Κάψιμο, φαγούρα, δάκρυα, κοκκίνισμα και ξηροφθαλμία μπορεί να μην οφείλονται μόνο στην κόπωση των ματιών, αλλά να αποτελούν σημάδια βλεφαρίτιδας. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας, Χρήστος Πίτσας, εξηγεί γιατί η πάθηση συχνά περνά απαρατήρητη και πώς αντιμετωπίζεται σήμερα.

Η βλεφαρίτιδα αποτελεί μία από τις συχνότερες παθήσεις των βλεφάρων, ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις παραμένει αδιάγνωστη. Συμπτώματα όπως κάψιμο, φαγούρα, δακρύρροια, ερεθισμός και ξηροφθαλμία μπορεί να αποδίδονται γενικά στην κόπωση των ματιών, ενώ πίσω από αυτά ενδέχεται να κρύβεται χρόνια φλεγμονή των βλεφάρων.
Τα τελευταία χρόνια, η αντιμετώπιση της βλεφαρίτιδας έχει διευρυνθεί. Εκτός από την καθημερινή υγιεινή των βλεφάρων και τις φαρμακευτικές θεραπείες, οι οφθαλμίατροι διαθέτουν πλέον τεχνικές που αξιοποιούν το φως και τη θερμότητα, κυρίως σε ασθενείς με δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και χρόνια ξηροφθαλμία.
Παράλληλα, πρακτικές που συνδέονται με την αισθητική, όπως οι ψεύτικες βλεφαρίδες και τα extensions, μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τον ερεθισμό και τη φλεγμονή στην περιοχή των βλεφάρων.
Για το πόσο συχνή είναι η βλεφαρίτιδα, γιατί η σωστή διάγνωση της αιτίας έχει καθοριστική σημασία και ποιες είναι οι νεότερες θεραπευτικές επιλογές μιλά ο πρόεδρος της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας και διευθυντής του Οφθαλμολογικού Τμήματος του Ασκληπιείου Βούλας, Χρήστος Πίτσας, σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο Fm και στην Τάνια Μαντουβάλου.
Η βλεφαρίτιδα μπορεί να κρύβεται πίσω από την ξηροφθαλμία
Όπως εξηγεί ο κ. Πίτσας, η βλεφαρίτιδα είναι πολύ συχνότερη από όσο δείχνουν οι επίσημες διαγνώσεις. Δεν υπάρχει ένα απολύτως αξιόπιστο ποσοστό για τον γενικό πληθυσμό, καθώς η βλεφαρίτιδα, η δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και η ξηροφθαλμία συχνά δεν καταγράφονται ως ξεχωριστές καταστάσεις.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου το 30%-50% των ασθενών που επισκέπτονται οφθαλμίατρο εμφανίζουν βλεφαρίτιδα.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί ασθενείς έχουν αλλοιώσεις στα βλέφαρα χωρίς να το γνωρίζουν. Η απουσία έντονων συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα βλέφαρα και οι μεϊβομιανοί αδένες λειτουργούν φυσιολογικά.
Η βλεφαρίτιδα μπορεί να περάσει απαρατήρητη επειδή τα συμπτώματά της είναι συχνά ήπια ή αποδίδονται συνολικά στην ξηροφθαλμία. Η δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων, για παράδειγμα, μπορεί να εξελίσσεται σχεδόν χωρίς εμφανή συμπτώματα.
Παράλληλα, υπάρχει και ζήτημα ορολογίας. Η αστάθεια της δακρυϊκής στιβάδας, η ξηροφθαλμία και η φλεγμονή των βλεφάρων μπορεί να καταγραφούν συνολικά ως ξηροφθαλμία, παρότι πίσω από την εικόνα αυτή μπορεί να υπάρχει και υποκείμενη βλεφαρίτιδα.
Πρόσθια και οπίσθια βλεφαρίτιδα: Γιατί έχει σημασία η αιτία
Η βλεφαρίτιδα δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο, αλλά έναν γενικό όρο που περιγράφει διαφορετικούς μηχανισμούς φλεγμονής, οι οποίοι συχνά συνυπάρχουν. Μία βασική διάκριση αφορά την πρόσθια και την οπίσθια βλεφαρίτιδα.
