Νέο γύρο συμφωνιών με φαρμακευτικές και βιοτεχνολογικές εταιρείες για τη μείωση των τιμών των φαρμάκων στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσε η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η εφαρμογή της πολιτικής «Most-Favored-Nation» (MFN), μέσω της οποίας η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συνδέσει τις αμερικανικές τιμές με τις χαμηλότερες που καταβάλλονται σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Οι νέες συμφωνίες αφορούν μεταξύ άλλων τις Astellas, CSL, BeOne Medicines, BridgeBio, Sun Pharma και UCB, ενώ ο Λευκός Οίκος ανεβάζει πλέον σε 26 τον αριθμό των φαρμακευτικών ομίλων που έχουν ενταχθεί στο ευρύτερο σχήμα. Ωστόσο, τα κρίσιμα στοιχεία –ποια ακριβώς φάρμακα θα φθηνύνουν, κατά πόσο και ποιο θα είναι το πραγματικό όφελος για τους ασθενείς– παραμένουν σε μεγάλο βαθμό μη δημοσιοποιημένα.

Έναν ακόμη γύρο της επιθετικής πολιτικής του για τη μείωση των τιμών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασε ο Ντόναλντ Τραμπ, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή μεσαίου μεγέθους διεθνών φαρμακευτικών και βιοτεχνολογικών εταιρειών.
Στην εκδήλωση στον Λευκό Οίκο συμμετείχαν στελέχη εταιρειών όπως οι Astellas Pharma, BeOne Medicines, CSL, BridgeBio, Sun Pharmaceutical και UCB, με τον Αμερικανό πρόεδρο να υποστηρίζει ότι τα νέα deals θα δώσουν στα προγράμματα Medicaid πρόσβαση σε φάρμακα σε τιμές «Most-Favored-Nation».
Ο επίσημος κατάλογος του Λευκού Οίκου είναι ακόμη μεγαλύτερος. Περιλαμβάνει εννέα εταιρείες: Alcon, Astellas Pharma, BeOne Medicines, BridgeBio, CSL, Kyowa Kirin, Sun Pharma, Teva Pharmaceuticals και UCB. Με αυτές, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έχει πλέον συμφωνίες MFN με 26 κατασκευαστές, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 89% της αγοράς επώνυμων φαρμάκων στις ΗΠΑ.
Τι είναι η τιμολόγηση «Most-Favored-Nation»
Η βασική λογική της πολιτικής Most-Favored-Nation – MFN είναι σχετικά απλή.
Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να μην πληρώνει για ορισμένα φάρμακα περισσότερο από τις χαμηλότερες τιμές που καταβάλλονται σε άλλες ανεπτυγμένες αγορές.
Με άλλα λόγια, η τιμή στις ΗΠΑ επιχειρείται να συνδεθεί με μια διεθνή τιμή αναφοράς.
Το μοντέλο έχει ιδιαίτερη πολιτική απήχηση στις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή οι τιμές των επώνυμων φαρμάκων είναι εδώ και χρόνια πολύ υψηλότερες σε σχέση με άλλες εύπορες χώρες.
Έρευνα της RAND με στοιχεία του 2022 είχε υπολογίσει ότι οι ακαθάριστες τιμές παραγωγού για το σύνολο των συνταγογραφούμενων φαρμάκων στις ΗΠΑ αντιστοιχούσαν στο 278% των τιμών σε 33 συγκρίσιμες χώρες του ΟΟΣΑ.
Η διαφορά ήταν ακόμη εντονότερη στα πρωτότυπα επώνυμα φάρμακα, όπου οι αμερικανικές τιμές έφταναν το 422% των αντίστοιχων διεθνών τιμών. Ακόμη και μετά από προσαρμογή για rebates, η RAND υπολόγισε τις αμερικανικές τιμές των branded φαρμάκων περίπου στο 308% των τιμών των άλλων χωρών.
Πώς λειτουργούν οι νέες συμφωνίες για το Medicaid
Το πρώτο σκέλος των συμφωνιών αφορά το Medicaid, το δημόσιο ασφαλιστικό πρόγραμμα που καλύπτει κυρίως πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες ευάλωτες κατηγορίες.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, τα πολιτειακά προγράμματα Medicaid θα αποκτήσουν πρόσβαση σε τιμές MFN για φάρμακα που παράγουν οι εταιρείες οι οποίες συμμετέχουν στις συμφωνίες.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να μειωθεί σημαντικά το δημόσιο κόστος.
