Η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει περαιτέρω έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό των βιοεπιστημών, καθώς επενδύσεις και κλινικές δοκιμές κατευθύνονται προς αγορές με σταθερότερο ρυθμιστικό πλαίσιο και ισχυρότερα κίνητρα. Στην Ελλάδα, το υψηλό clawback και οι καθυστερήσεις στην πρόσβαση των ασθενών παραμένουν βασικά εμπόδια, σύμφωνα με στελέχη της Roche.

Την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η καινοτομία στην υγεία ως στρατηγική επένδυση και όχι αποκλειστικά ως δημοσιονομική δαπάνη ανέδειξαν ο Michael Oberreiter, Head of External Affairs International της Roche, και η Kavita Patel, διευθύνουσα σύμβουλος της Roche Hellas για την Ελλάδα και την Κύπρο και πρόεδρος του Pharma Innovation Forum.
Τα δύο στελέχη συμμετείχαν στο 30th Annual Government Roundtable του Economist, το οποίο πραγματοποιήθηκε από τις 8 έως τις 10 Ιουλίου στο Λαγονήσι, με κεντρικό θέμα «Progress in an Age of Upheaval | Geopolitics – Growth – Technology».
Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στις γεωπολιτικές ανατροπές, στις δημογραφικές πιέσεις, στις τεχνολογικές εξελίξεις και στην ανάγκη να αναπτυχθούν νέα μοντέλα για τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας.
Οι δημογραφικές πιέσεις αλλάζουν τις ανάγκες των συστημάτων υγείας
Ο Michael Oberreiter συμμετείχε σε fireside chat με τον Alasdair Ross, Countries Editor του «The World Ahead 2026» του Economist.
Κατά τη συζήτηση αναφέρθηκε στις αυξανόμενες πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας, με τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση των χρόνιων παθήσεων και τις νέες θεραπευτικές ανάγκες να απαιτούν περισσότερους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους.
Όπως υποστήριξε, η συζήτηση για τη βιωσιμότητα δεν μπορεί να περιορίζεται στη συγκράτηση της φαρμακευτικής δαπάνης. Πρέπει να περιλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και οι αποτελεσματικές θεραπείες μειώνουν τις νοσηλείες, την αναπηρία και την απώλεια παραγωγικότητας.

• Άδωνις Γεωργιάδης, Υπουργός Υγείας
• Kavita Patel, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Roche Hellas και Πρόεδρος του Pharma Innovation Forum (PIF)
• Σωτήρης Βανδώρος, Καθηγητής στο University College London και επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Harvard
«Κάθε ιατρική ανακάλυψη που επιτρέπει σε έναν πολίτη να επιστρέψει στην εργασία του αποτελεί άμεση επένδυση στην οικονομική ισχύ της Ευρώπης», ανέφερε.
Η θέση αυτή συνδέει την πολιτική υγείας με την οικονομική ανάπτυξη. Ένας ασθενής που διαγιγνώσκεται εγκαίρως, λαμβάνει αποτελεσματική θεραπεία και διατηρεί τη λειτουργικότητά του δεν ωφελεί μόνο το σύστημα υγείας. Παραμένει ενεργός στην εργασία, στην οικογένεια και στην κοινωνία, περιορίζοντας παράλληλα το κόστος της μακροχρόνιας φροντίδας.
Επενδύσεις και κλινικές δοκιμές απομακρύνονται από την Ευρώπη
Ο Oberreiter προειδοποίησε ότι οι παγκόσμιες επενδύσεις στη φαρμακευτική έρευνα και οι κλινικές δοκιμές μετατοπίζονται σταδιακά μακριά από την Ευρώπη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα εξακολουθούν να συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος των επενδύσεων, ενώ νέοι ανταγωνιστές, όπως η Σαουδική Αραβία και το Άμπου Ντάμπι, εντάσσουν πλέον συνειδητά τη φαρμακευτική βιομηχανία και τη βιοτεχνολογία στον μακροπρόθεσμο εθνικό σχεδιασμό τους.
Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, οι συγκεκριμένες αγορές αντιμετωπίζουν την παραγωγή φαρμάκων, την έρευνα και τη βιοτεχνολογία ως στρατηγικούς τομείς, αντίστοιχους με την άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια και την υγειονομική ανθεκτικότητα.
Αντίθετα, όπως υποστήριξε, η Ευρώπη δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ένα αντίστοιχα συνεκτικό και μακροπρόθεσμο όραμα.
