Νέα παρέμβαση προς την κυβέρνηση πραγματοποιεί ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών (ΙΣΑ) για το συνταξιοδοτικό των γιατρών και γενικότερα των ασφαλισμένων που συνεχίζουν να εργάζονται μετά τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης. Ο ΙΣΑ ζητά αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης, υποστηρίζοντας ότι το ισχύον σύστημα αποτιμά δυσανάλογα χαμηλά κάθε πρόσθετο έτος ασφάλισης μετά την 40ετία. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην απότομη πτώση του ετήσιου ποσοστού αναπλήρωσης από 2,55% στα τελευταία έτη πριν από τα 40 σε μόλις 0,50% για κάθε έτος μετά τα 40.

Στο προσκήνιο επαναφέρει ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών (ΙΣΑ) το ζήτημα των συντάξεων για όσους έχουν μακρά ασφαλιστική διαδρομή και συνεχίζουν να εργάζονται έχοντας ήδη συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης.
Με νέα επιστολή προς την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως και τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, ο ΙΣΑ ζητά να αλλάξει η υφιστάμενη κλίμακα υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης μετά το 40ό έτος.
Ο Σύλλογος κάνει λόγο για «εμφανή στρέβλωση» και υποστηρίζει ότι ένας ασφαλισμένος που συνεχίζει να εργάζεται και να καταβάλλει εισφορές μετά από τέσσερις δεκαετίες ασφάλισης λαμβάνει πολύ μικρότερη πρόσθετη συνταξιοδοτική ανταμοιβή για κάθε νέο έτος.
Πού βρίσκεται το πρόβλημα
Η διαφορά προκύπτει από τα ποσοστά αναπλήρωσης που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης.
Με βάση το ισχύον πλαίσιο του ν. 4670/2020, από την 1η Οκτωβρίου 2019 τα ετήσια ποσοστά αναπλήρωσης διαμορφώνονται κλιμακωτά.
Στα πρώτα 30 χρόνια είναι σχετικά χαμηλότερα και στη συνέχεια αυξάνονται σημαντικά. Για τα έτη από 36,01 έως 40 το ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης είναι 2,55%.
Όμως από τα 40,01 έτη και πάνω, κάθε πρόσθετο έτος ασφάλισης προσθέτει μόλις 0,50%. Αυτό προβλέπεται ρητά στον πίνακα του άρθρου 8 του ν. 4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε από τον ν. 4670/2020.
Ακριβώς σε αυτή την απότομη μεταβολή επικεντρώνεται ο ΙΣΑ.
Από 2,55% σε 0,50% μετά την 40ετία
Η αριθμητική διαφορά είναι μεγάλη.
Ένας ασφαλισμένος βρίσκεται μέχρι την 40ετία σε κλίμακα όπου κάθε πρόσθετο έτος από τα 36 έως τα 40 αυξάνει το ποσοστό αναπλήρωσης κατά 2,55 ποσοστιαίες μονάδες.
Μόλις, όμως, περάσει τα 40 χρόνια, η ετήσια προσαύξηση περιορίζεται στις 0,50 μονάδες.
Ο ΙΣΑ υπολογίζει ότι αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 80% μικρότερη αξία του ετήσιου συντελεστή.
Μαθηματικά, η διαφορά είναι πράγματι περίπου 80,4%, καθώς το 0,50 αποτελεί λιγότερο από το ένα πέμπτο του 2,55.
Η σύγκριση, πάντως, αφορά το οριακό ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης και όχι το σύνολο της σύνταξης, το οποίο δεν μειώνεται όταν κάποιος περνά τα 40 χρόνια. Συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά πολύ πιο αργά.
Τι είναι το ποσοστό αναπλήρωσης
Το ποσοστό αναπλήρωσης είναι ένας από τους βασικούς συντελεστές που καθορίζουν το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης.
Η κύρια σύνταξη αποτελείται από δύο βασικά μέρη:
την εθνική σύνταξη και την ανταποδοτική σύνταξη.
Η εθνική χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η ανταποδοτική συνδέεται με:
- τα χρόνια ασφάλισης,
- τις συντάξιμες αποδοχές ή το ασφαλιστέο εισόδημα,
- και τα προβλεπόμενα ποσοστά αναπλήρωσης.
Ο e-ΕΦΚΑ διευκρινίζει ότι η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται βάσει των συντάξιμων αποδοχών, του χρόνου ασφάλισης και του ποσοστού αναπλήρωσης.
