ΠαθήσειςΑορτικός διαχωρισμός: Η επείγουσα κατάσταση που προκαλεί πόνο σαν «μαχαιριά»

Αορτικός διαχωρισμός: Η επείγουσα κατάσταση που προκαλεί πόνο σαν «μαχαιριά»

- Advertisement -

Ο αιφνίδιος θάνατος του Αμερικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ έφερε στο προσκήνιο τον αορτικό διαχωρισμό, μία σπάνια αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη καρδιαγγειακή κατάσταση. Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ένας ξαφνικός, αφόρητος πόνος στο στήθος ή στην πλάτη, τον οποίο πολλοί ασθενείς περιγράφουν ως σχίσιμο ή μαχαιριά.

Ο αιφνίδιος θάνατος του Αμερικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ έφερε στο προσκήνιο τον αορτικό διαχωρισμό, μία σπάνια αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη καρδιαγγειακή κατάσταση.
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Ο αορτικός διαχωρισμός αναφέρεται ως η προκαταρκτική αιτία του αιφνίδιου θανάτου του 71χρονου γερουσιαστή της Νότιας Καρολίνας, Λίντσεϊ Γκράχαμ.

Σύμφωνα με την αρχική εκτίμηση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας της Περιφέρειας της Κολούμπια, ο διαχωρισμός της αορτής συνδεόταν με αρτηριοσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Η τελική αιτία θανάτου θα επιβεβαιωθεί μετά την ολοκλήρωση των τοξικολογικών και μικροσκοπικών εξετάσεων.

Ο θάνατός του είχε αρχικά ανακοινωθεί ως αποτέλεσμα μιας «σύντομης και αιφνίδιας ασθένειας». Λίγο πριν από την κατάρρευσή του, οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης είχαν λάβει κλήση για περιστατικό με έντονο πόνο στο στήθος στην κατοικία του στην Ουάσινγκτον.

Η ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκε το περιστατικό ανέδειξε τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του αορτικού διαχωρισμού. Η κατάσταση μπορεί να αποβεί μοιραία μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα όταν προκαλεί ρήξη της αορτής ή διακοπή της αιμάτωσης ζωτικών οργάνων.

Τι είναι ο αορτικός διαχωρισμός

Η αορτή είναι η μεγαλύτερη αρτηρία του ανθρώπινου σώματος. Ξεκινά από την καρδιά και μεταφέρει οξυγονωμένο αίμα προς τον εγκέφαλο, τα άνω και κάτω άκρα και τα υπόλοιπα όργανα.

Το τοίχωμά της αποτελείται από διαφορετικά στρώματα. Ο αορτικός διαχωρισμός ξεκινά όταν δημιουργείται ένα σκίσιμο στην εσωτερική επένδυση του αγγείου.

Το αίμα περνά μέσα από αυτό το σκίσιμο και εισχωρεί ανάμεσα στα στρώματα του αρτηριακού τοιχώματος. Καθώς προχωρά, τα διαχωρίζει και δημιουργεί έναν δεύτερο, μη φυσιολογικό δίαυλο ροής, ο οποίος ονομάζεται ψευδής αυλός.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να περιορίσει ή να διακόψει τη ροή αίματος προς την καρδιά, τον εγκέφαλο, τα νεφρά, το έντερο ή τα άκρα. Εάν το αίμα διαπεράσει και το εξωτερικό στρώμα της αορτής, προκαλείται ρήξη και μαζική εσωτερική αιμορραγία.

Διαχωρισμός και ρήξη δεν είναι ακριβώς το ίδιο

Ο αορτικός διαχωρισμός και η ρήξη της αορτής συνδέονται στενά, αλλά δεν περιγράφουν ακριβώς την ίδια κατάσταση.

Στον διαχωρισμό, το σκίσιμο ξεκινά στο εσωτερικό στρώμα και το αίμα χωρίζει τα στρώματα του αγγείου. Η αορτή μπορεί να παραμένει προσωρινά κλειστή εξωτερικά, παρότι η κατάστασή της είναι ήδη εξαιρετικά ασταθής.

Στη ρήξη, το αίμα διαπερνά ολόκληρο το τοίχωμα και διαφεύγει στο θώρακα, γύρω από την καρδιά ή στην κοιλιακή χώρα. Η επιπλοκή προκαλεί καταστροφική αιμορραγία και συχνά οδηγεί σε καρδιακή ανακοπή.

Ο διαχωρισμός μπορεί επίσης να προκαλέσει θάνατο χωρίς πλήρη εξωτερική ρήξη. Αυτό συμβαίνει όταν αποφράξει τις αρτηρίες που τροφοδοτούν ζωτικά όργανα ή όταν προκαλέσει συσσώρευση αίματος γύρω από την καρδιά και καρδιακό επιπωματισμό.

Ο πόνος που μοιάζει με μαχαιριά

Οι γιατροί περιγράφουν συχνά το σύμπτωμα ως έναν από τους εντονότερους πόνους που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος.

Ο πόνος εμφανίζεται συνήθως ξαφνικά και φτάνει στη μέγιστη έντασή του από την πρώτη στιγμή. Οι ασθενείς τον περιγράφουν ως σχίσιμο, μαχαιριά ή κάτι που «σκίζει» το στήθος ή την πλάτη.

Η θέση του πόνου εξαρτάται από το σημείο της αορτής που έχει υποστεί βλάβη. Μπορεί να εμφανιστεί πίσω από το στέρνο, ανάμεσα στις ωμοπλάτες, στον λαιμό, στη γνάθο ή στην κοιλιά.

Καθώς ο διαχωρισμός επεκτείνεται κατά μήκος της αορτής, ο πόνος μπορεί να μετακινείται από το στήθος προς την πλάτη ή χαμηλότερα στην κοιλιά.

Τα συμπτώματα που χρειάζονται άμεση αντίδραση

Ο αορτικός διαχωρισμός δεν προκαλεί πάντοτε την κλασική εικόνα του «σχισίματος». Σε ορισμένους ασθενείς εμφανίζεται με λιγότερο χαρακτηριστικά συμπτώματα, γεγονός που δυσκολεύει τη διάγνωση.

Εκτός από τον ξαφνικό και πολύ έντονο πόνο, μπορεί να παρουσιαστούν δύσπνοια, κρύος ιδρώτας, ναυτία, αδυναμία, ζάλη ή λιποθυμία.

Εάν διακοπεί η αιμάτωση του εγκεφάλου, ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα εγκεφαλικού επεισοδίου, όπως δυσκολία στην ομιλία, αδυναμία στη μία πλευρά του σώματος, αιφνίδια απώλεια όρασης ή προβλήματα στο περπάτημα.

Μπορεί επίσης να υπάρχει διαφορετική αρτηριακή πίεση στα δύο χέρια, ασθενέστερος σφυγμός στη μία πλευρά ή ξαφνικός πόνος και ψυχρότητα σε ένα άκρο.

Κάθε ξαφνικός, έντονος πόνος στο στήθος ή στην πλάτη, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από λιποθυμία, δύσπνοια ή νευρολογικά συμπτώματα, απαιτεί άμεση κλήση στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.

Γιατί συγχέεται με το έμφραγμα

Ο αορτικός διαχωρισμός παρουσιάζει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Και οι δύο καταστάσεις μπορεί να προκαλέσουν αιφνίδιο πόνο στο στήθος, δύσπνοια, ιδρώτα, ναυτία και κατάρρευση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να εμφανίσει αλλοιώσεις που δημιουργούν διαγνωστική σύγχυση.

Ωστόσο, πρόκειται για διαφορετικούς μηχανισμούς. Στο έμφραγμα, μια στεφανιαία αρτηρία αποφράσσεται και στερεί από τμήμα της καρδιάς το αίμα και το οξυγόνο. Στον αορτικό διαχωρισμό, το πρόβλημα βρίσκεται στο τοίχωμα της μεγαλύτερης αρτηρίας του σώματος.

Η διάκριση έχει κρίσιμη σημασία. Θεραπείες που χρησιμοποιούνται σε ορισμένα εμφράγματα για τη διάλυση θρόμβων μπορεί να επιδεινώσουν δραματικά την αιμορραγία σε έναν ασθενή με διαχωρισμό της αορτής.

Οι δύο βασικοί τύποι

Οι γιατροί ταξινομούν συνήθως τον αορτικό διαχωρισμό σε τύπο Α και τύπο Β, ανάλογα με το τμήμα της αορτής που επηρεάζεται.

Ο τύπος Α αφορά την ανιούσα αορτή, δηλαδή το τμήμα που ξεκινά αμέσως μετά την έξοδο του αίματος από την καρδιά. Θεωρείται η πιο επικίνδυνη μορφή και απαιτεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, άμεση χειρουργική επέμβαση.

Η βλάβη μπορεί να προκαλέσει ρήξη, καρδιακό επιπωματισμό, σοβαρή ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας, έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ο τύπος Β εντοπίζεται στην κατιούσα αορτή και δεν περιλαμβάνει την ανιούσα μοίρα. Όταν δεν υπάρχουν επιπλοκές, μπορεί αρχικά να αντιμετωπιστεί με εντατική ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και στενή παρακολούθηση.

Εάν όμως διακοπεί η αιμάτωση οργάνων, συνεχίζεται ο πόνος, διευρύνεται η αορτή ή υπάρχει κίνδυνος ρήξης, χρειάζεται χειρουργική ή ενδαγγειακή παρέμβαση.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο

Ο αορτικός διαχωρισμός εμφανίζεται συχνότερα σε άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας, κυρίως μετά τα 60 έτη. Ωστόσο, μπορεί να συμβεί και σε νεότερους ανθρώπους όταν υπάρχουν κληρονομικοί ή ανατομικοί παράγοντες κινδύνου.

Η χρόνια και ανεπαρκώς ρυθμισμένη υπέρταση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους επιβαρυντικούς παράγοντες. Η υψηλή πίεση ασκεί συνεχή μηχανική καταπόνηση στο τοίχωμα της αορτής και μπορεί να το αποδυναμώσει.

Κίνδυνο διατρέχουν επίσης όσοι έχουν ανεύρυσμα αορτής, αθηροσκλήρωση ή συγγενή δίπτυχη αορτική βαλβίδα.

Στις νεότερες ηλικίες, ο διαχωρισμός μπορεί να σχετίζεται με κληρονομικές παθήσεις του συνδετικού ιστού, όπως το σύνδρομο Marfan, το σύνδρομο Loeys-Dietz και ο αγγειακός τύπος του συνδρόμου Ehlers-Danlos.

Το οικογενειακό ιστορικό αορτικού διαχωρισμού ή ανευρύσματος αυξάνει επίσης τον κίνδυνο. Σε ορισμένες οικογένειες, γενετικές μεταλλάξεις αποδυναμώνουν την αορτή χωρίς να προκαλούν άλλα εμφανή χαρακτηριστικά.

Η αθηροσκλήρωση και η αρτηριοσκλήρυνση

Στην προκαταρκτική ιατροδικαστική εκτίμηση για τον Λίντσεϊ Γκράχαμ έγινε αναφορά σε αρτηριοσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο.

Η αρτηριοσκλήρυνση περιγράφει τη σκλήρυνση και την απώλεια ελαστικότητας των αρτηριών. Η αθηροσκλήρωση αποτελεί συγκεκριμένη μορφή της, κατά την οποία συσσωρεύονται λιπίδια, φλεγμονώδη κύτταρα και ασβέστιο στο αρτηριακό τοίχωμα.

Οι αλλοιώσεις αυτές μπορούν να επηρεάσουν την αντοχή και την ελαστικότητα των αγγείων. Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στην αθηροσκλήρωση και στον αορτικό διαχωρισμό είναι σύνθετη και κάθε περιστατικό χρειάζεται εξατομικευμένη ιατροδικαστική και κλινική αξιολόγηση.

Μπορεί να συμβεί έπειτα από έντονη καταπόνηση

Σε ευάλωτη αορτή, μια απότομη αύξηση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να λειτουργήσει ως εκλυτικός παράγοντας.

Έντονη σωματική προσπάθεια, άρση πολύ μεγάλου βάρους ή ακραίο συναισθηματικό στρες μπορούν να αυξήσουν προσωρινά την πίεση που δέχεται το αορτικό τοίχωμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εργασία σε αγχωτικό περιβάλλον προκαλεί από μόνη της διαχωρισμό. Συνήθως συνυπάρχει υποκείμενη ευπάθεια, όπως χρόνια υπέρταση, ανεύρυσμα ή γενετική νόσος της αορτής.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, ο διαχωρισμός μπορεί να προκληθεί από σοβαρό τραυματισμό, ιατρική επέμβαση ή χρήση διεγερτικών ουσιών που αυξάνουν απότομα την αρτηριακή πίεση.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Ο χρόνος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Οι γιατροί πρέπει να υποψιαστούν γρήγορα τον διαχωρισμό και να προχωρήσουν σε επείγουσα απεικόνιση.

Η αξονική αγγειογραφία αποτελεί μία από τις συχνότερες εξετάσεις επειδή απεικονίζει γρήγορα ολόκληρη την αορτή, το σημείο του σκισίματος και την αιμάτωση των οργάνων.

Το διοισοφάγειο υπερηχογράφημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασταθείς ασθενείς ή όταν απαιτείται γρήγορη εξέταση κοντά στο χειρουργείο. Η μαγνητική αγγειογραφία προσφέρει λεπτομερή εικόνα, αλλά συνήθως δεν αποτελεί την πρώτη επιλογή σε ένα εξαιρετικά επείγον περιστατικό.

Οι εξετάσεις αίματος και το ηλεκτροκαρδιογράφημα βοηθούν στη συνολική αξιολόγηση, αλλά δεν αρκούν για να αποκλείσουν με ασφάλεια τον διαχωρισμό.

Η θεραπεία ξεκινά από τα πρώτα λεπτά

Μόλις τεθεί η υποψία, οι γιατροί χορηγούν φάρμακα για να μειώσουν γρήγορα τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση.

Στόχος είναι να περιοριστεί η δύναμη με την οποία το αίμα χτυπά το τραυματισμένο τοίχωμα της αορτής και να αποτραπεί η επέκταση του σκισίματος.

Οι β-αναστολείς χρησιμοποιούνται συχνά ως πρώτη επιλογή, ενώ μπορεί να προστεθούν και άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα. Παράλληλα, χορηγείται ισχυρή αναλγησία.

Η φαρμακευτική σταθεροποίηση δεν πρέπει να καθυστερεί την οριστική αντιμετώπιση όταν υπάρχει διαχωρισμός τύπου Α ή επιπλεγμένος τύπος Β.

Το επείγον χειρουργείο

Στον διαχωρισμό τύπου Α, η χειρουργική ομάδα αφαιρεί το κατεστραμμένο τμήμα της ανιούσας αορτής και το αντικαθιστά με συνθετικό μόσχευμα.

Εάν έχει επηρεαστεί η αορτική βαλβίδα, οι χειρουργοί μπορεί να την επιδιορθώσουν ή να την αντικαταστήσουν. Σε πιο εκτεταμένες βλάβες, η επέμβαση μπορεί να περιλάβει και το αορτικό τόξο.

Ορισμένοι διαχωρισμοί της κατιούσας αορτής αντιμετωπίζονται με ενδαγγειακή τεχνική. Μέσω μιας αρτηρίας στο πόδι, οι γιατροί προωθούν ένα ενδομόσχευμα μέσα στην αορτή και καλύπτουν το σημείο εισόδου του αίματος στο τοίχωμα.

Η επιλογή εξαρτάται από την ανατομία της βλάβης, την αιμάτωση των οργάνων, την ηλικία και τη συνολική κατάσταση του ασθενούς.