Η πρόσθια βλεφαρίτιδα εντοπίζεται κυρίως στη βάση των βλεφαρίδων και στο εξωτερικό χείλος του βλεφάρου. Μπορεί να σχετίζεται με μικροβιακή αποίκιση, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα ή με το Demodex, ένα μικροσκοπικό ακάρεο που μπορεί να εγκαθίσταται στις βλεφαρίδες.
Η οπίσθια βλεφαρίτιδα αφορά κυρίως τη λειτουργία των μεϊβομιανών αδένων. Οι αδένες αυτοί παράγουν το λιπιδικό συστατικό των δακρύων, το οποίο είναι απαραίτητο για τη σταθερότητα της δακρυϊκής στιβάδας.
Όταν αποφράσσονται ή μεταβάλλεται η σύσταση των εκκρίσεών τους, μπορεί να εμφανιστεί φλεγμονή και εξατμιστική ξηροφθαλμία.
Για τον λόγο αυτό, η διάγνωση δεν πρέπει να περιορίζεται απλώς στην αναγνώριση της βλεφαρίτιδας. Ο οφθαλμίατρος χρειάζεται να εξετάσει τι ακριβώς προκαλεί ή συντηρεί τη φλεγμονή σε κάθε ασθενή, καθώς η θεραπεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον υποκείμενο μηχανισμό.
Demodex: Πότε το μικροσκοπικό ακάρεο γίνεται πρόβλημα
Το Demodex έχει συγκεντρώσει τα τελευταία χρόνια αυξημένο ενδιαφέρον ως πιθανός παράγοντας χρόνιας βλεφαρίτιδας.
Πρόκειται για ένα μικροσκοπικό ακάρεο που μπορεί να βρίσκεται στους θύλακες των βλεφαρίδων. Η παρουσία του, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι προκαλεί νόσο, καθώς μπορεί να εντοπιστεί και σε υγιείς βλεφαρίδες.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι αν η παρουσία του συνοδεύεται από χαρακτηριστική κλινική εικόνα.
Σύμφωνα με τον κ. Πίτσα, δεν υπάρχει ένα μοναδικό διαγνωστικό τεστ που να θεωρείται απόλυτο πρότυπο αναφοράς. Τα διαθέσιμα στοιχεία, πάντως, δείχνουν ότι το Demodex δεν είναι σπάνιο σε ασθενείς με χρόνια βλεφαρίτιδα.
Περίπου το 30%-70% των ασθενών με χρόνια βλεφαρίτιδα μπορεί να εμφανίζει Demodex, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Χαρακτηριστικό εύρημα αποτελούν οι κυλινδρικές εναποθέσεις ή τα λεγόμενα «κολάρα» γύρω από τη βάση των βλεφαρίδων.
Όταν ο οφθαλμίατρος εντοπίσει αυτή την εικόνα, μπορεί να προχωρήσει σε περαιτέρω έλεγχο. Σε ορισμένες περιπτώσεις αφαιρούνται βλεφαρίδες και εξετάζονται στο μικροσκόπιο για την αναζήτηση του ακάρεος. Δεν πρόκειται για καλλιέργεια, αλλά για μικροσκοπική εξέταση.
Η βλεφαρίτιδα δεν θεωρείται μεταδοτική
Η βλεφαρίτιδα δεν θεωρείται μεταδοτική νόσος και δεν «κολλάει» από άνθρωπο σε άνθρωπο με τον τρόπο που μεταδίδεται μία λοίμωξη.
Ωστόσο, η κοινή χρήση καλλυντικών, όπως η μάσκαρα, δεν αποτελεί ασφαλή πρακτική, καθώς μπορεί να διευκολύνει τη μεταφορά μικροοργανισμών και να προκαλέσει ερεθισμό στην περιοχή των ματιών.
Θεραπείες με φως: Τι αλλάζει στην αντιμετώπιση
Στη θεραπευτική αντιμετώπιση της βλεφαρίτιδας έχουν προστεθεί τα τελευταία χρόνια τεχνικές που βασίζονται στο φως.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται το IPL, δηλαδή το έντονο παλμικό φως, και το LLLT, που χρησιμοποιεί φως χαμηλής έντασης.
Οι δύο τεχνικές δεν είναι ίδιες και δεν έχουν ακριβώς τον ίδιο θεραπευτικό στόχο.
