Νεότερα δεδομένα από τη μελέτη POSITIVE ενισχύουν την ασφάλεια της προσωρινής διακοπής της ενδοκρινικής θεραπείας σε νεαρές γυναίκες με ορμονοευαίσθητο καρκίνο μαστού που επιθυμούν εγκυμοσύνη. Η στρατηγική αφορά αυστηρά επιλεγμένες ασθενείς και απαιτεί εξατομικευμένη ογκολογική εκτίμηση και επανέναρξη της θεραπείας μετά την κύηση.

Η διάγνωση καρκίνου του μαστού σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας φέρνει συχνά στο προσκήνιο ένα από τα πιο δύσκολα διλήμματα της σύγχρονης ογκολογίας: πώς μπορεί μια ασθενής να λάβει τη βέλτιστη θεραπεία, χωρίς να χάσει την προοπτική της μητρότητας.
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στις γυναίκες με ορμονοευαίσθητο, πρώιμο καρκίνο μαστού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ενδοκρινική θεραπεία αποτελεί βασικό μέρος της αντιμετώπισης και συχνά διαρκεί 5 χρόνια, ενώ σε ασθενείς υψηλότερου κινδύνου μπορεί να συνεχιστεί για 10 χρόνια ή και περισσότερο. Ωστόσο, αυτό το παρατεταμένο θεραπευτικό σχήμα καθυστερεί ή αναστέλλει την προσπάθεια για εγκυμοσύνη.
Η POSITIVE απαντά σε ένα κρίσιμο κλινικό ερώτημα
Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, δρ. Μαρία Καπαρέλου, παθολόγος-ογκολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής και τ. πρύτανης ΕΚΠΑ, αναδεικνύουν τη σημασία της μελέτης POSITIVE.
Η μελέτη POSITIVE, δηλαδή Pregnancy Outcome and Safety of Interrupting Therapy for women with endocrine responsIVE breast cancer, σχεδιάστηκε για να εξετάσει εάν οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ορμονοευαίσθητο καρκίνο μαστού μπορούν να διακόψουν προσωρινά την ενδοκρινική θεραπεία, με στόχο την εγκυμοσύνη, χωρίς να αυξήσουν τον κίνδυνο υποτροπής.
Τα επικαιροποιημένα δεδομένα, με διάμεση παρακολούθηση 71 μηνών, ενισχύουν τα αρχικά ευρήματα. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάστηκε στο Miami Breast Cancer Conference και συνοψίζεται από το The ASCO Post, η προσωρινή, προσεκτικά ελεγχόμενη διακοπή της θεραπείας φάνηκε εφικτή, με υψηλά ποσοστά γεννήσεων και χωρίς ένδειξη επιδείνωσης των ογκολογικών εκβάσεων.
Ποιες γυναίκες συμμετείχαν στη μελέτη
Η POSITIVE περιέλαβε 516 προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο, ορμονοευαίσθητο και HER2-αρνητικό καρκίνο μαστού, οι οποίες επιθυμούσαν εγκυμοσύνη. Οι συμμετέχουσες είχαν ήδη λάβει 18 έως 30 μήνες ενδοκρινικής θεραπείας πριν εισέλθουν στο πρωτόκολλο προσωρινής διακοπής.
Το πρωτόκολλο προέβλεπε περίοδο απομάκρυνσης των φαρμάκων από τον οργανισμό, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος πιθανών τερατογόνων επιδράσεων. Στη συνέχεια, οι γυναίκες είχαν χρονικό παράθυρο έως δύο ετών για να επιτύχουν εγκυμοσύνη, να γεννήσουν και, εφόσον το επιθυμούσαν, να θηλάσουν, πριν επιστρέψουν στην ενδοκρινική θεραπεία.
Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί απλή «διακοπή» θεραπείας. Αντίθετα, στηρίζεται σε αυστηρό χρονοδιάγραμμα, στενή ογκολογική παρακολούθηση και σαφή δέσμευση για επανέναρξη της αγωγής μετά την ολοκλήρωση της κύησης ή της προσπάθειας τεκνοποίησης.
Ενθαρρυντικά αποτελέσματα για τη γονιμότητα
Τα αποτελέσματα στον τομέα της γονιμότητας κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικά. Από τις αξιολογήσιμες ασθενείς, το 76% πέτυχε τουλάχιστον μία εγκυμοσύνη, ενώ καταγράφηκαν συνολικά 589 εγκυμοσύνες και 440 γεννήσεις ζώντων νεογνών.
Παράλληλα, τα ποσοστά μαιευτικών επιπλοκών, χαμηλού βάρους γέννησης και συγγενών ανωμαλιών παρέμειναν συμβατά με εκείνα που παρατηρούνται στον γενικό πληθυσμό αντίστοιχης ηλικίας. Αυτό το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς για χρόνια αρκετές ασθενείς και γιατροί ανησυχούσαν ότι η εγκυμοσύνη μετά τον καρκίνο μαστού θα μπορούσε να συνοδεύεται από αυξημένο μαιευτικό ή νεογνικό κίνδυνο.
Δεν φάνηκε αύξηση του κινδύνου υποτροπής
Το πιο κρίσιμο σκέλος της μελέτης αφορά την ογκολογική ασφάλεια. Η σύγκριση των γυναικών της POSITIVE με αντίστοιχες ασθενείς από τις μελέτες SOFT και TEXT δεν έδειξε αύξηση στον κίνδυνο υποτροπής ή απομακρυσμένης μετάστασης.
Στην ανάλυση των 71 μηνών, τα συμβάντα στο διάστημα ελεύθερο καρκίνου μαστού ήταν 12,3% στην ομάδα POSITIVE και 13,2% στην ομάδα σύγκρισης από τις SOFT/TEXT. Αντίστοιχα, τα συμβάντα απομακρυσμένης υποτροπής ήταν 6,2% και 8,3%. Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι, σε επιλεγμένες γυναίκες και υπό οργανωμένο πρωτόκολλο, η προσωρινή διακοπή της ενδοκρινικής θεραπείας δεν συνδέθηκε με χειρότερη πρόγνωση.
Επιπλέον, η ίδια η εγκυμοσύνη δεν φάνηκε να λειτουργεί ως παράγοντας επιδείνωσης της νόσου. Η ανάλυση των γυναικών που πέτυχαν εγκυμοσύνη δεν έδειξε στατιστικά σημαντική επιβάρυνση στο διάστημα ελεύθερο καρκίνου μαστού σε σχέση με όσες δεν έμειναν έγκυες.
Ο ρόλος της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρήση τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Περίπου το 43% των αξιολογήσιμων συμμετεχουσών χρησιμοποίησε κάποια μορφή Assisted Reproductive Technology μέσα στα πρώτα δύο χρόνια της μελέτης. Η χρήση αυτών των τεχνικών αύξησε την πιθανότητα εγκυμοσύνης, χωρίς να προκύψει ένδειξη αρνητικής επίδρασης στις ογκολογικές εκβάσεις.
Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη για έγκαιρη συμβουλευτική γονιμότητας ήδη από τη στιγμή της διάγνωσης. Για πολλές νέες γυναίκες, η ενημέρωση για κρυοσυντήρηση ωαρίων ή εμβρύων, η συνεργασία ογκολόγου και ειδικού αναπαραγωγής και ο σωστός χρονισμός των αποφάσεων μπορούν να καθορίσουν ουσιαστικά τις επιλογές τους μετά τη θεραπεία.
Η ασφάλεια εξαρτάται από την επιλογή της ασθενούς
Παρά τα ενθαρρυντικά δεδομένα, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν μεταφράζονται σε γενική σύσταση για όλες τις ασθενείς. Η απόφαση χρειάζεται εξατομίκευση, με βάση τον κίνδυνο υποτροπής, τα χαρακτηριστικά του όγκου, τη λεμφαδενική συμμετοχή, το μέγεθος της νόσου, την προηγούμενη θεραπεία και την ηλικία της ασθενούς.