Γιατί η θνητότητα παραμένει υψηλή

Ο διαχωρισμός της αορτής μπορεί να προκαλέσει πολλές απειλητικές επιπλοκές ταυτόχρονα.

Η αορτή μεταφέρει σχεδόν ολόκληρη την παροχή αίματος του οργανισμού. Όταν το τοίχωμά της διαχωριστεί, η αιμάτωση κρίσιμων οργάνων μπορεί να χαθεί μέσα σε λίγα λεπτά.

Παράλληλα, η ρήξη μπορεί να προκαλέσει τόσο γρήγορη αιμορραγία, ώστε ο ασθενής να μην προλάβει να φτάσει στο νοσοκομείο.

Η πρόγνωση εξαρτάται από το σημείο της βλάβης, την ταχύτητα διάγνωσης, την παρουσία ρήξης και την έγκαιρη πρόσβαση σε εξειδικευμένο καρδιοχειρουργικό ή αγγειοχειρουργικό κέντρο.

Μπορεί να προληφθεί;

Δεν μπορούν να προληφθούν όλα τα περιστατικά, ιδιαίτερα όταν υπάρχει άγνωστη κληρονομική προδιάθεση. Ωστόσο, ο έλεγχος των παραγόντων κινδύνου μπορεί να μειώσει την πιθανότητα διαχωρισμού.

Η σωστή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης αποτελεί την πιο σημαντική παρέμβαση. Η διακοπή του καπνίσματος, η αντιμετώπιση της υψηλής χοληστερόλης και η παρακολούθηση γνωστών ανευρυσμάτων προστατεύουν επίσης την αγγειακή υγεία.

Άνθρωποι με οικογενειακό ιστορικό αορτικού ανευρύσματος, διαχωρισμού ή αιφνίδιου ανεξήγητου θανάτου σε νεαρή ηλικία πρέπει να το συζητούν με τον γιατρό τους.

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν απεικονιστικός έλεγχος της αορτής, γενετική συμβουλευτική ή εξέταση συγγενών πρώτου βαθμού.

Η ζωή μετά τον αορτικό διαχωρισμό

Η επιτυχής χειρουργική ή ενδαγγειακή αντιμετώπιση δεν ολοκληρώνει τη φροντίδα του ασθενούς.

Το υπόλοιπο τμήμα της αορτής μπορεί να παραμένει ευάλωτο και να διευρυνθεί μελλοντικά. Για τον λόγο αυτό απαιτείται δια βίου παρακολούθηση με αξονικές ή μαγνητικές εξετάσεις.

Οι ασθενείς χρειάζονται αυστηρό έλεγχο της αρτηριακής πίεσης και μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή. Πρέπει επίσης να αποφεύγουν δραστηριότητες που προκαλούν απότομη αύξηση της πίεσης, σύμφωνα με τις εξατομικευμένες οδηγίες της ιατρικής ομάδας.

Το μήνυμα που δεν πρέπει να αγνοηθεί

Ο αορτικός διαχωρισμός παραμένει σχετικά σπάνιος. Ωστόσο, η σοβαρότητά του απαιτεί άμεση αντίδραση όταν εμφανίζεται η χαρακτηριστική εικόνα.

Ένας ξαφνικός, πρωτόγνωρος και εξαιρετικά έντονος πόνος στο στήθος ή στην πλάτη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με αναμονή ή μετακίνηση με ιδιωτικό όχημα.

Η άμεση κλήση στο ΕΚΑΒ μπορεί να μειώσει τον χρόνο μέχρι τη διάγνωση και να επιτρέψει τη μεταφορά σε νοσοκομείο που διαθέτει τις κατάλληλες υποδομές.

Στον αορτικό διαχωρισμό, κάθε λεπτό μπορεί να καθορίσει την έκβαση.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Η καρδιά σπάνια αναπτύσσει καρκίνο – Μελέτη εξηγεί το γιατί

Αγαπηδάκη: Η Ελλάδα φέρνει την πρόληψη των καρδιαγγειακών στο επίκεντρο

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