Ωστόσο, υπάρχει μία κρίσιμη λεπτομέρεια: δεν έχουν δημοσιοποιηθεί αναλυτικά οι τιμές, τα ποσοστά έκπτωσης ή ακόμη και ο πλήρης κατάλογος των φαρμάκων που καλύπτονται από κάθε συμφωνία.
Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ακόμη δυνατό να υπολογιστεί ανεξάρτητα πόσα χρήματα θα εξοικονομήσουν οι πολιτείες ή οι ασθενείς.
Το μεγαλύτερο ερωτηματικό: Πόσο θα ωφεληθούν οι ίδιοι οι ασθενείς
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο της νέας ανακοίνωσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μίλησε για μεγάλες μειώσεις στο κόστος της φαρμακευτικής περίθαλψης.
Όμως το Medicaid ήδη διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς υποχρεωτικών rebates και διαπραγματεύσεων με τις φαρμακευτικές εταιρείες, ενώ πολλοί δικαιούχοι του προγράμματος έχουν ήδη περιορισμένη άμεση συμμετοχή στο κόστος των συνταγών τους.
Έτσι, μια χαμηλότερη τιμή που πληρώνει το Medicaid δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αντίστοιχα μεγάλη μείωση του ποσού που πληρώνει ο ασθενής στο φαρμακείο.
Το δημοσιονομικό όφελος για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τις πολιτείες μπορεί να είναι σημαντικό χωρίς να είναι εξίσου ορατό στην τσέπη κάθε ασφαλισμένου.
Οι επικριτές ζητούν πραγματικούς αριθμούς
Αυτή ακριβώς είναι και η βασική κριτική που ασκούν οργανώσεις καταναλωτών.
Ο Peter Maybarduk, επικεφαλής Access to Medicines της Public Citizen, υποστήριξε ότι οι νέες συμφωνίες δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι οι αμερικανικές τιμές θα φτάσουν πραγματικά στα επίπεδα άλλων πλούσιων χωρών.
Η επιφύλαξη έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μεγάλο μέρος των όρων των συμφωνιών παραμένει εμπιστευτικό.
Χωρίς δημοσιοποίηση της αρχικής τιμής, της τελικής καθαρής τιμής και των φαρμάκων που καλύπτονται, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ανεξάρτητα το πραγματικό μέγεθος της έκπτωσης.
Μια σημαντική ασυμφωνία στην περίπτωση της Teva
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Teva.
Ο Λευκός Οίκος την περιλαμβάνει επισήμως μεταξύ των εννέα εταιρειών του νέου γύρου και αναφέρει ότι πλέον συγκαταλέγεται στους συνολικά 26 κατασκευαστές με συμφωνίες MFN.
Η ίδια η Teva, όμως, χρησιμοποίησε περισσότερο επιφυλακτική διατύπωση.
Σε ανακοίνωσή της στις 31 Αυγούστου ανέφερε ότι βρίσκεται ακόμη σε ενεργές συζητήσεις με την κυβέρνηση Τραμπ για την επίτευξη συμφωνίας και έκανε λόγο για κοινή πρόθεση να καταλήξουν σε deal.
Επομένως, τουλάχιστον στην περίπτωση της Teva, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει την κατάσταση ο Λευκός Οίκος και στον τρόπο με τον οποίο την περιγράφει η ίδια η εταιρεία.
Astellas, CSL, BeOne, BridgeBio, Sun και UCB
Οι εταιρείες που εμπλέκονται στον νέο γύρο έχουν πολύ διαφορετικά χαρτοφυλάκια.
Η Astellas δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στην ογκολογία, την οφθαλμολογία, την ουρολογία και την ανοσολογία.
Η BeOne Medicines –πρώην BeiGene– είναι ένας διεθνής όμιλος με επίκεντρο την ογκολογία και ανακοίνωσε ότι η συμφωνία της με την αμερικανική κυβέρνηση αφορά τη διεύρυνση της πρόσβασης σε καινοτόμες αντικαρκινικές θεραπείες και την περαιτέρω ενίσχυση του παραγωγικού της αποτυπώματος στις ΗΠΑ.
