυμοσύνη είναι επίσης περίοδος κατά την οποία πολλές γυναίκες λαμβάνουν περισσότερα από ένα συμπληρώματα. Έτσι, μια έγκυος μπορεί να παίρνει ήδη βιταμίνη D μέσω του προγεννητικού σκευάσματος και στη συνέχεια να προσθέσει επιπλέον υψηλή δόση, χωρίς να γνωρίζει τη συνολική ημερήσια πρόσληψη.
Γι’ αυτό οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι μεγάλες δόσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται χωρίς συζήτηση με τον μαιευτήρα ή τον θεράποντα γιατρό.
Τι πρέπει να κάνουν οι έγκυοι
Τα ευρήματα της μελέτης είναι σημαντικά, αλλά δεν αρκούν για να αλλάξουν άμεσα οι γενικές οδηγίες. Η Dr. Leana Wen τονίζει ότι οι έγκυοι δεν πρέπει να ξεκινήσουν από μόνες τους υψηλές δόσεις βιταμίνης D με βάση αυτή τη μελέτη.
Η σωστή προσέγγιση είναι εξατομικευμένη. Μια γυναίκα με ανεπάρκεια ή αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας μπορεί να χρειαστεί επιπλέον συμπλήρωμα. Ωστόσο, η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται στο πλαίσιο της συνολικής προγεννητικής φροντίδας, με βάση το ιστορικό, τις εξετάσεις και τις ανάγκες της εγκύου.
Η ανάπτυξη του παιδιού δεν εξαρτάται από ένα μόνο θρεπτικό συστατικό
Η διατροφή στην εγκυμοσύνη έχει μεγάλη σημασία, αλλά κανένα μεμονωμένο συστατικό δεν καθορίζει από μόνο του τη μελλοντική γνωστική ανάπτυξη ενός παιδιού. Η τακτική προγεννητική παρακολούθηση, η ισορροπημένη διατροφή, η λήψη προγεννητικής βιταμίνης όπως έχει συστηθεί, η αποφυγή καπνού και αλκοόλ, η ρύθμιση χρόνιων νοσημάτων και η σωματική δραστηριότητα αποτελούν βασικούς παράγοντες για την υγεία μητέρας και παιδιού.
Εξίσου σημαντικοί είναι ο ύπνος και η ψυχική υγεία της εγκύου. Το χρόνιο στρες, η ανεπαρκής ξεκούραση και η μη αντιμετωπισμένη κατάθλιψη μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ευεξία της μητέρας όσο και την πορεία της εγκυμοσύνης.
Μετά τη γέννηση, η ανάπτυξη του παιδιού συνεχίζει να διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες: σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, συναισθηματική υποστήριξη, ύπνο, διατροφή και ευκαιρίες πρώιμης μάθησης.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Ανάκληση σε 350.000+ βιταμίνες και συμπληρώματα με σίδηρο
Βιταμίνη D και Αλτσχάιμερ: Μελέτη τη συνδέει με χαμηλότερα επίπεδα Ταυ

