Σε νέα φάση έντονης πίεσης εισέρχεται ο κλάδος των φυσικοθεραπευτών, καθώς προστίθεται ακόμη μία μηνιαία παρακράτηση clawback, αυτή τη φορά για το 2023, πάνω σε ένα ήδη ιδιαίτερα επιβαρυμένο οικονομικό πλαίσιο.

Οι επαγγελματίες του χώρου κάνουν λόγο για συνθήκες που ξεπερνούν τα όρια αντοχής των συμβεβλημένων παρόχων και θέτουν πλέον ανοιχτά ζήτημα βιωσιμότητας.
Η νέα επιβάρυνση έρχεται να προστεθεί σε τρεις υφιστάμενες παρακρατήσεις προηγούμενων ετών, αλλά και στην προείσπραξη του clawback του τρέχοντος έτους. Το αποτέλεσμα είναι ένα συσσωρευμένο χρηματοοικονομικό βάρος που, σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Φυσικοθεραπευτών, δημιουργεί ασφυκτικό περιβάλλον για περίπου 2.800 φυσικοθεραπευτές που συνεργάζονται με τον ΕΟΠΥΥ.
Ο κλάδος μιλά για οικονομικό αδιέξοδο
Η βασική ένσταση των φυσικοθεραπευτών είναι ότι η εφαρμογή του clawback συνεχίζεται αδιάκοπα, παρά το γεγονός ότι το μέτρο έχει από χρόνια ξεπεράσει τον έκτακτο χαρακτήρα με τον οποίο αρχικά επιβλήθηκε. Για τον κλάδο, η παρατεταμένη διατήρησή του δεν αποτελεί πλέον προσωρινό δημοσιονομικό εργαλείο, αλλά μόνιμο μηχανισμό οικονομικής απορρόφησης του κόστους από τους ίδιους τους επαγγελματίες υγείας.
Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών υποστηρίζει ότι η κατάσταση έχει γίνει απελπιστική, καθώς η πραγματική δαπάνη για φυσικοθεραπεία υπερβαίνει συστηματικά το επιτρεπόμενο όριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατέθηκαν, από το 2023 το ανώτατο όριο δαπάνης παραμένει στα 80 εκατ. ευρώ, ενώ οι πραγματικές ανάγκες φτάνουν περίπου τα 105 εκατ. ευρώ. Με αυτό το κενό να παραμένει σταθερό, το επιπλέον βάρος μετακυλίεται αναγκαστικά στους φυσικοθεραπευτές, οι οποίοι καλούνται να απορροφήσουν την απόκλιση μέσω επιστροφών.
Το clawback, από προσωρινό μέτρο, μόνιμο βάρος
Η βασική κριτική του κλάδου είναι ότι η Πολιτεία εξακολουθεί να εφαρμόζει ένα μνημονιακό μέτρο 13 χρόνια μετά την εισαγωγή του, χωρίς να έχει ανοίξει ουσιαστικός δρόμος για την αντικατάστασή του από ένα πιο δίκαιο και βιώσιμο σύστημα αποζημίωσης. Κατά την οπτική του Π.Σ.Φ., το clawback όχι μόνο δεν υπηρετεί πλέον τον αρχικό του στόχο, αλλά λειτουργεί πλέον εις βάρος τόσο της οικονομικής επιβίωσης των επαγγελματιών όσο και της ίδιας της δημόσιας υγείας.
Η κριτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη ένταση σε μια περίοδο όπου το λειτουργικό κόστος των επαγγελματιών παραμένει αυξημένο, εξαιτίας της παρατεταμένης πίεσης σε καύσιμα, ενέργεια και προμήθειες. Σε αυτό το περιβάλλον, η προσθήκη νέας μηνιαίας δόσης για το clawback του 2023 περιγράφεται ως παράγοντας που εντείνει περαιτέρω την αβεβαιότητα, όχι μόνο για τους ίδιους τους φυσικοθεραπευτές αλλά και για περίπου 2.000 εργαζομένους που δραστηριοποιούνται στον κλάδο.