Η UCB, με ισχυρή παρουσία στη νευρολογία και την ανοσολογία, ανακοίνωσε επίσης συμφωνία που συνδυάζει χαμηλότερο κόστος φαρμάκων με νέες επενδύσεις σε έρευνα και παραγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η CSL, με σημαντική δραστηριότητα σε θεραπείες αίματος, ανοσολογίας και σπάνιων νοσημάτων, συνδέει τη δική της συμφωνία με σχέδιο επένδυσης 1,5 δισ. δολαρίων για επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας στις ΗΠΑ.
Δεν πρόκειται μόνο για τιμές – Οι συμφωνίες συνδέονται με επενδύσεις στις ΗΠΑ
Αυτό είναι ένα στοιχείο που διαφοροποιεί τη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ από μια κλασική διαπραγμάτευση φαρμακευτικών τιμών.
Οι συμφωνίες συνδέονται και με την αναδιάρθρωση της παγκόσμιας παραγωγικής αλυσίδας της φαρμακοβιομηχανίας.
Ο Λευκός Οίκος αναφέρει ότι οι εννέα εταιρείες έχουν δεσμευτεί συνολικά για τουλάχιστον 19,6 δισ. δολάρια νέων ή διευρυμένων επενδύσεων στην αμερικανική παραγωγή.
Παράλληλα, ορισμένες εταιρείες δεσμεύονται να παραχωρήσουν ποσότητες δραστικών φαρμακευτικών ουσιών στο αμερικανικό Strategic Active Pharmaceutical Ingredients Reserve, ένα στρατηγικό απόθεμα APIs για περιπτώσεις κρίσης.
Τι δίνουν οι εταιρείες στο στρατηγικό απόθεμα
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο:
η UCB θα διαθέσει 163 τόνους levetiracetam,
η Sun Pharma 71,4 τόνους clindamycin και 6,75 τόνους doxycycline,
η Teva έχει προτείνει 45 τόνους metronidazole και 4,8 τόνους amlodipine,
ενώ η Astellas θα συνεισφέρει 25 κιλά tacrolimus.
Ο στόχος είναι να μειωθεί η εξάρτηση των ΗΠΑ από εισαγόμενες πρώτες ύλες και να υπάρχει απόθεμα κρίσιμων φαρμακευτικών συστατικών σε περίπτωση γεωπολιτικών ή υγειονομικών κρίσεων.
Οι δασμοί ως σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο
Η πολιτική τιμών συνδέεται ταυτόχρονα με την εμπορική πολιτική.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προβλέψει προνομιακή δασμολογική μεταχείριση για εταιρείες που έχουν συνάψει ή βρίσκονται σε προχωρημένη διαπραγμάτευση για συμφωνίες MFN και δεσμεύονται για παραγωγή στις ΗΠΑ.
Η σχετική προεδρική απόφαση προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μηδενικό δασμό για φάρμακα εταιρειών με συμφωνίες MFN έως τις 20 Ιανουαρίου 2029.
Έτσι, δημιουργείται ουσιαστικά ένα μοντέλο ανταλλαγής:
χαμηλότερες τιμές και περισσότερη παραγωγή στις ΗΠΑ από τις φαρμακευτικές εταιρείες, με αντάλλαγμα ευνοϊκότερη δασμολογική μεταχείριση και μεγαλύτερη πρόσβαση στα ομοσπονδιακά προγράμματα.
26 εταιρείες πλέον στο σύστημα MFN, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο
Η νέα ανακοίνωση έρχεται μετά από προηγούμενες συμφωνίες με τους μεγαλύτερους φαρμακευτικούς ομίλους του κόσμου.
Η κυβέρνηση αναφέρει ότι στο πρόγραμμα συμμετέχουν πλέον, μεταξύ άλλων:
Pfizer, AstraZeneca, Eli Lilly, Novo Nordisk, Amgen, Bristol Myers Squibb, Boehringer Ingelheim, Genentech, Gilead, GSK, Merck, Novartis, Sanofi, Johnson & Johnson, AbbVie και Regeneron, μαζί με τις εταιρείες του νέου γύρου.
Ο πρώτος μεγάλος γύρος συμφωνιών ξεκίνησε το 2025, ενώ η κυβέρνηση έχει έκτοτε διευρύνει το μοντέλο από τους παγκόσμιους κολοσσούς προς μεσαίου μεγέθους και εξειδικευμένες biotech εταιρείες.
Γιατί οι μικρότερες εταιρείες εμφανίζονταν απρόθυμες
Αυτό δεν ήταν αυτονόητο.
