ΠαθήσειςEMA: Στο μικροσκόπιο τα ενέσιμα φάρμακα σιδήρου - Ο κίνδυνος

EMA: Στο μικροσκόπιο τα ενέσιμα φάρμακα σιδήρου – Ο κίνδυνος

- Advertisement -

Επανεξέταση της ασφάλειας όλων των ενέσιμων φαρμάκων που περιέχουν σίδηρο ξεκίνησε η Επιτροπή Φαρμακοεπαγρύπνησης PRAC του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA). Στο επίκεντρο βρίσκεται ο κίνδυνος υποφωσφαταιμίας και σχετιζόμενων οστικών επιπλοκών, όπως η οστεομαλακία, μετά από αναφορές σοβαρών περιστατικών ακόμη και έπειτα από μία ή δύο δόσεις ferric carboxymaltose.

Επανεξέταση της ασφάλειας όλων των ενέσιμων φαρμάκων που περιέχουν σίδηρο ξεκίνησε η Επιτροπή Φαρμακοεπαγρύπνησης PRAC του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA)
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Σε νέα ευρωπαϊκή επανεξέταση ασφάλειας των ενέσιμων σκευασμάτων σιδήρου προχωρά ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), μετά από ανησυχίες για περιστατικά σημαντικής πτώσης του φωσφόρου στο αίμα και επακόλουθες επιπλοκές στα οστά.

Η Pharmacovigilance Risk Assessment Committee – PRAC, η αρμόδια επιτροπή φαρμακοεπαγρύπνησης του EMA, αποφάσισε στη συνεδρίασή της από 31 Αυγούστου έως 3 Σεπτεμβρίου 2026 να εξετάσει συνολικά τα ενέσιμα φάρμακα που περιέχουν σίδηρο.

Η επανεξέταση ξεκίνησε έπειτα από αναφορές σοβαρής υποφωσφαταιμίας, ορισμένες από τις οποίες εξελίχθηκαν σε υποφωσφαταιμική οστεομαλακία, δηλαδή μαλάκυνση και εξασθένηση των οστών λόγω πολύ χαμηλών επιπέδων φωσφορικών.

Το σημαντικότερο είναι ότι ο EMA δεν έχει καταλήξει ακόμη πως τα συγκεκριμένα φάρμακα έχουν δυσμενή συνολική σχέση οφέλους-κινδύνου. Η PRAC ξεκινά τώρα τη διαδικασία αξιολόγησης, η οποία θα καθορίσει εάν χρειάζονται νέες προειδοποιήσεις, πρόσθετα μέτρα παρακολούθησης ή άλλες αλλαγές στις άδειες κυκλοφορίας.

Γιατί ο EMA ξεκίνησε την επανεξέταση

Ο αρχικός προβληματισμός αφορά κυρίως σκευάσματα με τη δραστική ουσία ferric carboxymaltose – καρβοξυμαλτόζη σιδήρου.

Η υποφωσφαταιμία είναι ήδη γνωστή ανεπιθύμητη ενέργεια της συγκεκριμένης δραστικής ουσίας και περιλαμβάνεται στις πληροφορίες του προϊόντος.

Για τη ferric carboxymaltose, χαρακτηρίζεται ως συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να εμφανιστεί σε έως και 1 στους 10 ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο.

Αντίθετα, η συχνότητα της υποφωσφαταιμικής οστεομαλακίας δεν μπορεί επί του παρόντος να εκτιμηθεί με αξιοπιστία από τα διαθέσιμα δεδομένα.

Τι είναι η υποφωσφαταιμία

Η υποφωσφαταιμία χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα φωσφορικών στο αίμα.

Ο φώσφορος είναι απαραίτητος για πολλές βιολογικές λειτουργίες και έχει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της φυσιολογικής δομής και αντοχής των οστών.

Όταν τα επίπεδα πέσουν σημαντικά ή παραμείνουν χαμηλά για μεγάλο διάστημα, μπορεί να προκληθεί διαταραχή της μεταλλοποίησης των οστών.

Σε σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί οστεομαλακία, κατάσταση κατά την οποία τα οστά γίνονται πιο μαλακά και ευάλωτα.

Από τον πόνο στα οστά έως τα κατάγματα

Η οστεομαλακία μπορεί να προκαλεί επίμονο οστικό πόνο, μυϊκή αδυναμία και δυσκολία στην κίνηση.

Σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε κατάγματα.

Ο EMA επισημαίνει ότι η επιπλοκή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μπορεί να μην αναγνωρίζεται εύκολα στα πρώτα στάδια.

Επιπλέον, οι οστικές αλλοιώσεις που σχετίζονται με οστεομαλακία δεν είναι πάντοτε εμφανείς στις απλές ακτινογραφίες, γεγονός που μπορεί να καθυστερήσει περαιτέρω τη διάγνωση.

Περιπτώσεις ακόμη και μετά από μία ή δύο δόσεις

Αυτό που προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στην PRAC ήταν οι αναφορές σοβαρής υποφωσφαταιμίας σε ασθενείς που είχαν λάβει μόλις μία ή δύο δόσεις ferric carboxymaltose.

Σε ορισμένα από αυτά τα περιστατικά δεν υπήρχαν καν γνωστοί παράγοντες κινδύνου.

Το στοιχείο αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση το εάν τα υπάρχοντα μέτρα πρόληψης και παρακολούθησης είναι επαρκή.

Μέχρι σήμερα, οι πληροφορίες των προϊόντων ήδη συνιστούν παρακολούθηση των επιπέδων φωσφόρου ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις, παρατεταμένη θεραπεία ή διαθέτουν γνωστούς παράγοντες κινδύνου.

Η νέα αξιολόγηση θα εξετάσει εάν αυτή η στρατηγική χρειάζεται να διευρυνθεί.

Το πρόβλημα της καθυστερημένης διάγνωσης

Ένα ακόμη εύρημα που εξετάζει ο EMA αφορά τις καθυστερήσεις στην αναγνώριση της υποφωσφαταιμίας.

Και υπάρχει ένας πρακτικός λόγος για αυτό.

Τα συμπτώματα μπορεί να είναι μη ειδικά και να μοιάζουν με εκείνα της ίδιας της σιδηροπενίας ή της σιδηροπενικής αναιμίας.

Ένας ασθενής μπορεί να εμφανίζει κόπωση, μυϊκούς πόνους ή πόνο στα οστά, συμπτώματα τα οποία ενδεχομένως να αποδοθούν στη βασική του πάθηση και όχι σε πτώση των φωσφορικών.

Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα η ανεπιθύμητη ενέργεια να παραμένει αδιάγνωστη για μεγαλύτερο διάστημα.

Γιατί χορηγείται ενέσιμος σίδηρος

Τα ενέσιμα φάρμακα σιδήρου αποτελούν σημαντική θεραπευτική επιλογή σε ασθενείς με έλλειψη σιδήρου ή σιδηροπενική αναιμία.

Χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα όταν ο από του στόματος σίδηρος δεν είναι αρκετά αποτελεσματικός, δεν είναι ανεκτός ή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Μπορούν επίσης να επιλεγούν όταν υπάρχει ανάγκη να αναπληρωθούν τα αποθέματα σιδήρου σε μικρότερο χρονικό διάστημα.

Για αυτό και η PRAC δεν εξετάζει μόνο τον κίνδυνο, αλλά την πλήρη σχέση οφέλους-κινδύνου των συγκεκριμένων θεραπειών.

Γιατί η ανασκόπηση επεκτάθηκε σε όλα τα ενέσιμα σκευάσματα

Η διαδικασία δεν περιορίζεται πλέον στη ferric carboxymaltose.

Ο EMA αναφέρει ότι παρόμοια περιστατικά έχουν καταγραφεί και με άλλα ενέσιμα φάρμακα που περιέχουν σίδηρο.

Για τον λόγο αυτό, η PRAC αποφάσισε να εξετάσει ολόκληρη την κατηγορία και όχι μόνο μία δραστική ουσία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος είναι ίδιος για όλα τα προϊόντα ούτε ότι έχει αποδειχθεί η ίδια συχνότητα υποφωσφαταιμίας σε όλα τα ενέσιμα σκευάσματα.

Η ανασκόπηση έχει ακριβώς στόχο να αποσαφηνίσει εάν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις δραστικές ουσίες και εάν απαιτούνται διαφοροποιημένα μέτρα.

Ο από του στόματος σίδηρος δεν περιλαμβάνεται

Η αξιολόγηση αφορά αποκλειστικά ενέσιμα σκευάσματα σιδήρου.

Τα προϊόντα σιδήρου που λαμβάνονται από το στόμα δεν περιλαμβάνονται στη διαδικασία.

Σύμφωνα με τον EMA, η βασική αιτία είναι ότι ο από του στόματος σίδηρος παρέχει σημαντικά μικρότερες ποσότητες σιδήρου στον οργανισμό σε βάθος χρόνου και επομένως θεωρείται λιγότερο πιθανό να προκαλέσει αντίστοιχη υποφωσφαταιμία.

Πώς μπορεί ο ενδοφλέβιος σίδηρος να επηρεάζει τα φωσφορικά

Ορισμένα ενέσιμα σκευάσματα σιδήρου μπορούν να διαταράξουν τον μεταβολισμό του φωσφόρου.

Στην περίπτωση της ferric carboxymaltose έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο ρόλος της ορμόνης FGF23 – fibroblast growth factor 23, η οποία ρυθμίζει μεταξύ άλλων το πόσο φώσφορο διατηρούν ή αποβάλλουν οι νεφροί.

Η αύξηση της βιολογικά ενεργής FGF23 μπορεί να ενισχύσει την αποβολή φωσφορικών από τους νεφρούς και να μειώσει τα επίπεδά τους στο αίμα.

Η παρατεταμένη διαταραχή μπορεί στη συνέχεια να επηρεάσει τη φυσιολογική μεταλλοποίηση των οστών.

Γιατί έχει σημασία η παρακολούθηση του φωσφόρου

Η μέτρηση των φωσφορικών στο αίμα αποτελεί απλή εργαστηριακή εξέταση.

Το ερώτημα που βρίσκεται τώρα ενώπιον της PRAC είναι ποιοι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται, πότε πρέπει να γίνεται η εξέταση και εάν οι σημερινές συστάσεις καλύπτουν επαρκώς τον πραγματικό κίνδυνο.

Οι τρέχουσες πληροφορίες για τη ferric carboxymaltose προβλέπουν ήδη παρακολούθηση σε ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες ή επαναλαμβανόμενες δόσεις και σε όσους έχουν παράγοντες που αυξάνουν την ευαισθησία στην υποφωσφαταιμία.

Οι νέες αναφορές όμως εγείρουν το ενδεχόμενο ότι σοβαρά περιστατικά μπορούν να εμφανιστούν και εκτός αυτών των ομάδων.

Τα συμπτώματα που μπορεί να μπερδέψουν ασθενείς και γιατρούς

Η κλινική εικόνα της υποφωσφαταιμίας μπορεί να είναι ύπουλη.

Η κόπωση μπορεί να αποδοθεί στη σιδηροπενική αναιμία.

Οι μυϊκοί πόνοι μπορεί να θεωρηθούν μη ειδικό σύμπτωμα.

Ο οστικός πόνος μπορεί να μην οδηγήσει άμεσα σε υποψία μεταβολικής διαταραχής.

Αυτή η επικάλυψη συμπτωμάτων είναι ένας από τους λόγους που ο EMA αναφέρει ότι σε ορισμένα περιστατικά υπήρξε καθυστέρηση στη διάγνωση.

Η φαρμακοεπαγρύπνηση μετά την έγκριση

Η νέα διαδικασία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η φαρμακοεπαγρύπνηση μετά την κυκλοφορία ενός φαρμάκου.

Οι κλινικές μελέτες πριν από την έγκριση μπορούν να εντοπίσουν πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες, αλλά δεν είναι πάντοτε αρκετά μεγάλες ή μακρόχρονες ώστε να αναγνωρίσουν κάθε σπάνιο ή καθυστερημένο πρόβλημα ασφάλειας.

Όταν ένα φάρμακο χρησιμοποιείται σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό ασθενών και σε διαφορετικές κλινικές συνθήκες, μπορούν να εμφανιστούν νέα μοτίβα.

Οι αναφορές αυτές συλλέγονται και αξιολογούνται από τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες μπορούν να τροποποιήσουν τις οδηγίες χρήσης ακόμη και χρόνια μετά την πρώτη έγκριση.

Δεν πρόκειται για ανάκληση των φαρμάκων

Η έναρξη της επανεξέτασης δεν σημαίνει ότι ο EMA ζητά την απόσυρση ή διακοπή της χρήσης των ενέσιμων σκευασμάτων σιδήρου.

Ούτε σημαίνει ότι κάθε ασθενής που έχει λάβει ενδοφλέβιο σίδηρο θα εμφανίσει υποφωσφαταιμία.

Η PRAC θα συγκεντρώσει και θα αναλύσει τα διαθέσιμα δεδομένα προτού καταλήξει σε συμπέρασμα.

Μέχρι τότε, οι ενέσιμες θεραπείες σιδήρου εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις εγκεκριμένες ενδείξεις και τις ισχύουσες πληροφορίες προϊόντος.

Τι θα εξετάσει τώρα η PRAC

Η επιτροπή θα εξετάσει αφενός τον πραγματικό κίνδυνο υποφωσφαταιμίας και σχετιζόμενων οστικών διαταραχών και αφετέρου το κατά πόσο τα σημερινά μέτρα περιορισμού του κινδύνου λειτουργούν αποτελεσματικά.

Θα αξιολογήσει επίσης εάν οι νέες πληροφορίες μεταβάλλουν τη συνολική σχέση οφέλους-κινδύνου.

Από το αποτέλεσμα μπορεί να προκύψουν αλλαγές στις πληροφορίες των προϊόντων, νέες συστάσεις εργαστηριακής παρακολούθησης, πρόσθετες προειδοποιήσεις ή άλλες ρυθμιστικές παρεμβάσεις.

Το βασικό ερώτημα: Ποιοι ασθενείς κινδυνεύουν περισσότερο

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που καλείται να αποσαφηνίσει η αξιολόγηση είναι κατά πόσο μπορεί να εντοπιστεί εκ των προτέρων ο ασθενής που έχει αυξημένο κίνδυνο.

Μέχρι σήμερα, ιδιαίτερη προσοχή δίνεται σε όσους λαμβάνουν υψηλές ή επαναλαμβανόμενες δόσεις και σε ασθενείς με ήδη γνωστούς παράγοντες κινδύνου.

Οι αναφορές σοβαρής υποφωσφαταιμίας μετά από μόλις μία ή δύο δόσεις και χωρίς αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου δείχνουν, όμως, ότι η εικόνα μπορεί να είναι πιο σύνθετη.

Γιατί δεν πρέπει να διακόπτεται αυθαίρετα η θεραπεία

Η ανακοίνωση του EMA δεν αποτελεί οδηγία προς τους ασθενείς να αρνηθούν ή να διακόψουν μόνοι τους μια ενέσιμη θεραπεία σιδήρου.

Η σιδηροπενία και η σιδηροπενική αναιμία μπορούν επίσης να έχουν σημαντικές συνέπειες για την υγεία και, σε αρκετές περιπτώσεις, η ενδοφλέβια χορήγηση αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή.

Οποιαδήποτε απόφαση για θεραπεία, αλλαγή σκευάσματος ή εργαστηριακό έλεγχο πρέπει να λαμβάνεται σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό.

Τι πρέπει να κρατήσουν οι επαγγελματίες Υγείας

Η ανακοίνωση της PRAC στρέφει την προσοχή κυρίως στην επαγρύπνηση για μη ειδικά συμπτώματα μετά από ενέσιμη χορήγηση σιδήρου.

Παρατεταμένη ή ασυνήθιστη κόπωση, μυαλγίες και κυρίως οστικός πόνος μπορεί να χρειάζονται διαφορετική αξιολόγηση εφόσον εμφανίζονται μετά τη θεραπεία.

Η έγκαιρη μέτρηση φωσφορικών σε έναν κατάλληλα επιλεγμένο ασθενή μπορεί να βοηθήσει ώστε μια πιθανή διαταραχή να αναγνωριστεί πριν εξελιχθεί σε σοβαρότερη οστική νόσο.

Η τελική απόφαση δεν έχει ακόμη ληφθεί

Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι βρισκόμαστε στην έναρξη μιας ευρωπαϊκής διαδικασίας επανεξέτασης και όχι στο τελικό συμπέρασμα.

Η PRAC θα αξιολογήσει τα περιστατικά, τα κλινικά δεδομένα και τα υπάρχοντα μέτρα ασφαλείας και στη συνέχεια θα αποφασίσει αν απαιτούνται αλλαγές στις άδειες κυκλοφορίας των ενέσιμων σκευασμάτων σιδήρου.

Μέχρι τότε, το νέο σήμα ασφάλειας δεν αναιρεί την αξία των φαρμάκων στη θεραπεία της σιδηροπενίας.

Αναδεικνύει όμως ένα κρίσιμο ζητούμενο της σύγχρονης φαρμακοθεραπείας: η αποτελεσματική θεραπεία πρέπει να συνοδεύεται από συνεχή επανεκτίμηση των κινδύνων της, ακόμη και όταν οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήδη γνωστές.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Μπορεί το matcha να προκαλέσει έλλειψη σιδήρου; Μελέτες

Ανάκληση σε 350.000+ βιταμίνες και συμπληρώματα με σίδηρο

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