Στην POSITIVE, οι παράγοντες που συνδέονται παραδοσιακά με υψηλότερο κίνδυνο, όπως η λεμφαδενική νόσος και το μέγεθος του όγκου, εξακολούθησαν να έχουν σημασία. Σε γυναίκες με τέσσερις έως εννέα διηθημένους λεμφαδένες, το ποσοστό υποτροπής στους 71 μήνες έφτασε το 23%, γεγονός που υπενθυμίζει ότι ο υποκείμενος κίνδυνος της νόσου παραμένει καθοριστικός.
Κλειδί η επιστροφή στην ενδοκρινική θεραπεία
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά την επανέναρξη της ενδοκρινικής θεραπείας. Στη μελέτη POSITIVE, η συμμόρφωση ήταν υψηλή: στους 71 μήνες, το 72% των συμμετεχουσών είχε ξαναρχίσει θεραπεία, ενώ στο ορόσημο των δύο ετών το ποσοστό επανέναρξης έφτανε το 82% των επιλέξιμων γυναικών.
Αυτό το στοιχείο έχει πρακτική σημασία. Η προσωρινή διακοπή μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής μόνο όταν εντάσσεται σε θεραπευτικό πλάνο με αρχή, διάρκεια και επιστροφή στην αγωγή. Η απώλεια παρακολούθησης ή η μη επανέναρξη της θεραπείας μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την ισορροπία οφέλους και κινδύνου.
Τι δείχνουν τα δεδομένα για τις γυναίκες με μεταλλάξεις BRCA
Τα δεδομένα για τις γυναίκες με παθογόνες μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 έχουν επίσης ιδιαίτερο βάρος. Μεγάλη διεθνής ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στο JAMA και περιέλαβε 4.732 νεαρές γυναίκες με BRCA μεταλλάξεις, έδειξε ότι περίπου μία στις πέντε πέτυχε εγκυμοσύνη μέσα σε 10 χρόνια από τη διάγνωση του καρκίνου μαστού. Η εγκυμοσύνη δεν συνδέθηκε με χειρότερη ελεύθερη νόσου επιβίωση.
Το εύρημα αυτό είναι σημαντικό, επειδή οι φορείς BRCA αντιμετωπίζουν συχνά σύνθετες αποφάσεις που αφορούν όχι μόνο τη θεραπεία του καρκίνου μαστού, αλλά και τον μελλοντικό κίνδυνο νέων κακοηθειών, την προληπτική χειρουργική και τον οικογενειακό προγραμματισμό.
Ένα νέο πλαίσιο για τη ζωή μετά τον καρκίνο μαστού
Τα επικαιροποιημένα δεδομένα της POSITIVE προσφέρουν ένα πιο ασφαλές επιστημονικό πλαίσιο για τη συζήτηση γύρω από την εγκυμοσύνη μετά τον ορμονοευαίσθητο καρκίνο μαστού. Δεν καταργούν την ανάγκη προσοχής, ούτε επιτρέπουν γενικεύσεις. Δίνουν, όμως, σε γιατρούς και ασθενείς πραγματικά δεδομένα πάνω στα οποία μπορούν να στηρίξουν δύσκολες αποφάσεις.
Η σύγχρονη ογκολογία δεν καλείται πλέον μόνο να θεραπεύσει τη νόσο. Καλείται να προστατεύσει και τη ζωή μετά τη διάγνωση: τη γονιμότητα, την ποιότητα ζωής, την ψυχολογική ανθεκτικότητα και το δικαίωμα των ασθενών να σχεδιάζουν το μέλλον τους.
Για τις κατάλληλα επιλεγμένες γυναίκες, με στενή παρακολούθηση και σαφές σχέδιο επανέναρξης της θεραπείας, η προσωρινή διακοπή της ενδοκρινικής αγωγής μπορεί να αποτελέσει ρεαλιστική επιλογή. Η τελική απόφαση, ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται πάντα από κοινού με την ογκολογική ομάδα και, όπου χρειάζεται, με ειδικούς γονιμότητας.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Από τον καρκίνο του μαστού στις αιματολογικές κακοήθειες
Καρκίνος μαστού: Τέλος στο «ένα πρόγραμμα για όλες»

