Οι επιθέσεις του Λευκού Οίκου στην ακαδημαϊκή κοινότητα και οι περικοπές στη χρηματοδότηση της έρευνας αρχίζουν να μετατρέπονται σε στρατηγικό δώρο για τον υπόλοιπο κόσμο.

Ερευνητές εγκαταλείπουν τις ΗΠΑ, ενώ ευρωπαϊκά, καναδικά και κινεζικά ιδρύματα στήνουν προγράμματα προσέλκυσης ταλέντου, σε μια μετατόπιση που μπορεί να αποδειχθεί ακριβή για την αμερικανική οικονομία και τεχνολογική υπεροχή.
Οι περικοπές στη χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας στις ΗΠΑ δεν δημιουργούν μόνο αναταράξεις στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά ιδρύματα. Δημιουργούν πλέον και ένα νέο γεωπολιτικό μέτωπο γύρω από το ταλέντο, την καινοτομία και το ποια χώρα θα συγκεντρώσει το επιστημονικό κεφάλαιο της επόμενης δεκαετίας.
Oι πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ προς την ακαδημαϊκή κοινότητα, σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση των διαθέσιμων πόρων για έρευνα, οδηγούν όλο και περισσότερους επιστήμονες να εξετάζουν σοβαρά τη μετεγκατάστασή τους στο εξωτερικό. Έτσι, άλλες χώρες βρίσκουν μια σπάνια ευκαιρία να προσελκύσουν ερευνητές που μέχρι πρόσφατα τροφοδοτούσαν την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στην ιατρική, την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η προσωπική ιστορία που συμπυκνώνει τη νέα τάση
Ο Γουάλι Μαλίκ, μηχανικός ρομποτικής στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταστροφής. Τον περασμένο Μάρτιο δέχθηκε τηλεφώνημα από ερευνητικό ίδρυμα στην Αυστρία, μια χώρα την οποία δεν είχε επισκεφθεί ποτέ και στην οποία δεν γνώριζε κανέναν.
Η πρόταση ήταν να συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου ινστιτούτου από το μηδέν, με αντικείμενο την τεχνητή νοημοσύνη και τις βιοεπιστήμες. Αν και δεν είχε σχεδιάσει να αλλάξει ζωή, να μετακομίσει στο εξωτερικό ή να απομακρυνθεί από την οικογένεια και τους γονείς του στην Ουάσιγκτον, η πίεση που ασκούσε το νέο κλίμα στις ΗΠΑ τον έκανε να το ξανασκεφτεί.
Όπως είπε στους New York Times, έβλεπε συναδέλφους του να χάνουν τις δουλειές τους μπροστά στα μάτια του. Αυτό ήταν αρκετό για να τον κάνει να εξετάσει σοβαρά την πρόταση.
Τελικά, τον Μάιο ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή σε νέο εργαστήριο ρομποτικής στο Ινστιτούτο Έρευνας για τη Βιοϊατρική Τεχνητή Νοημοσύνη στην Αυστρία και μετακόμισε με την οικογένειά του στη Βιέννη, χωρίς να έχει προηγουμένως ταξιδέψει στη χώρα. Πρώτη του αποστολή ήταν η στελέχωση της ομάδας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα συγκρότησε πυρήνα τεσσάρων ερευνητών, όλοι από κορυφαία αμερικανικά ιδρύματα όπως το Yale, το MIT, το Caltech και το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο.
Η φράση του αποτυπώνει ακριβώς τη στιγμή: σπάνια, όπως είπε, σου δίνεται η ευκαιρία να δημιουργήσεις κάτι από το μηδέν στον τομέα του.
Ένα brain drain που μπορεί να γίνει ακριβό
Η αποχώρηση επιστημόνων από τις ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ακαδημαϊκό ή πολιτισμικό πρόβλημα. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρό οικονομικό πλήγμα.
Μελέτη του Ιδρύματος Τεχνολογίας Πληροφοριών και Καινοτομίας εκτίμησε ότι, αν συνεχιστεί η ίδια πορεία, οι περικοπές στην επιστήμη θα μπορούσαν να συρρικνώσουν την αμερικανική οικονομία κατά σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο δολάρια μέσα σε μια δεκαετία. Ένα τέτοιο σενάριο, σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, θα μπορούσε να αφήσει τις ΗΠΑ πίσω από την Κίνα, η οποία επενδύει επιθετικά στην επιστημονική έρευνα.
