Οι καταγεγραμμένες διαγνώσεις μεταβολικής δυσλειτουργίας που σχετίζεται με στεατωτική νόσο του ήπατος (MASLD) αυξήθηκαν σχεδόν πέντε φορές μέσα σε μία δεκαετία στη Βρετανία, σύμφωνα με νέα μεγάλη ανάλυση δεδομένων πρωτοβάθμιας φροντίδας. Η νόσος συνδέεται στενά με παχυσαρκία, διαβήτη τύπου 2 και υπέρταση, ενώ σε πολλούς ανθρώπους παραμένει αδιάγνωστη για χρόνια.

Μπορεί να προκαλεί έντονη κόπωση, αίσθημα γενικής αδιαθεσίας ή πόνο στην κοιλιά, όμως σε μεγάλο ποσοστό ασθενών δεν δίνει σαφή συμπτώματα στα πρώτα στάδια.
Η μεταβολική δυσλειτουργία που σχετίζεται με στεατωτική νόσο του ήπατος – metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease (MASLD), γνωστή μέχρι πρόσφατα ως μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος, εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας που συνδέονται με την παχυσαρκία και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Νέα ανάλυση ερευνητών από το Queen Mary University of London και το University of Glasgow, η οποία βασίστηκε σε δεδομένα γενικών γιατρών από σχεδόν 12 εκατομμύρια ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο, δείχνει εντυπωσιακή αύξηση των καταγεγραμμένων διαγνώσεων τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Από 0,02% σε 2,42% μέσα σε δύο δεκαετίες
Το 2003, η καταγεγραμμένη συχνότητα της MASLD στις βάσεις δεδομένων πρωτοβάθμιας φροντίδας ήταν μόλις 0,02%, δηλαδή περίπου 1.300 άτομα.
Μέχρι το 2012 είχε αυξηθεί στο 0,52%, ενώ το 2022 έφθασε στο 2,42%, αντιστοιχώντας σε 283.762 ανθρώπους.
Μεταξύ 2012 και 2022, δηλαδή μέσα σε μία δεκαετία, η καταγεγραμμένη συχνότητα αυξήθηκε σχεδόν πέντε φορές.
Παράλληλα, η επίπτωση νέων διαγνώσεων περίπου διπλασιάστηκε, από 1,60 σε 3,31 περιστατικά ανά 1.000 ανθρωπο-έτη.
Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, δεν αποτυπώνουν απαραίτητα την πραγματική συχνότητα της νόσου στον πληθυσμό. Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα μεγάλο διαγνωστικό κενό, καθώς πολλοί άνθρωποι με λιπώδη διήθηση του ήπατος δεν έχουν ποτέ καταγεγραμμένη διάγνωση.
Γιατί η MASLD μπορεί να περάσει απαρατήρητη
Στα αρχικά στάδια, η MASLD μπορεί να μην προκαλεί καθόλου εμφανή συμπτώματα.
Όταν εμφανίζονται ενοχλήματα, μπορεί να περιλαμβάνουν:
- έντονη ή επίμονη κόπωση,
- αίσθημα γενικής αδιαθεσίας,
- πόνο ή ενόχληση στην περιοχή της κοιλιάς.
Η έλλειψη ειδικών συμπτωμάτων σημαίνει ότι η νόσος μπορεί να εξελίσσεται για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ο ασθενής να γνωρίζει ότι υπάρχει πρόβλημα στο ήπαρ.
Σε αρκετές περιπτώσεις εντοπίζεται τυχαία, μετά από εξετάσεις αίματος ή απεικονιστικό έλεγχο που γίνεται για διαφορετικό λόγο.
Ποιοι έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο
Η MASLD συνδέεται στενά με μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.
Υψηλότερο κίνδυνο έχουν ιδιαίτερα άτομα που:
- είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα,
- έχουν χαμηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας,
- ζουν με διαβήτη τύπου 2,
- έχουν υπέρταση,
- βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία, ιδιαίτερα μετά τα 50.
Η νέα ανάλυση επιβεβαιώνει τη στενή σχέση της νόσου με τον διαβήτη. Μεταξύ των ατόμων με καταγεγραμμένη MASLD, 21% είχαν διαβήτη τύπου 2, έναντι 7,7% στην ομάδα ελέγχου.
Αντίστοιχα, υπέρταση είχε το 35,3% των ασθενών με MASLD, έναντι 18,7% μεταξύ όσων δεν είχαν καταγεγραμμένη νόσο.
Δεν είναι απλώς «λίπος στο συκώτι»
Η MASLD αρχίζει με συσσώρευση λίπους στο ήπαρ σε ανθρώπους που έχουν έναν ή περισσότερους καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.
Σε μεγάλο αριθμό ασθενών η κατάσταση μπορεί να παραμείνει σχετικά σταθερή.
Σε άλλους, όμως, μπορεί να εξελιχθεί σε μεταβολική δυσλειτουργία που σχετίζεται με στεατοηπατίτιδα (MASH), όπου εμφανίζεται φλεγμονή και βλάβη των ηπατικών κυττάρων.
Με την πάροδο του χρόνου μπορεί να αναπτυχθεί ίνωση και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, κίρρωση ή άλλες επιπλοκές του ήπατος.
Παράλληλα, οι άνθρωποι με MASLD αποτελούν ομάδα αυξημένου συνολικού καρδιομεταβολικού κινδύνου, καθώς πολύ συχνά συνυπάρχουν παχυσαρκία, διαβήτης, δυσλιπιδαιμία και υπέρταση.