Οι μικρότερες και μεσαίου μεγέθους βιοτεχνολογικές εταιρείες είχαν εμφανιστεί πιο διστακτικές να συμμετάσχουν.
Ο βασικός λόγος είναι ότι διαθέτουν συχνά μικρότερο αριθμό εμπορικών προϊόντων και πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από ένα ή δύο φάρμακα.
Για έναν μεγάλο όμιλο, η μείωση της τιμής ενός προϊόντος μπορεί να αντισταθμιστεί από ένα τεράστιο και διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο.
Για μια biotech με ένα βασικό φάρμακο, η ίδια παραχώρηση μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση στα έσοδα.
Η διεύρυνση του προγράμματος στις εταιρείες αυτές αποτελεί επομένως σημαντικό τεστ για την πολιτική Τραμπ.
Νέες θεραπείες: Η τιμή θα συνδέεται εξαρχής με το εξωτερικό
Οι συμφωνίες δεν περιορίζονται στα φάρμακα που κυκλοφορούν σήμερα.
Ο Λευκός Οίκος αναφέρει ότι οι εταιρείες αναλαμβάνουν και prospective MFN commitments.
Αυτό σημαίνει ότι νέα καινοτόμα φάρμακα που θα κυκλοφορήσουν στο μέλλον στις ΗΠΑ θα πρέπει να τιμολογούνται σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα άλλων ανεπτυγμένων αγορών.
Εάν το μοντέλο εφαρμοστεί πραγματικά σε μεγάλη κλίμακα, μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση από τις σημερινές εκπτώσεις.
Η αρχική τιμή ενός νέου φαρμάκου στις ΗΠΑ αποτελεί συχνά σημείο αναφοράς για ολόκληρο τον εμπορικό κύκλο ζωής του.
Θα μπορούσε όμως να επηρεάσει και τις ευρωπαϊκές τιμές
Υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά.
Η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση αναφέρει ότι το μοντέλο MFN δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στη μείωση των τιμών στις ΗΠΑ.
Στόχος είναι επίσης να ασκηθεί πίεση ώστε οι άλλες πλούσιες χώρες να πληρώνουν περισσότερο για νέα φάρμακα, μειώνοντας τη διαφορά με την αμερικανική αγορά.
Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργήσει πίεση και στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις φαρμάκων.
Οι εταιρείες μπορεί να έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να αποφύγουν πολύ χαμηλές τιμές σε μια ευρωπαϊκή χώρα εάν η τιμή αυτή μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς για την αμερικανική αγορά.
TrumpRx: Η δεύτερη πλευρά της πολιτικής
Παράλληλα με τα δημόσια ασφαλιστικά προγράμματα, η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει το TrumpRx, μια πλατφόρμα μέσω της οποίας ασθενείς μπορούν να αποκτούν ορισμένα φάρμακα απευθείας σε μειωμένες τιμές.
Η πλατφόρμα ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2026 με προϊόντα εταιρειών όπως AstraZeneca, Eli Lilly, EMD Serono, Novo Nordisk και Pfizer.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι οι ασθενείς έχουν εξοικονομήσει περισσότερα από 700 εκατ. δολάρια μέσω του TrumpRx από την έναρξή του. Πρόκειται για κυβερνητική εκτίμηση και δεν συνοδεύεται στην ανακοίνωση από ανεξάρτητη αποτίμηση της μεθοδολογίας υπολογισμού.
Δεν έχει διευκρινιστεί εάν όλες οι εταιρείες του νέου γύρου θα διαθέσουν προϊόντα και μέσω TrumpRx.
Τα GLP-1 έφεραν μέχρι σήμερα τις πιο ορατές μειώσεις
Η μεγαλύτερη πρακτική αλλαγή από τις προηγούμενες συμφωνίες αφορά μέχρι στιγμής τα φάρμακα GLP-1 για την παχυσαρκία.
Η Eli Lilly και η Novo Nordisk συμφώνησαν σε μειώσεις τιμών σε συνδυασμό με διευρυμένη πρόσβαση μέσω του Medicare.
Από την 1η Ιουλίου 2026, το CMS λειτουργεί το πρόγραμμα Medicare GLP-1 Bridge, μέσω του οποίου επιλέξιμοι δικαιούχοι Medicare Part D μπορούν να αποκτούν συγκεκριμένες θεραπείες GLP-1 με συμμετοχή 50 δολαρίων τον μήνα. Το πρόγραμμα προβλέπεται να λειτουργεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση είναι μέχρι στιγμής ένα από τα πλέον χειροπιαστά παραδείγματα του πώς μια συμφωνία φαρμακευτικής τιμής μπορεί να μετατραπεί σε άμεση διεύρυνση πρόσβασης.