Στα 40 χρόνια το συνολικό ποσοστό φτάνει στο 50,01%
Το ισχύον σύστημα είναι ιδιαίτερα ευνοϊκότερο για την περίοδο από τα 30 έως τα 40 χρόνια σε σχέση με το παλαιότερο καθεστώς.
Με τις αλλαγές του ν. 4670/2020, το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης στα 40 χρόνια ανέρχεται σε 50,01%.
Με το προηγούμενο σύστημα του ν. 4387/2016 ήταν 42,80%. Το ίδιο το υπουργείο Εργασίας έχει επισημάνει αυτή τη διαφορά σε επίσημη απάντησή του στη Βουλή.
Το κρίσιμο σημείο είναι τι συμβαίνει από εκεί και μετά.
Στα 41 χρόνια το συνολικό ποσοστό γίνεται περίπου 50,51%.
Στα 42 χρόνια περίπου 51,01%.
Στα 45 χρόνια περίπου 52,51%.
Δηλαδή πέντε επιπλέον έτη μετά την 40ετία προσθέτουν συνολικά μόλις 2,5 ποσοστιαίες μονάδες στην ανταποδοτική σύνταξη.
Ένα απλό παράδειγμα
Ας υποθέσουμε, μόνο για να αποτυπωθεί η λειτουργία του συντελεστή, ότι ένας ασφαλισμένος έχει μέσες συντάξιμες αποδοχές 2.000 ευρώ.
Με 40 χρόνια ασφάλισης και συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης 50,01%, το ανταποδοτικό σκέλος αντιστοιχεί θεωρητικά σε περίπου:
2.000 × 50,01% = 1.000,20 ευρώ.
Με 41 χρόνια, το ποσοστό γίνεται περίπου 50,51%:
2.000 × 50,51% = 1.010,20 ευρώ.
Άρα το 41ο έτος προσθέτει περίπου 10 ευρώ τον μήνα στο ανταποδοτικό μέρος, πριν από οποιεσδήποτε άλλες παραμέτρους, κρατήσεις ή ειδικούς υπολογισμούς.
Με 45 χρόνια, το ποσοστό φτάνει περίπου στο 52,51%:
2.000 × 52,51% = 1.050,20 ευρώ.
Σε αυτό το απλοποιημένο παράδειγμα, πέντε πρόσθετα χρόνια ασφάλισης μετά την 40ετία αυξάνουν την ανταποδοτική σύνταξη κατά περίπου 50 ευρώ τον μήνα.
Το πραγματικό ποσό κάθε ασφαλισμένου εξαρτάται βέβαια από τις συντάξιμες αποδοχές του και το πλήρες ασφαλιστικό ιστορικό του.
Γιατί το θέμα αφορά ιδιαίτερα τους γιατρούς
Το ζήτημα έχει ξεχωριστή σημασία για τον ιατρικό κόσμο, καθώς μεγάλος αριθμός γιατρών συνεχίζει την επαγγελματική δραστηριότητα σε ηλικίες κατά τις οποίες έχει ήδη συμπληρώσει τέσσερις δεκαετίες ασφάλισης.
Οι πολυετείς σπουδές, η ειδικότητα, η συχνή συνέχιση της ιδιωτικής δραστηριότητας αλλά και η παραμονή στο επάγγελμα σε μεγαλύτερες ηλικίες δημιουργούν μια κατηγορία ασφαλισμένων για τους οποίους η ασφάλιση άνω των 40 ετών δεν αποτελεί εξαίρεση.
Ο ΙΣΑ υποστηρίζει ότι όσο αυτοί οι επαγγελματίες εξακολουθούν να εργάζονται και να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, θα πρέπει η πρόσθετη ασφαλιστική τους προσπάθεια να έχει αναλογικότερο αντίκρισμα στη μελλοντική σύνταξη.
Πατούλης: «Δεν είναι δίκαιο»
Ο πρόεδρος του ΙΣΑ Γιώργος Πατούλης υποστηρίζει ότι το σημερινό πλαίσιο αποθαρρύνει, αντί να επιβραβεύει, τη μακρόχρονη παραμονή στην ασφάλιση.
Όπως ανέφερε, δεν είναι δίκαιο ένας ασφαλισμένος που έχει συμπληρώσει 40 χρόνια εργασίας και εξακολουθεί να εργάζεται «να βλέπει την πρόσθετη ασφαλιστική του προσπάθεια να αποτιμάται με έναν δραστικά μειωμένο συντελεστή αναπλήρωσης».
Ο ΙΣΑ ζητά, σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, «δίκαιη και ορθολογική ρύθμιση» για όσους ξεπερνούν τα 40 έτη ασφάλισης.
Τι ακριβώς ζητά ο ΙΣΑ
Ο Σύλλογος ζητά να τροποποιηθεί το ποσοστό αναπλήρωσης για τους ασφαλισμένους που έχουν περισσότερα από 40 χρόνια ασφάλισης, ώστε να βελτιωθεί ο υπολογισμός του ανταποδοτικού μέρους της κύριας σύνταξής τους.
Στην ανακοίνωση της 31ης Αυγούστου δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο νέο ποσοστό, ούτε ζητά ρητά να παραμείνει το 2,55% και μετά την 40ετία.
Ζητά όμως την κατάργηση ή ουσιαστική διόρθωση της μεγάλης απόκλισης που προκαλεί το 0,50%.
Παράλληλα, ζητά συνάντηση με τη Νίκη Κεραμέως και τον Κυριάκο Πιερρακάκη προκειμένου το θέμα να συζητηθεί σε πολιτικό επίπεδο.
Δεν είναι η πρώτη παρέμβαση
Η νέα επιστολή αποτελεί συνέχεια προηγούμενης παρέμβασης του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών στις 14 Ιουλίου 2026.
Το γεγονός ότι ο ΙΣΑ επανέρχεται περίπου ενάμιση μήνα αργότερα δείχνει ότι θεωρεί το ζήτημα ανοικτό και ζητά συγκεκριμένη απάντηση από τα δύο συναρμόδια υπουργεία.
Η αλλαγή δεν είναι απλή, καθώς κάθε αύξηση των ποσοστών αναπλήρωσης δημιουργεί μόνιμη πρόσθετη συνταξιοδοτική δαπάνη και επομένως απαιτεί αναλογιστική και δημοσιονομική αξιολόγηση.
Η προηγούμενη θέση του υπουργείου Εργασίας
Το συγκεκριμένο θέμα έχει τεθεί και στο παρελθόν στην κυβέρνηση.
Σε επίσημη κοινοβουλευτική απάντηση του υπουργείου Εργασίας τον Ιούλιο του 2025 είχε επιβεβαιωθεί ότι στα 40 χρόνια το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης είναι 50,01% και ότι για κάθε χρόνο μετά την 40ετία το ποσοστό είναι 0,5%.
Στην ίδια απάντηση αναφερόταν ότι τυχόν τροποποίηση του συγκεκριμένου πλαισίου δεν εξεταζόταν τότε από το υπουργείο.
Αυτό δεν προδικάζει, βέβαια, τη στάση που θα κρατήσει η σημερινή πολιτική ηγεσία μετά τη νέα παρέμβαση του ΙΣΑ.
Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί αλλαγή της σχετικής κλίμακας και ο πίνακας του ν. 4670/2020 εξακολουθεί να προβλέπει 0,50% για κάθε έτος άνω των 40.
Γιατί δημιουργήθηκε η συγκεκριμένη κλίμακα
Οι αλλαγές του 2020 είχαν σχεδιαστεί ώστε να ενισχύσουν αισθητά την ανταποδοτικότητα για όσους έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης.
Για τον λόγο αυτό οι συντελεστές αυξάνονται έντονα μεταξύ 30 και 40 ετών.
Ενδεικτικά:
από 30 έως 33 έτη το ετήσιο ποσοστό είναι 1,98%,
από 33 έως 36 έτη 2,50%,
και από 36 έως 40 έτη 2,55%.
Μετά τα 40, όμως, η καμπύλη «φρενάρει» απότομα στο 0,50%.
Η προηγούμενη κυβερνητική επιχειρηματολογία ήταν ότι τα ποσοστά του ν. 4670/2020 σχεδιάστηκαν ώστε να διασφαλίσουν επαρκή συνταξιοδοτική αναπλήρωση και να ενισχύσουν το κίνητρο παραμονής στην εργασία τουλάχιστον έως τη συμπλήρωση σημαντικού ασφαλιστικού χρόνου.
Το πραγματικό ερώτημα: Υπάρχει κίνητρο εργασίας μετά τα 40 χρόνια;
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης.
Το ασφαλιστικό σύστημα παρέχει πολύ ισχυρό κίνητρο για κάποιον να αυξήσει τον χρόνο ασφάλισής του από τα 30 στα 40 χρόνια.
Μετά την 40ετία, όμως, το οικονομικό όφελος για κάθε πρόσθετο χρόνο μειώνεται δραστικά.
Ο ΙΣΑ θέτει επομένως ένα ευρύτερο ερώτημα:
Είναι συνεπές ένα ασφαλιστικό σύστημα να επιδιώκει μεγαλύτερη παραμονή των έμπειρων επαγγελματιών στην εργασία και ταυτόχρονα να αποτιμά τόσο χαμηλά τα πρόσθετα χρόνια ασφάλισης;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο καθώς η γήρανση του πληθυσμού πιέζει τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά συστήματα και οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους για μεγαλύτερη συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών στην αγορά εργασίας.
Δεν σημαίνει ότι χάνονται οι εισφορές μετά τα 40 χρόνια
Χρειάζεται εδώ μία σημαντική διευκρίνιση.
Ο ασφαλισμένος που συνεχίζει να εργάζεται μετά τα 40 χρόνια δεν χάνει τα ήδη θεμελιωμένα ποσοστά αναπλήρωσης και η ανταποδοτική σύνταξή του δεν μειώνεται.
Κάθε επιπλέον έτος εξακολουθεί να προσθέτει 0,50% στον συνολικό συντελεστή.
Το επιχείρημα του ΙΣΑ είναι διαφορετικό: ότι αυτή η πρόσθετη απόδοση είναι πολύ μικρή σε σχέση με την ασφαλιστική προσπάθεια και με το 2,55% που αποδίδεται ανά έτος ακριβώς πριν από την 40ετία.
Η διάκριση είναι σημαντική ώστε η συζήτηση να γίνεται με ακριβείς όρους.
Ποιο θα ήταν το δημοσιονομικό κόστος
Αυτό είναι και το μεγάλο άγνωστο της πρότασης.
Για να αλλάξει η κλίμακα θα πρέπει να υπολογιστεί:
πόσοι σημερινοί και μελλοντικοί συνταξιούχοι έχουν πάνω από 40 έτη ασφάλισης,
ποιες είναι οι μέσες συντάξιμες αποδοχές τους,
ποιο νέο ποσοστό θα εφαρμοζόταν,
εάν η αλλαγή θα αφορούσε μόνο νέες συνταξιοδοτήσεις ή θα απαιτούσε και επανυπολογισμό ήδη απονεμημένων συντάξεων.
Χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν μπορεί να εκτιμηθεί σοβαρά το δημοσιονομικό κόστος μιας παρέμβασης.
Και ακριβώς γι’ αυτό κάθε αλλαγή στα ποσοστά αναπλήρωσης αποτελεί συνήθως αντικείμενο αναλογιστικής μελέτης και όχι απλώς μιας διοικητικής απόφασης.
Το δίλημμα για την κυβέρνηση
Η κυβέρνηση καλείται ουσιαστικά να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στόχους.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος και η ανάγκη να υπάρχει κίνητρο για συνέχιση της εργασίας και καταβολή εισφορών.
Από την άλλη βρίσκεται η μακροχρόνια βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς κάθε μόνιμη αύξηση στις νέες συντάξεις επηρεάζει τις δαπάνες για πολλά χρόνια.
Για τον ΙΣΑ, ωστόσο, η σημερινή διαφορά από το 2,55% στο 0,50% είναι τόσο μεγάλη ώστε απαιτεί επανεξέταση.
Το επόμενο βήμα
Το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στην αντίδραση των υπουργείων Εργασίας και Οικονομικών και στο εάν θα γίνει δεκτό το αίτημα του ΙΣΑ για συνάντηση.
Η ουσία της διεκδίκησης ξεπερνά τον ιατρικό κλάδο.
Οποιαδήποτε γενική αλλαγή στον συντελεστή αναπλήρωσης μετά τα 40 χρόνια θα μπορούσε να αφορά όλους τους ασφαλισμένους του e-ΕΦΚΑ με αντίστοιχα μεγάλη ασφαλιστική διαδρομή, ανάλογα φυσικά με την τελική μορφή μιας πιθανής νομοθετικής ρύθμισης.
Για τους γιατρούς, όμως, ο ΙΣΑ επιχειρεί να καταστήσει το ζήτημα άμεση πολιτική προτεραιότητα.
Το βασικό επιχείρημά του συνοψίζεται σε μία αρχή: όσο μεγαλύτερη είναι η ασφαλιστική προσπάθεια, τόσο πιο καθαρό πρέπει να είναι και το ανταποδοτικό όφελος για τον ασφαλισμένο.
Και η απάντηση της κυβέρνησης θα δείξει εάν ο συντελεστής του 0,50% μετά την 40ετία θεωρείται πλέον ένα σταθερό χαρακτηριστικό του ασφαλιστικού συστήματος ή μια στρέβλωση που μπορεί να επανεξεταστεί.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
ΕΣΑμεΑ: Ανεπαρκείς συντάξεις οδηγούν σε φτωχοποίηση
Ιός Δυτικού Νείλου – ΙΣΑ: Εξηγήσεις για τη διασπορά στην Αττική