Το διαγνωστικό κενό παραμένει μεγάλο
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η αύξηση των διαγνώσεων δεν σημαίνει μόνο ότι η νόσος γίνεται συχνότερη.
Αντανακλά επίσης τη μεγαλύτερη αναγνώριση της MASLD από τους γιατρούς και την αυξημένη καταγραφή της στην πρωτοβάθμια φροντίδα.
Παρόλα αυτά, η καταγεγραμμένη συχνότητα του 2,42% παραμένει πολύ χαμηλότερη από τις εκτιμήσεις για την πραγματική συχνότητα της νόσου στον γενικό πληθυσμό της Ευρώπης.
Γι’ αυτό οι συγγραφείς μιλούν για ένα «ουσιαστικό διαγνωστικό κενό» και ζητούν πιο ενεργή αναζήτηση περιστατικών στις ομάδες υψηλού κινδύνου, ιδιαίτερα σε άτομα με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2.
Το Fib-4 και η εκτίμηση της ηπατικής ίνωσης
Ιδιαίτερη σημασία έχει η έγκαιρη αναγνώριση ασθενών στους οποίους η νόσος έχει αρχίσει να προκαλεί ίνωση, δηλαδή ουλοποίηση του ήπατος.
Ένα από τα εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι ο δείκτης Fib-4, ο οποίος υπολογίζεται από απλές αιματολογικές παραμέτρους μαζί με την ηλικία του ασθενούς.
Ο δείκτης δεν αποτελεί οριστική διάγνωση, αλλά μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίσουν ασθενείς που χρειάζονται περαιτέρω έλεγχο για προχωρημένη ίνωση.
Στη μελέτη, η δυνατότητα υπολογισμού του Fib-4 βελτιώθηκε αισθητά με την πάροδο του χρόνου: από 4,3% πριν από το 2015 σε 22,8% μετά το 2015. Ωστόσο, εξακολουθεί να αφορά μειοψηφία των ασθενών, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης στην εκτίμηση του κινδύνου.
Ανισότητες στον έλεγχο των ασθενών
Η μελέτη κατέγραψε επίσης διαφορές μεταξύ εθνοτικών ομάδων.
Άτομα νοτιοασιατικής καταγωγής ήταν δυσανάλογα συχνά μεταξύ των ασθενών με MASLD, αλλά ταυτόχρονα είχαν τη χαμηλότερη διαθεσιμότητα των εξετάσεων που απαιτούνται για τον υπολογισμό του Fib-4.
Μόλις το 14,6% των ασθενών αυτής της ομάδας είχε επαρκή στοιχεία για να υπολογιστεί ο δείκτης.
Το εύρημα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η συγκεκριμένη ομάδα παρουσίαζε παράλληλα υψηλή επιβάρυνση από διαβήτη τύπου 2.
Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι τέτοιες διαφορές θα μπορούσαν να ενισχύσουν ήδη υπάρχουσες ανισότητες στην υγεία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία αναπτύσσονται νέες στοχευμένες θεραπείες για τη MASLD και τη MASH.
Ποιοι πρέπει να ελέγχονται πιο ενεργά
Με βάση τα αποτελέσματα, οι επιστήμονες θεωρούν ότι η συστηματικότερη αναζήτηση περιστατικών θα πρέπει να επικεντρωθεί στις ομάδες υψηλού κινδύνου.
Σε αυτές περιλαμβάνονται ιδιαίτερα άνθρωποι με:
- διαβήτη τύπου 2,
- παχυσαρκία,
- υπέρταση,
- πολλαπλούς μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.
Στόχος δεν είναι απλώς η ανίχνευση λίπους στο ήπαρ, αλλά κυρίως η αναγνώριση εκείνων των ασθενών που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν αναπτύξει σημαντική ίνωση και άρα διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εξέλιξης της νόσου.
Η μεγάλη παγίδα της «σιωπηλής» νόσου
Η MASLD αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα νόσου που μπορεί να εξελίσσεται χωρίς εντυπωσιακά συμπτώματα.
Η κόπωση ή ένα αίσθημα αδιαθεσίας μπορούν εύκολα να αποδοθούν σε δεκάδες άλλες αιτίες, ενώ αρκετοί ασθενείς δεν έχουν καμία ενόχληση.
Ακριβώς γι’ αυτό οι ειδικοί στρέφουν το ενδιαφέρον τους όχι στον μαζικό έλεγχο κάθε ανθρώπου, αλλά στην στοχευμένη αξιολόγηση ατόμων με γνωστούς μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.
Η νέα ανάλυση δείχνει ότι η αναγνώριση της MASLD έχει βελτιωθεί σημαντικά, αλλά απέχει ακόμη πολύ από το να αντικατοπτρίζει το πραγματικό φορτίο της νόσου.
Σημειώνεται ότι τα συγκεκριμένα αποτελέσματα έχουν δημοσιευθεί ως προδημοσίευση (preprint) και δεν έχουν ακόμη περάσει από την πλήρη διαδικασία επιστημονικής αξιολόγησης από ομοτίμους. Ως εκ τούτου, τα ευρήματα θα πρέπει να ερμηνεύονται με την αντίστοιχη επιφύλαξη.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Λιπώδης νόσος του ήπατος: Παγκόσμια έκρηξη περιστατικών
Το λιπώδες ήπαρ και πώς να το προλάβετε – Ποια τα συμπτώματά