600.000 ηλικιωμένοι εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το νέο πρόγραμμα
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο επικεφαλής των Centers for Medicare & Medicaid Services, Mehmet Oz, περίπου 600.000 ηλικιωμένοι είχαν ήδη αναζητήσει συνταγές μέσω του νέου προσωρινού προγράμματος.
Το μέγεθος αυτό δείχνει την τεράστια ζήτηση για θεραπείες παχυσαρκίας στις ΗΠΑ και εξηγεί γιατί οι συμφωνίες με Lilly και Novo Nordisk αποτελούν το σημαντικότερο μέχρι στιγμής οικονομικό τεστ της πολιτικής.
Η κυβέρνηση υπολογίζει $64,3 δισ. εξοικονόμηση – Αλλά είναι πρόβλεψη
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι μόνο το σκέλος των υφιστάμενων φαρμάκων που θα παρέχονται στο Medicaid με MFN τιμές μπορεί να οδηγήσει σε 64,3 δισ. δολάρια εξοικονόμηση για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τις πολιτείες σε βάθος δεκαετίας.
Πρόκειται όμως για πρόβλεψη του ίδιου του Λευκού Οίκου, όχι για ήδη πραγματοποιηθείσα εξοικονόμηση.
Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από:
τον αριθμό των φαρμάκων που θα καλύπτονται,
τις τελικές καθαρές τιμές,
την κατανάλωση,
τις ήδη υπάρχουσες εκπτώσεις του Medicaid
και την εξέλιξη των τιμών σε άλλες χώρες.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα
Η νέα ανακοίνωση δείχνει ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει καταφέρει να φέρει στο τραπέζι όχι μόνο τους μεγαλύτερους παγκόσμιους φαρμακευτικούς ομίλους αλλά και εταιρείες μικρότερης κλίμακας.
Αυτό ενισχύει την πολιτική σημασία της πρωτοβουλίας.
Δεν λύνει όμως το βασικό ζήτημα της διαφάνειας.
Μέχρι να δημοσιοποιηθούν συγκεκριμένα φάρμακα, παλιές και νέες καθαρές τιμές και πραγματικά στοιχεία δαπάνης, θα είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς πόσο κοντά φέρνει πράγματι η πολιτική MFN τις Ηνωμένες Πολιτείες στις ευρωπαϊκές τιμές.
Μια πολιτική που μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την παγκόσμια αγορά φαρμάκου
Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι ότι η αλλαγή δεν αφορά μόνο τους Αμερικανούς ασθενείς. Εάν οι ΗΠΑ –η μεγαλύτερη και πιο κερδοφόρα φαρμακευτική αγορά στον κόσμο– συνδέσουν συστηματικά τις τιμές τους με εκείνες άλλων χωρών, οι εταιρείες μπορεί να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονται τιμές διεθνώς.
Μπορεί να καθυστερούν κυκλοφορίες σε αγορές με πολύ χαμηλές τιμές. Μπορεί να πιέζουν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για υψηλότερη αποζημίωση. Και μπορεί να αναδιατάσσουν την παραγωγή τους για να εξασφαλίσουν αμερικανικά φορολογικά και δασμολογικά πλεονεκτήματα.
Για αυτό, η πολιτική MFN δεν αποτελεί πλέον απλώς μια εσωτερική αμερικανική συζήτηση για το κόστος των φαρμάκων.
Μπορεί να εξελιχθεί σε μηχανισμό που θα επηρεάσει την τιμολόγηση, την κυκλοφορία και ακόμη και την παραγωγή καινοτόμων φαρμάκων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Και εκεί θα κριθεί τελικά αν οι νέες συμφωνίες του Λευκού Οίκου αποτελούν πραγματική ανατροπή του αμερικανικού μοντέλου τιμολόγησης ή κυρίως μια ισχυρή πολιτική διαπραγμάτευση με τη φαρμακοβιομηχανία.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Τραμπ: Μειώνει τους παιδικούς εμβολιασμούς – Η διαμάχη για τον αυτισμό
Τραμπ: Ανατροπή στο πρόγραμμα παιδικών εμβολιασμών – Ποια μένουν στη βασική λίστα