Αφορούν κυρίως μορφές βλεφαρίτιδας που συνδέονται με δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και χρόνια ξηροφθαλμία και δεν αποτελούν θεραπεία για κάθε μορφή της νόσου.
Το IPL χρησιμοποιεί έντονο παλμικό φως ευρέος φάσματος, το οποίο εφαρμόζεται κυρίως στο δέρμα κάτω από τα βλέφαρα και όχι απευθείας στον κερατοειδή.
Ένας από τους μηχανισμούς του σχετίζεται με την απορρόφηση του φωτός από την αιμοσφαιρίνη στα διατεταμένα αγγεία, με στόχο να επηρεαστεί το αγγειακό και φλεγμονώδες υπόστρωμα.
Η τεχνική δεν λειτουργεί απλώς ως μέθοδος θέρμανσης των βλεφάρων. Στόχος της είναι, μεταξύ άλλων, να βελτιώσει τη λειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και την ποιότητα των εκκρίσεών τους.
«Η βλεφαρίτιδα συχνά είναι χρόνια, αλλά μπορεί να ελεγχθεί»
Το αν η βλεφαρίτιδα μπορεί να θεραπευτεί πλήρως εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της και από τον παράγοντα που την προκαλεί.
Όταν συνυπάρχει με δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων, ροδόχρου ακμή και χρόνια ξηροφθαλμία, συνήθως πρόκειται για χρόνια κατάσταση. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά.
Υπάρχει, ωστόσο, μία σημαντική διαφοροποίηση: όταν εντοπιστεί συγκεκριμένος αιτιολογικός παράγοντας, η θεραπεία μπορεί να γίνει πολύ πιο στοχευμένη.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Demodex. Η αντιμετώπιση, επομένως, δεν είναι ίδια για όλους. Αρχικά πρέπει να αναγνωριστεί ο παράγοντας που προκαλεί ή συντηρεί το πρόβλημα και στη συνέχεια να αποκατασταθεί η υγεία των βλεφάρων και της οφθαλμικής επιφάνειας. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόληψη των υποτροπών.
Η βασική υγιεινή των βλεφάρων παραμένει σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης. Ωστόσο, χρειάζεται σωστή οφθαλμολογική εξέταση ώστε να εντοπιστεί, όπου είναι δυνατόν, η πραγματική αιτία της φλεγμονής.
Όταν η θεραπεία στοχεύει στον αιτιολογικό παράγοντα, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι σημαντικά καλύτερα.
Ψεύτικες βλεφαρίδες και extensions: Πώς μπορεί να προκαλέσουν φλεγμονή
Οι ψεύτικες βλεφαρίδες και ιδιαίτερα τα extensions μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν ερεθισμό και φλεγμονή στην περιοχή των βλεφάρων.
Ο πρώτος πιθανός μηχανισμός αφορά την κόλλα που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή τους. Τα συστατικά της μπορεί να προκαλέσουν αλλεργική αντίδραση ή ερεθισμό, με συμπτώματα όπως φαγούρα, κοκκίνισμα και πρήξιμο.
Ο δεύτερος αφορά τον μηχανικό ερεθισμό. Τα extensions αυξάνουν το βάρος που δέχονται οι φυσικές βλεφαρίδες και μπορούν να μεταβάλουν τη μηχανική συμπεριφορά της περιοχής, προκαλώντας ερεθισμό στο βλεφαρικό χείλος ή έλξη των φυσικών βλεφαρίδων.
Ο τρίτος παράγοντας είναι η συσσώρευση υλικού στη βάση των βλεφαρίδων.
Όσο περισσότερο πρόσθετο υλικό υπάρχει στην περιοχή, τόσο δυσκολότερος γίνεται ο καθαρισμός της βάσης των βλεφαρίδων. Έτσι μπορεί να συσσωρεύονται λιπαρότητα, κυτταρικά υπολείμματα και άλλοι ερεθιστικοί παράγοντες, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν τη φλεγμονή.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Που οφείλεται και πώς αντιμετωπίζεται η χρόνια ξηροφθαλμία;
Οφθαλμικό μικροβίωμα: Το νέο επιστημονικό πεδίο που αλλάζει την Οφθαλμολογία