Παράλληλα, τον περασμένο μήνα η οργάνωση Partnership for Public Service υπολόγισε ότι 95.000 εργαζόμενοι αποχώρησαν από ομοσπονδιακές επιστημονικές υπηρεσίες μεταξύ Σεπτεμβρίου 2024 και Δεκεμβρίου 2025. Οι συντάκτες της έκθεσης προειδοποιούν ότι οι περικοπές στον προϋπολογισμό θέτουν σε κίνδυνο τον ερευνητικό και αναπτυξιακό αγωγό της χώρας. Η ανησυχία εντείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο προτεινόμενος προϋπολογισμός του Τραμπ για το 2027 περιλαμβάνει νέες περικοπές.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο όσοι φεύγουν, αλλά και όσοι δεν θα έρθουν
Δεν υπάρχει ακόμη ακριβής καταγραφή για το πόσοι επιστήμονες έχουν ήδη εγκαταλείψει τις ΗΠΑ από την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία. Ωστόσο, το ρεπορτάζ επισημαίνει ότι η πίεση δεν αφορά μόνο τη φυγή όσων βρίσκονται ήδη εκεί, αλλά και τον περιορισμό της μελλοντικής εισροής ταλέντων.
Οι αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές, σε συνδυασμό με τις περικοπές στη χρηματοδότηση, ενδέχεται να μειώσουν τη δυνατότητα των ΗΠΑ να συνεχίσουν να προσελκύουν τους καλύτερους ερευνητές από το εξωτερικό. Και αυτή ακριβώς η λειτουργία υπήρξε διαχρονικά ένας από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η αμερικανική επιστήμη κυριάρχησε διεθνώς.
Η άλλη όψη: μια τεράστια ευκαιρία για τον υπόλοιπο κόσμο
Παρά την αναστάτωση, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να ασκούν ισχυρή έλξη σε επιχειρηματίες και τεχνολογικά ταλέντα. Η Νέα Υόρκη και η Σίλικον Βάλεϊ παραμένουν παγκόσμια κέντρα ισχύος, ενώ περίπου το 30% των ευρωπαϊκών startups με αποτίμηση άνω του 1 δισ. δολαρίων μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ την περίοδο 2008–2021.
Ωστόσο, στο πεδίο της ακαδημαϊκής έρευνας και της προηγμένης επιστήμης, η σημερινή συγκυρία λειτουργεί ως απρόσμενο δώρο για άλλες χώρες. Καναδάς, Κίνα και Ευρωπαϊκή Ένωση κινούνται οργανωμένα για να αξιοποιήσουν το παράθυρο ευκαιρίας.
Ο Καναδάς ανακοίνωσε πρόγραμμα 1,2 δισ. δολαρίων με στόχο την προσέλκυση κορυφαίων επιστημόνων. Η Κίνα επιτάχυνε τη μετεγκατάσταση ερευνητών που έχασαν τη χρηματοδότηση της δουλειάς τους στις ΗΠΑ. Τον Μάιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαινίασε το πρόγραμμα «Επιλέξτε την Ευρώπη για την Επιστήμη» ύψους 500 εκατ. ευρώ, δίνοντας ώθηση και σε πανεπιστήμια και ιδρύματα στα 27 κράτη-μέλη να αναπτύξουν επιπλέον εθνικές ή θεσμικές πρωτοβουλίες.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται πλέον για παθητική αναμονή. Πρόκειται για ενεργητικό διεθνή ανταγωνισμό γύρω από τη γνώση.
Η Ευρώπη κοιτάζει και τις αμερικανικές κάλπες
Παρά την κινητικότητα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν θεωρούν ότι η τάση έχει ακόμη κλειδώσει οριστικά. Αξιωματούχοι πανεπιστημίων δηλώνουν ότι παρακολουθούν στενά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, εκτιμώντας ότι μια νίκη των Δημοκρατικών θα μπορούσε να ανακόψει τη φυγή επιστημόνων.
Ο Χάιντς Φάσμαν, πρόεδρος της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ υπήρξαν διαχρονικά παράδεισος για τους επιστήμονες. Η αυστριακή ακαδημία δημιούργησε πέρυσι τετραετείς υποτροφίες 500.000 ευρώ για 25 Αμερικανούς επιστήμονες, ακριβώς σε αυτό το νέο περιβάλλον ανταγωνισμού.
Όπως είπε, αυτή θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία να αντιστραφεί η μεταναστευτική ροή.
Αντίστοιχα, ο Έρικ Μπερτόν, πρόεδρος του Πανεπιστημίου Aix-Marseille στη Γαλλία, παραδέχεται ανοιχτά ότι το ίδρυμά του περιμένει τις ενδιάμεσες εκλογές. Το πανεπιστήμιο ξεκίνησε τον Μάρτιο του περασμένου έτους πρόγραμμα για την πρόσληψη Αμερικανών επιστημόνων και μέχρι στιγμής έχει ήδη εντάξει έξι. Ο ίδιος εκτιμά ότι, αν επικρατήσουν οι Ρεπουμπλικάνοι, οι αιτήσεις θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο, άρα θα χρειαστεί νέο κύμα χρηματοδότησης.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα: μπορείς να τους φέρεις, αλλά μπορείς να τους κρατήσεις;
Παρότι η Ευρώπη φαίνεται να κερδίζει έδαφος, δεν λείπουν τα εμπόδια. Οι μισθοί είναι χαμηλότεροι, συχνά έως και κατά ένα τρίτο σε σχέση με τις ΗΠΑ, ενώ οι συνολικές επενδύσεις στην έρευνα υπολείπονται ακόμη.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί Αμερικανοί επιστήμονες που σκέφτονται να μετακινηθούν βλέπουν και σημαντικά αντισταθμιστικά οφέλη. Μεγαλύτερη σταθερότητα, καλύτερη ποιότητα ζωής, πιο λειτουργικές δημόσιες συγκοινωνίες και πιο ήπια καθημερινότητα λειτουργούν ως σοβαρά κίνητρα.
Η φυσικός Λόρεν Άλτμαν ανέφερε ότι αυτό που την ελκύει στην Ευρώπη είναι ακριβώς ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής, μαζί με την ευκολότερη μετακίνηση και τις δημόσιες υποδομές. Την ίδια στιγμή, όμως, προειδοποιεί ότι η απώλεια επιστημόνων μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες για τις ΗΠΑ.
Ο ίδιος ο Μαλίκ, πλέον εγκατεστημένος στη Βιέννη, απολαμβάνει τη χαλαρότερη καθημερινότητα και το γεγονός ότι περνά περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του. Δεν κρύβει όμως και τις ευρωπαϊκές αδυναμίες. Όπως λέει, η Ευρώπη υστερεί σημαντικά έναντι των ΗΠΑ σε κρίσιμες επιστημονικές υποδομές, όπως η υπολογιστική ισχύς. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν μια κυβέρνηση ή ένα ίδρυμα καταφέρει να προσελκύσει ανθρώπους, η πραγματική δοκιμασία έρχεται αμέσως μετά: μπορεί να τους δώσει τα μέσα για να παράγουν έρευνα στο επίπεδο που είχαν συνηθίσει;
Η φράση του είναι ίσως η πιο καίρια σε όλο το θέμα: μπορείς να φέρεις ανθρώπους εδώ, αλλά το ερώτημα είναι αν μπορείς να τους κρατήσεις.
Ένα στρατηγικό ζήτημα πολύ πέρα από τα πανεπιστήμια
Η ιστορία αυτή δεν αφορά μόνο πανεπιστήμια, εργαστήρια και υποτροφίες. Αφορά τη βιομηχανική πολιτική, την τεχνολογική κυριαρχία, την καινοτομία, τη βιοϊατρική, την τεχνητή νοημοσύνη και, τελικά, την ίδια την παραγωγική ισχύ των κρατών.
Όταν μια χώρα χάνει ερευνητές, δεν χάνει απλώς ανθρώπους με πτυχία. Χάνει πατέντες, μελλοντικές εταιρείες, νέα φάρμακα, τεχνολογικές εφαρμογές, ερευνητικά προγράμματα και διεθνές κύρος. Αντίστροφα, όποια χώρα καταφέρνει να τους προσελκύσει δεν κερδίζει μόνο βιογραφικά. Κερδίζει χρόνο, τεχνογνωσία και πιθανό προβάδισμα.
Το brain drain που περιγράφεται εδώ μπορεί να αποδειχθεί μία από τις πιο αθόρυβες αλλά καθοριστικές μετατοπίσεις ισχύος της δεκαετίας.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Σπάνιες παθήσεις: πίεση στην κυβέρνηση Τραμπ για «σαφήνεια»
Η Ευρώπη χάνει έδαφος σε νέα φάρμακα – Η σκιά της πολιτικής Τραμπ