Οι διαφορετικές κανονιστικές απαιτήσεις μεταξύ των κρατών, οι καθυστερήσεις στις εγκρίσεις και στην αποζημίωση, καθώς και η περιορισμένη προβλεψιμότητα των επενδυτικών κινήτρων δυσκολεύουν τον σχεδιασμό πολυετών ερευνητικών προγραμμάτων.

• Michael Oberreiter, Head of External Affairs International της Roche
Η πρόταση για εναρμόνιση και σταθερά κίνητρα R&D
Για να αντιστραφεί η τάση, ο Michael Oberreiter πρότεινε μεγαλύτερη εναρμόνιση των κανονιστικών διαδικασιών στην Ευρώπη και ενίσχυση των μακροπρόθεσμων κινήτρων για Έρευνα και Ανάπτυξη.
Η απλοποίηση δεν σημαίνει χαλάρωση των επιστημονικών ή των ποιοτικών απαιτήσεων. Σημαίνει ταχύτερες, περισσότερο συντονισμένες διαδικασίες, με σαφή χρονοδιαγράμματα και μικρότερη διοικητική επιβάρυνση.
Ένα σταθερό περιβάλλον μπορεί να διευκολύνει τις εταιρείες να επιλέξουν ευρωπαϊκές χώρες για κλινικές δοκιμές, ερευνητικά κέντρα, παραγωγικές μονάδες και συνεργασίες με πανεπιστήμια ή νεοφυείς επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε, κάθε ευρώ που επενδύεται στη φαρμακευτική καινοτομία μπορεί να επιστρέφει έως 5,67 ευρώ σε συνολική αξία για την κοινωνία.
Η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο την άμεση οικονομική δραστηριότητα, αλλά και τα οφέλη από την καλύτερη υγεία, τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα, τη μείωση των απουσιών από την εργασία και τον περιορισμό της ανάγκης για μακροχρόνια περίθαλψη.
Κατά τον Oberreiter, η υποεπένδυση στην ιατρική καινοτομία λειτουργεί στην πράξη ως «δανεισμός» εις βάρος της μελλοντικής παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού.
Πρόληψη και έγκαιρη πρόσβαση ως οικονομική πολιτική
Ο Head of External Affairs International της Roche υπογράμμισε ότι η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η γρήγορη πρόσβαση σε νέες θεραπείες βελτιώνουν ταυτόχρονα τα υγειονομικά και τα οικονομικά αποτελέσματα.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να επιτρέψει την έναρξη θεραπείας πριν προκληθούν σοβαρές και μη αναστρέψιμες επιπλοκές. Με αυτόν τον τρόπο μειώνονται οι επείγουσες νοσηλείες, οι σύνθετες παρεμβάσεις και η ανάγκη διαρκούς υποστήριξης.

Η πραγματική αξία μιας θεραπείας, επομένως, δεν περιορίζεται στην τιμή αγοράς της. Περιλαμβάνει την επίδρασή της στην επιβίωση, στην ποιότητα ζωής, στη λειτουργικότητα, στη δυνατότητα εργασίας και στο συνολικό κόστος που αποφεύγει το σύστημα.
Η Ελλάδα παραμένει πίσω στην πρόσβαση σε νέες θεραπείες
Αναφερόμενος ειδικότερα στην Ελλάδα, ο Michael Oberreiter σημείωσε ότι ο μέσος χρόνος πρόσβασης σε νέες θεραπείες εξακολουθεί να υπερβαίνει τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι καθυστερήσεις μπορούν να εμφανιστούν σε διαφορετικά στάδια: από την ευρωπαϊκή έγκριση και την εθνική αξιολόγηση έως τη διαπραγμάτευση της τιμής, την ένταξη στην αποζημίωση και την πραγματική διάθεση του φαρμάκου στους ασθενείς.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύστημα αποζημίωσης που αναγνωρίζει και επιβραβεύει τη συνολική αξία κάθε θεραπείας.
«Οι πιο υγιείς οικονομίες δεν θα είναι εκείνες που ξοδεύουν τα λιγότερα για την υγεία, αλλά εκείνες που επενδύουν σοφά», σημείωσε.
Η τοποθέτηση αποτυπώνει τη θέση της καινοτόμου φαρμακοβιομηχανίας ότι οι αποφάσεις αποζημίωσης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και όχι μόνο τον άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο.