Τα βασικά αιτήματα προς την Πολιτεία
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών επαναφέρει με έντονο τρόπο το αίτημα για οριστική κατάργηση των μηχανισμών επιστροφών, τόσο του rebate όσο και του clawback. Για τον κλάδο, πρόκειται για μέτρα που έχουν πια εξαντλήσει κάθε λογική ανοχής και παραμένουν από τα ελάχιστα μνημονιακά εργαλεία που συνεχίζουν να επιβαρύνουν τόσο βαθιά την καθημερινή λειτουργία των παρόχων.
Παράλληλα, ζητείται να παγώσει η εφαρμογή της παρακράτησης που αφορά το 2023 έως ότου ομαλοποιηθούν οι οικονομικές συνθήκες, ενώ τίθεται και ζήτημα άμεσης ενίσχυσης της δαπάνης φυσικοθεραπείας, με αναδρομική μάλιστα ισχύ από το 2023. Ο κλάδος ζητά επίσης να μην επαναληφθεί ο αποκλεισμός του από έκτακτες ενισχύσεις που κατά το παρελθόν έχουν δοθεί σε άλλους επαγγελματικούς κλάδους της υγείας.
Στο επίκεντρο και η δικαστική μάχη
Το ζήτημα δεν παραμένει μόνο στο επίπεδο της συνδικαλιστικής πίεσης ή της δημόσιας διαμαρτυρίας. Ο Π.Σ.Φ. επισημαίνει ότι προσβάλλει κάθε χρόνο το μέτρο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, επιμένοντας ότι πρόκειται για μηχανισμό με σοβαρά θεσμικά και συνταγματικά ζητήματα.
Η τελευταία προσφυγή αναμένεται να εκδικαστεί στις 4 Μαΐου, σε μια συγκυρία που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τον κλάδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν, για το 2025 η συνολική κατατεθειμένη δαπάνη ανήλθε στα 104.966.046,50 ευρώ, έναντι επιτρεπόμενης δαπάνης 79.700.000 ευρώ. Η διαφορά αυτή οδηγεί σε συνολική επιβαλλόμενη επιστροφή ύψους 25.266.046 ευρώ για τους 2.800 συμβεβλημένους φυσικοθεραπευτές.
Τα μεγέθη αυτά είναι ενδεικτικά της στρέβλωσης που καταγγέλλει ο κλάδος: ένα σταθερό όριο δαπάνης που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού και μια διαρκής μεταφορά του οικονομικού βάρους προς τους παρόχους.
Η πολιτική διάσταση του ζητήματος
Πέρα από τα αριθμητικά δεδομένα, η παρέμβαση των φυσικοθεραπευτών θέτει ένα πιο ευρύ ερώτημα πολιτικής υγείας: πώς μπορεί να θεωρείται σταθερό και βιώσιμο ένα σύστημα παροχής υπηρεσιών, όταν η κάλυψη των πραγματικών αναγκών στηρίζεται σε υποχρεωτικές επιστροφές που, σε αρκετές περιπτώσεις, ξεπερνούν ακόμη και το 50% των συμφωνημένων αποζημιώσεων;
Αυτό είναι το σημείο όπου το ζήτημα παύει να αφορά μόνο τον επαγγελματικό κλάδο και αγγίζει ευθέως τη συνοχή της δημόσιας φροντίδας. Διότι όταν ένας κρίσιμος τομέας αποκατάστασης και πρωτοβάθμιας φροντίδας οδηγείται σε μόνιμη πίεση, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα λογιστικά δεδομένα των παρόχων. Επηρεάζει και τη δυνατότητα του συστήματος να παρέχει σταθερές, αξιόπιστες και ποιοτικές υπηρεσίες στους ασφαλισμένους.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
ΣΦΕΕ: Το φάρμακο σε αδιέξοδο από την υποχρηματοδότηση και το αυξανόμενο clawback
Clawback: Αναστολή είσπραξης ζητά ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών

