Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Έγκριση στη νέα θεραπεία RINVOQ της AbbVie

Το RINVOQ (upadacitinib) της βιοφαρμακευτικής εταιρείας AbbVie ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ρευματοειδή αρθρίτιδα οι οποίοι δεν έχουν ανταποκριθεί επαρκώς, ή παρουσιάζουν δυσανεξία, σε ένα ή περισσότερα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs).

Το RINVOQ (upadacitinib) της βιοφαρμακευτικής εταιρείας AbbVie ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ρευματοειδή αρθρίτιδα

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Το upadacitinib είναι ένας άπαξ ημερησίως χορηγούμενος επιλεκτικός και αναστρέψιμος αναστολέας της JAK. Είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη.

«Είμαστε περήφανοι που προσφέρουμε αυτό το άπαξ ημερησίως χορηγούμενο δισκίο ως μια νέα θεραπευτική επιλογή για τους ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ρευματοειδή αρθρίτιδα», δήλωσε ο κ. Michael Severino, M.D., vice chairman και president της AbbVie. «Ως μια εταιρεία που είναι αφοσιωμένη στην ανακάλυψη και παροχή επαναστατικών θεραπειών για τα άτομα που ζουν με ρευματικές νόσους σχεδόν τα τελευταία είκοσι χρόνια, το upadacitinib διευρύνει το χαρτοφυλάκιο θεραπευτικών επιλογών της εταιρείας μας. Για ανθρώπους που ζουν με τη νόσο στην Ευρώπη».

Πέντε μελέτες…

Η έγκριση του RINVOQ (upadacitinib) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στηρίχθηκε σε δεδομένα από το παγκόσμιο πρόγραμμα Φάσης 3 SELECT στη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η μελέτη αξιολόγησε σχεδόν 4.400 ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ρευματοειδή αρθρίτιδα στο πλαίσιο πέντε πιλοτικών μελετών: SELECT-NEXT, SELECT-BEYOND. SELECT-MONOTHERAPY, SELECT-COMPARE και SELECT-EARLY. Οι μελέτες περιλαμβάνουν αξιολογήσεις αποτελεσματικότητας, ασφάλειας και ανεκτικότητας σε διαφορετικούς ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απέτυχαν ή παρουσίασαν δυσανεξία σε θεραπεία με βιολογικά τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα και οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως ή ανταποκρίνονταν ανεπαρκώς σε θεραπεία με μεθοτρεξάτη.

«Σχεδόν 3 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη ζουν με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η πλειονότητα των οποίων δεν επιτυγχάνει ύφεση και ενδέχεται να υποφέρει από πόνο, κόπωση, πρωινή δυσκαμψία στις αρθρώσεις και εξάρσεις», δήλωσε ο Καθηγητής Ronald van Vollenhoven, M.D., Ph.D., Κέντρο Ρευματολογίας και Ανοσολογίας του Άμστερνταμ στις Κάτω Χώρες. «Όπως διαπιστώνεται στο μεγάλο αυτό πρόγραμμα κλινικών μελετών Φάσης 3 στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, το upadacitinib έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει σημαντικά τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου και να βοηθήσει περισσότερους ασθενείς να πετύχουν ύφεση ή χαμηλή ενεργότητα της νόσου».

Σημαντικά στοιχεία από το πρόγραμμα μελετών Φάσης 3 SELECT στη ρευματοειδή αρθρίτιδα

Στις μελέτες Φάσης 3 SELECT, το RINVOQ (upadacitinib) πέτυχε όλα τα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία. Συνολικά, τα ποσοστά χαμηλής ενεργότητας της νόσου (που αξιολογήθηκε βάσει DAS28-CRP≤3,2) και της κλινικής ύφεσης (που αξιολογήθηκε βάσει DAS28-CRP<2,6) ήταν συνεπή στους πληθυσμούς ασθενών, με ή χωρίς μεθοτρεξάτη.

Σημαντικά στοιχεία είναι τα εξής:

• Στη μελέτη SELECT-COMPARE, το upadacitinib σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη κατέδειξε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ύφεσης (όπως παρατηρήθηκε βάσει DAS28-CRP<2,6) έναντι του εικονικού φαρμάκου σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη (29% έναντι 6% τη 12η εβδομάδα με έλεγχο πολλαπλότητας p≤0,001) και έναντι του adalimumab σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη (29% έναντι 18% τη 12η εβδομάδα, ονομαστικό p≤0,001).

• Περισσότεροι ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με RINVOQ (upadacitinib) πέτυχαν ύφεση (όπως παρατηρήθηκε βάσει DAS28-CRP<2,6) σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν θεραπεία με μεθοτρεξάτη στις μελέτες SELECT-MONOTHERAPY (28% έναντι 8% τη 14η εβδομάδα με έλεγχο πολλαπλότητας p≤0,0001) και SELECT-EARLY (48% έναντι 18% την 24η εβδομάδα με έλεγχο πολλαπλότητας p<0,001).

• Το RINVOQ (upadacitinib) επίσης κατέδειξε σημαντικά μεγαλύτερη αναστολή της εξέλιξης της δομικής βλάβης των αρθρώσεων, όπως μετρήθηκε με βάση τη μεταβολή της τροποποιημένης συνολικής βαθμολογίας Sharp (Mtss) από την έναρξη της μελέτης ως μονοθεραπεία σε σύγκριση με θεραπεία με μεθοτρεξάτη (0,1 έναντι 0,7 την 24η εβδομάδα, με έλεγχο πολλαπλότητας p<0,01) και σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη (0,2 έναντι 0,9 την 26η εβδομάδα, με έλεγχο πολλαπλότητας p≤0,001).

• Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού (13,5%), ναυτία (3,5%), αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης στο αίμα (2,5%) και βήχας (2%). Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σοβαρές λοιμώξεις.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις μελέτες είναι διαθέσιμες στο www.clinicaltrials.gov (NCT02706847, NCT03086343, NCT02629159, NCT02706873, NCT02706951).

Νωρίτερα φέτος, το RINVOQ (upadacitinib) έλαβε έγκριση από τον Αμερικάνικο Οργανισμό Τροφίμων & Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ για τη θεραπεία ενηλίκων με μέτρια έως σοβαρή ενεργή ρευματοειδή αρθρίτιδα οι οποίοι παρουσιάζουν ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία στη μεθοτρεξάτη.

Σχετικά με το upadacitinib στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Το RINVOQ (upadacitinib) ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργής ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς οι οποίοι έχουν ανταποκριθεί ανεπαρκώς ή παρουσιάζουν δυσανεξία, σε ένα ή περισσότερα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs). Το upadacitinib είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη.

Σημαντικές πληροφορίες ασφάλειας για την ΕΕ

Το RINVOQ (upadacitinib) αντενδείκνυται για χρήση σε ασθενείς που εμφανίζουν υπερευαισθησία στην ενεργή ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχά του, σε ασθενείς με ενεργή φυματίωση (TB) ή ενεργές σοβαρές λοιμώξεις, σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, καθώς και για χρήση κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης.

Δεν συνιστάται η χρήση σε συνδυασμό με άλλα δραστικά ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.

Σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες λοιμώξεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με RINVOQ (upadacitinib). Οι πιο συχνές σοβαρές λοιμώξεις που αναφέρθηκαν ήταν η πνευμονία και η κυτταρίτιδα. Έχουν αναφερθεί περιστατικά βακτηριδιακής μηνιγγίτιδας. Μεταξύ των ευκαιριακών λοιμώξεων, έχουν αναφερθεί φυματίωση, έρπης ζωστήρας που προσβάλλει πολλά δερματόμια, στοματική/οισοφαγική καντιντίαση και κρυπτοκοκκίαση σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με upadacitinib.

Πριν την έναρξη της αγωγής με RINVOQ (upadacitinib), θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι και τα οφέλη της θεραπείας σε ασθενείς με χρόνια ή υποτροπιάζουσα λοίμωξη ή με ιστορικό σοβαρής ή ευκαιριακής λοίμωξης, σε ασθενείς που έχουν εκτεθεί σε φυματίωση ή έζησαν ή ταξίδεψαν σε περιοχές ενδημικής φυματίωσης ή ενδημικών μυκητιάσεων, καθώς και σε ασθενείς με προϋπάρχουσες παθήσεις που ενδέχεται να προδιαθέτουν τους ασθενείς για λοιμώξεις. Η θεραπεία με upadacitinib θα πρέπει να διακοπεί εάν ο ασθενής εμφανίσει μια σοβαρή ή ευκαιριακή λοίμωξη. Καθώς η επίπτωση των λοιμώξεων σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών είναι υψηλότερη, απαιτείται προσοχή κατά την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου πληθυσμού.

Εξέταση αντιφυματικής αγωγής

Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογηθούν για φυματίωση πριν από την έναρξη θεραπείας με upadacitinib. Θα πρέπει να εξεταστεί η χορήγηση αντιφυματικής αγωγής πριν από την έναρξη αγωγής με upadacitinib σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση. Που δεν έχει προηγουμένως θεραπευτεί ή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για φυματίωση.

Επανενεργοποίηση ιών, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών έρπητα ζωστήρα, αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας αν ένας ασθενής αναπτύξει έρπητα ζωστήρα μέχρι να επιλυθεί το επεισόδιο. Πρέπει να διενεργείται έλεγχος για ιική ηπατίτιδα και παρακολούθηση για επανενεργοποίηση πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με upadacitinib.

Δεν συνιστάται η χρήση εμβολίων από ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή αμέσως πριν από την έναρξη της θεραπείας. Συνιστάται οι ασθενείς να έχουν πραγματοποιήσει τους απαραίτητους εμβολιασμούς, συμπεριλαμβανομένων των εμβολιασμών για προφύλαξη από τον έρπητα ζωστήρα, πριν από την έναρξη της θεραπείας με upadacitinib, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες για την ανοσοποίηση.

Ο κίνδυνος ανάπτυξης κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένου του λεμφώματος, είναι αυξημένος σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Τα ανοσοτροποποιητικά φαρμακευτικά προϊόντα ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένου του λεμφώματος. Τα κλινικά δεδομένα είναι επί του παρόντος περιορισμένα και μακροχρόνιες μελέτες είναι σε εξέλιξη. Έχουν αναφερθεί κακοήθειες, συμπεριλαμβανομένου του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με upadacitinib. Θα πρέπει να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη της αγωγής με upadacitinib πριν από την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με γνωστή κακοήθεια. Εξαιρουμένης της περίπτωσης θεραπευμένου μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος. Ή της ενδεχόμενης συνέχισης της θεραπείας με upadacitinib. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν κάποια κακοήθεια. Συνιστάται η περιοδική εξέταση του δέρματος για ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος.

Απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων<1000 κύτταρα/mm3, απόλυτος αριθμός λεμφοκυττάρων <500 κύτταρα/mm3 ή επίπεδα αιμοσφαιρίνης <8 g/dL αναφέρθηκαν σε <1% των ασθενών σε κλινικές μελέτες. Δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται έναρξη της θεραπείας ή θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά σε ασθενείς με τις συγκεκριμένες αιματολογικές ανωμαλίες. Ανωμαλίες που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της συνήθους διαχείρισης ασθενών.

Καρδιαγγειακές διαταραχές

Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών διαταραχών. Θα πρέπει να πραγματοποιείται διαχείριση των παραγόντων κινδύνου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία) στους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με upadacitinib στο πλαίσιο της συνήθους θεραπείας.

Η θεραπεία με upadacitinib συσχετίστηκε με αύξηση των λιπιδαιμικών παραμέτρων. Μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ολική χοληστερόλη, η χοληστερόλη χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (LDL). Και η χοληστερόλη υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (HDL). Η επίδραση των αυξημένων επιπέδων αυτών των λιπιδαιμικών παραμέτρων στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα δεν έχει προσδιοριστεί.

Η θεραπεία με RINVOQ (upadacitinib) συσχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση αύξησης των ηπατικών ενζύμων. Σε σύγκριση δηλαδή με εικονικό φάρμακο. Αν παρατηρηθεί αύξηση των επιπέδων της τρανσαμινάσης της αλανίνης (ALT) ή της ασπαρτικής τρανσαμινάσης (AST) κατά τη διάρκεια της συνήθους διαχείρισης ασθενών και υπάρξει υποψία ηπατικής βλάβης που προκύπτει από το φάρμακο, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με upadacitinib. Μέχρι να αποκλειστεί η συγκεκριμένη διάγνωση.

Περιστατικά με αναστολής της JAK

Περιστατικά εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν αναστολείς της JAK, συμπεριλαμβανομένου του upadacitinib. Το upadacitinib πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Αφορά ασθενείς που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής. Οι παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εξετάζονται για να προσδιοριστεί ο κίνδυνος που διατρέχει ο ασθενής για ανάπτυξη εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία, την παχυσαρκία. Το ιατρικό ιστορικό εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής. Τους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση και την παρατεταμένη ακινητοποίηση. Αν παρουσιαστούν κλινικά χαρακτηριστικά εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με upadacitinib. Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται άμεσα και να λάβουν την κατάλληλη αγωγή.

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι λοιμώξεις του αναπνευστικού (13,5%). Η ναυτία (3,5%), αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης στο αίμα (2,5%) και βήχας (2,2%). Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σοβαρές λοιμώξεις.

Σχετικά με το adalimumab στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Το RINVOQ (upadacitinib), σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη, ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργής ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε ενήλικες ασθενείς. Όταν έχει παρατηρηθεί ανεπαρκής ανταπόκριση σε τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα. Συμπεριλαμβανομένης της μεθοτρεξάτης.

Σημαντικές πληροφορίες ασφάλειας για την ΕΕ

Το Rinvoq (adalimumab) αντενδείκνυται για χρήση σε ασθενείς με ενεργή φυματίωση ή άλλες σοβαρές λοιμώξεις. Όπως η σηψαιμία και οι ευκαιριακές λοιμώξεις. Καθώς και σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορία III/IV κατά NYHA). Αντενδείκνυται επίσης για χρήση σε ασθενείς που εμφανίζουν υπερευαισθησία στην ενεργή ουσία. Ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχά του έχουν αναφερθεί σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας. Η χρήση του adalimumab αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης σοβαρών λοιμώξεων οι οποίες ενδέχεται, σε σπάνιες περιπτώσεις, να καταστούν απειλητικές για τη ζωή. Σπάνιες περιπτώσεις λεμφώματος και λευχαιμίας έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με adalimumab.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχει παρατηρηθεί ένας σοβαρός τύπος καρκίνου που ονομάζεται ηπατοσπληνικό Τ-λέμφωμα και συχνά οδηγεί στον θάνατο. Δεν μπορεί να αποκλειστεί πιθανός κίνδυνος ανάπτυξης κακοηθειών σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με TNF-ανταγωνιστές.

Σπάνιες περιπτώσεις πανκυτταροπενίας, απλαστικής αναιμίας, απομυελινωτικής νόσου, λύκου, παθήσεων που προσομοιάζουν με λύκο και συνδρόμου Stevens- Johnson έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με adalimumab. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε όλες τις ενδείξεις ήταν λοιμώξεις του αναπνευστικού. Αντιδράσεις στο σημείο έκχυσης, πονοκέφαλος και μυοσκελετικοί πόνοι.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