Kavita Patel: Η καινοτομία μπορεί να γίνει μοχλός ανάπτυξης
Στο πάνελ «Sustainable Healthcare Systems: Unlocking the Value of Innovation», η Kavita Patel επικεντρώθηκε στις προκλήσεις του ελληνικού συστήματος υγείας και στις προϋποθέσεις για να προσελκύσει η χώρα επενδύσεις στον τομέα των βιοεπιστημών.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της Roche για την Ελλάδα και την Κύπρο υποστήριξε ότι η καινοτομία μπορεί να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, έρευνας και δημιουργίας θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Έθεσε, ωστόσο, ως απαραίτητη προϋπόθεση ένα σταθερό, προβλέψιμο και βιώσιμο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Οι εταιρείες που αποφασίζουν πού θα τοποθετήσουν επενδύσεις πολυετούς διάρκειας εξετάζουν τη σταθερότητα των κανόνων, την ταχύτητα των διαδικασιών, τη δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά και τη συνέπεια της πολιτείας απέναντι στις δεσμεύσεις της.
Η πίεση από clawback και payback
Η Kavita Patel χαρακτήρισε τους υποχρεωτικούς μηχανισμούς επιστροφής μία από τις σοβαρότερες δυσλειτουργίες της ελληνικής φαρμακευτικής αγοράς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το clawback στα νοσοκομειακά φάρμακα ξεπερνά πλέον το 80%, ενώ για τα φάρμακα που διατίθενται μέσω του ΕΟΠΥΥ υπερβαίνει το 65%.
Τα ποσοστά αυτά αποτελούν θέση που παρουσιάστηκε από την πλευρά της φαρμακοβιομηχανίας στο συνέδριο και αποτυπώνουν το ύψος της επιβάρυνσης που, σύμφωνα με την εταιρεία, επιστρέφεται υποχρεωτικά από τους προμηθευτές όταν η δημόσια δαπάνη υπερβαίνει τους κλειστούς προϋπολογισμούς.
Η Patel προειδοποίησε ότι όταν οι επιστροφές αποκτούν μόνιμο και εξαιρετικά υψηλό χαρακτήρα, περιορίζουν τη δυνατότητα επένδυσης, αυξάνουν την αβεβαιότητα και μπορούν να επηρεάσουν την ταχύτητα εισόδου νέων θεραπειών στην αγορά.
Ζήτησε άμεσα διαρθρωτικά μέτρα για τη δημιουργία βιώσιμου μοντέλου αποζημίωσης, το οποίο θα θέτει στο επίκεντρο την ταχύτερη πρόσβαση των ασθενών.
«Το πραγματικό βάρος είναι η αποτυχία επένδυσης»
«Το πραγματικό οικονομικό βάρος για μια χώρα δεν είναι η χρηματοδότηση της καινοτομίας στην υγεία, αλλά η αποτυχία επένδυσης σε αυτήν», ανέφερε η Kavita Patel.
Με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση υποστήριξε ότι οι οριζόντιες δημοσιονομικές περικοπές μπορεί να περιορίζουν τη δαπάνη βραχυπρόθεσμα, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις αιτίες που την αυξάνουν.
Η καθυστερημένη διάγνωση, η περιορισμένη πρόληψη, η μη συμμόρφωση στη θεραπεία, η πολυφαρμακία και η αναποτελεσματική κατανομή των πόρων μπορούν να δημιουργήσουν πολύ μεγαλύτερο κόστος σε βάθος χρόνου.
Η ίδια κάλεσε την Πολιτεία να αντικαταστήσει τις μονομερείς περικοπές με μεταρρυθμίσεις που θα συνδέουν τη χρηματοδότηση με τα πραγματικά αποτελέσματα για τους ασθενείς.
HTA με βάση την αξία και κατάργηση του κανόνα «5/11»
Μεταξύ των προτάσεων που παρουσίασε περιλαμβάνεται ένα σύγχρονο πλαίσιο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας, το οποίο θα εξετάζει την κλινική και κοινωνική αξία των νέων θεραπειών.
Η Αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας, γνωστή ως HTA, συγκρίνει το όφελος μιας θεραπείας με τις υφιστάμενες επιλογές, εξετάζοντας την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια, την ποιότητα ζωής και τις οικονομικές συνέπειες.
Η Patel υποστήριξε επίσης την κατάργηση του κανόνα «5/11», ο οποίος, κατά τη θέση της φαρμακοβιομηχανίας, καθυστερεί την είσοδο νέων φαρμάκων στη διαδικασία αποζημίωσης.
Παράλληλα, ζήτησε επαρκή δημόσια χρηματοδότηση, η οποία θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού και δεν θα μεταφέρει συστηματικά το δημοσιονομικό έλλειμμα στις εταιρείες μέσω υποχρεωτικών επιστροφών.
Θετικά βήματα σε κλινικές δοκιμές και πρόληψη
Παρά την κριτική της, η Kavita Patel αναγνώρισε ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο σε σημαντικούς τομείς.
Αναφέρθηκε στην επιτάχυνση των διαδικασιών για τις κλινικές δοκιμές, στις νέες πρωτοβουλίες πρόληψης και στην αναμενόμενη εισαγωγή εκσυγχρονισμένου πλαισίου αξιολόγησης και αποζημίωσης.
Οι κλινικές δοκιμές μπορούν να προσφέρουν στους ασθενείς πρόσβαση σε νέες θεραπευτικές επιλογές πριν από την ευρεία κυκλοφορία τους, ενώ παράλληλα δημιουργούν επενδύσεις, τεχνογνωσία και συνεργασίες μεταξύ εταιρειών, νοσοκομείων και ερευνητικών κέντρων.
Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό επιστημονικό ανθρώπινο δυναμικό, πανεπιστημιακές ομάδες με διεθνή παρουσία και αναπτυσσόμενες υποδομές στην έρευνα.
Προοπτική για περιφερειακό κόμβο Έρευνας και Ανάπτυξης
«Με τα κατάλληλα κίνητρα, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε περιφερειακό κόμβο R&D», ανέφερε η Kavita Patel.
Η γεωγραφική θέση της χώρας, η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό μπορούν να λειτουργήσουν ως ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Η προσέλκυση διεθνών επενδύσεων, ωστόσο, εξαρτάται από το κατά πόσο η Ελλάδα θα θεωρηθεί φιλική προς την καινοτομία.
Αυτό προϋποθέτει ταχύτητα στις εγκρίσεις, προβλεψιμότητα στη χρηματοδότηση, ψηφιακές και ερευνητικές υποδομές, καθώς και μία αγορά που αναγνωρίζει την αξία των νέων φαρμάκων και εξασφαλίζει βιώσιμη πρόσβαση στους ασθενείς.
Χωρίς λειτουργική εγχώρια αγορά, μία χώρα δυσκολεύεται να πείσει τις διεθνείς διοικήσεις ότι αποτελεί κατάλληλο τόπο για μακροχρόνιες επενδύσεις.
Η ελληνική Προεδρία της ΕΕ το 2027
Η Kavita Patel χαρακτήρισε την ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2027 ευκαιρία-ορόσημο για την υγεία και τη φαρμακευτική καινοτομία.
Κατά την άποψή της, η Ελλάδα μπορεί να συμβάλει στην απλοποίηση των ευρωπαϊκών κανονιστικών πλαισίων και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιοτεχνολογίας και της φαρμακευτικής παραγωγής.
Η περίοδος συμπίπτει με μία κρίσιμη ευρωπαϊκή συζήτηση για την αναθεώρηση της φαρμακευτικής νομοθεσίας, την ασφάλεια του εφοδιασμού, την παραγωγή κρίσιμων φαρμάκων και την αντιμετώπιση του επενδυτικού χάσματος με τις ΗΠΑ και την Ασία.
Η ελληνική Προεδρία μπορεί, σύμφωνα με την Patel, να δώσει μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στην ανάγκη για ταχύτερη πρόσβαση, λιγότερη γραφειοκρατία και σταθερότερο επενδυτικό περιβάλλον.
Η σύνθεση του πάνελ
Στην ενότητα «Sustainable Healthcare Systems: Unlocking the Value of Innovation» συμμετείχαν:
- ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης,
- ο Σωτήρης Βανδώρος, καθηγητής στο University College London και επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Harvard,
- η Joan Hoey, Europe Consultant του Economist Intelligence Unit,
- και η Kavita Patel, διευθύνουσα σύμβουλος της Roche Hellas για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η σύνθεση του πάνελ έφερε στο ίδιο τραπέζι την κυβέρνηση, την ακαδημαϊκή κοινότητα, την οικονομική ανάλυση και τη φαρμακευτική βιομηχανία.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η ανάγκη να συνδυαστεί η δημοσιονομική βιωσιμότητα με την πρόσβαση των ασθενών, την αξιολόγηση της πραγματικής αξίας των θεραπειών και την προσέλκυση επενδύσεων.
Η ευρωπαϊκή πρόκληση
Οι παρεμβάσεις των δύο στελεχών της Roche συγκλίνουν σε ένα βασικό μήνυμα: η Ευρώπη δεν μπορεί να διατηρήσει ισχυρά και βιώσιμα συστήματα υγείας περιορίζοντας μόνο τις δαπάνες.
Χρειάζεται να επενδύσει στην πρόληψη, στη διάγνωση, στα δεδομένα υγείας, στις κλινικές δοκιμές και στην ανάπτυξη νέων θεραπειών.
Παράλληλα, πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι καινοτομίες δεν παραμένουν διαθέσιμες μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά φτάνουν έγκαιρα στους ασθενείς.
Η πρόκληση για τις κυβερνήσεις είναι διπλή: να χρηματοδοτήσουν τη θεραπευτική πρόοδο χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο τους δημόσιους προϋπολογισμούς και να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις που περιορίζουν τις αναποτελεσματικές δαπάνες.
Από τη δαπάνη στην αξία
Η συζήτηση γύρω από την καινοτομία στην υγεία μετατοπίζεται σταδιακά από την τιμή ενός φαρμάκου στη συνολική αξία που μπορεί να δημιουργήσει.
Μία ακριβότερη θεραπεία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μειώνει τις νοσηλείες, τις επιπλοκές, την αναπηρία και την ανάγκη για φροντίδα. Σε άλλες περιπτώσεις, το πρόσθετο κόστος μπορεί να μην αντιστοιχεί σε ουσιαστική βελτίωση των αποτελεσμάτων.
Η αξιολόγηση με βάση την αξία καλείται να διακρίνει ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις, χρησιμοποιώντας αξιόπιστα κλινικά και οικονομικά δεδομένα.
Για την Ελλάδα, η μετάβαση απαιτεί καλύτερα μητρώα ασθενών, ψηφιακή παρακολούθηση των αποτελεσμάτων, διαφανείς διαδικασίες διαπραγμάτευσης και προϋπολογισμούς που αποτυπώνουν τις πραγματικές ανάγκες.
Το μήνυμα για την Ελλάδα
Το 30th Annual Government Roundtable ανέδειξε ότι η χώρα διαθέτει προϋποθέσεις για να ενισχύσει τη θέση της στον ευρωπαϊκό χάρτη των βιοεπιστημών.
Η επιστημονική βάση, οι πανεπιστημιακές και νοσοκομειακές δομές, η ανάπτυξη των ψηφιακών εφαρμογών και η σταδιακή βελτίωση των κλινικών δοκιμών δημιουργούν θετικές προοπτικές.
Την ίδια στιγμή, οι υποχρεωτικές επιστροφές, η αστάθεια της χρηματοδότησης και οι καθυστερήσεις στην πρόσβαση περιορίζουν την επενδυτική δυναμική.
Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το αν η πολιτεία, οι επαγγελματίες υγείας και η φαρμακευτική βιομηχανία μπορέσουν να διαμορφώσουν ένα σύστημα που συνδέει την καινοτομία με μετρήσιμα αποτελέσματα για τους ασθενείς.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη φαρμακευτική αγορά. Αφορά το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, την ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας και τη δυνατότητα των πολιτών να αποκτούν έγκαιρη πρόσβαση στις θεραπείες που χρειάζονται.
Σχετικά με τη Roche
Η Roche δραστηριοποιείται στον χώρο της υγείας, συνδυάζοντας τη φαρμακευτική έρευνα, τις διαγνωστικές λύσεις και τις ψηφιακές εφαρμογές.
Ιδρύθηκε στη Βασιλεία της Ελβετίας το 1896 και διαθέτει παρουσία σε περισσότερες από 150 χώρες. Οι βασικοί τομείς δραστηριότητάς της περιλαμβάνουν την ογκολογία, τη νευρολογία, τα καρδιαγγειακά και μεταβολικά νοσήματα, την οφθαλμολογία, τις λοιμώξεις και την ανοσολογία.
Η Genentech στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί πλήρως ελεγχόμενη θυγατρική του Ομίλου Roche, ενώ η Roche είναι ο πλειοψηφών μέτοχος της ιαπωνικής Chugai Pharmaceutical.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Η Anthropic δυναμώνει στις βιοεπιστήμες με εξαγορά της Coefficient Bio
Ilona Torontali: Η Ελλάδα ως κόμβος καινοτομίας στις βιοεπιστήμες

