Περισσότερες από τις μισές νέες λοιμώξεις συνδέονται με ζώα, ενώ η μικροβιακή αντοχή εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία. Ο δρ Χρήστος Ζαφειρίδης μιλά για την «Ενιαία Υγεία», τα κενά επιτήρησης, την ασφάλεια τροφίμων και την ανάγκη σύνδεσης ανθρώπινης υγείας, κτηνιατρικής και περιβάλλοντος.
- Συνέντευξη: Κοσμάς Ζακυνθινός

• Κύριε Ζαφειρίδη, πώς ορίζεται σήμερα στην πράξη η προσέγγιση «Ενιαία Υγεία» (One Health) στη χάραξη πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια τροφίμων;
Η προσέγγιση της έννοιας «Ενιαίας Υγείας – One Health» στην Ευρωπαϊκή Ένωση υλοποιείται ως ολιστικό πλαίσιο, στο οποίο η δημόσια υγεία, η υγεία των ζώων και η προστασία του περιβάλλοντος θεωρούνται αλληλένδετα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει συντονισμό μεταξύ υπηρεσιών υγείας, κτηνιατρικών αρχών και περιβαλλοντικών φορέων, με στόχο την πρόληψη και τον έλεγχο νοσημάτων που μεταδίδονται από τα ζώα στον άνθρωπο, καθώς και την ασφάλεια τροφίμων.
Η ΕΕ υποστηρίζει πολιτικές όπως η παρακολούθηση ζωονόσων, η διαχείριση κρίσεων και η προώθηση βιώσιμων πρακτικών στην κτηνοτροφία. Ως υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας) στη Γενική Διεύθυνση Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων (DG SANTE), στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κρίσεων – Τμήμα Επισήμων Ελέγχων, συμμετέχω ενεργά στην εφαρμογή και παρακολούθηση αυτής της προσέγγισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
• Δεδομένου ότι περίπου το 60% των νέων μολυσματικών ασθενειών είναι ζωοανθρωπονόσοι, ποια θεωρείτε τα μεγαλύτερα κενά στην πρόληψη και έγκαιρη ανίχνευσή τους στην Ευρώπη;
Τα μεγαλύτερα κενά αφορούν κυρίως: α) τη διασυνοριακή παρακολούθηση νέων ή αναδυόμενων παθογόνων παραγόντων, β) τη γρήγορη διάγνωση και ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών-μελών, και γ) την εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των επαγγελματιών στην αγροτική παραγωγή και την κτηνιατρική. Παρά τις προσπάθειες, η έγκαιρη ανίχνευση συχνά παρουσιάζει καθυστερήσεις.
Η εμπειρία μου στο Τμήμα Επισήμων Ελέγχων δείχνει ότι η συνεργασία μεταξύ κτηνιάτρων, δημόσιας υγείας και εργαστηρίων είναι καθοριστική για τη εξάλειψη αυτών των ‘κενών’. Ένα βασικό εργαλείο είναι το RASFF (Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης για Τρόφιμα και Ζωοτροφές), που επιτρέπει την άμεση ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών-μελών για επικίνδυνα τρόφιμα ή ζωοτροφές. Μέσω του RASFF, οι αρχές μπορούν να αντιδράσουν γρήγορα, να αποσύρουν προϊόντα και να περιορίσουν την εξάπλωση των μολύνσεων, ενισχύοντας έτσι την προστασία της δημόσιας υγείας.
• Πώς επηρεάζει η κλιματική αλλαγή την εμφάνιση, γεωγραφική εξάπλωση και επανεμφάνιση ζωονόσων και ποια είναι η ετοιμότητα των ευρωπαϊκών μηχανισμών ελέγχου;
Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει την εμφάνιση και εξάπλωση ζωονόσων, καθώς οι μεταβολές στη θερμοκρασία και τα οικοσυστήματα αλλάζουν τους οικοτόπους τόσο των εντόμων όσο και των θηλαστικών φορέων. Αυτό οδηγεί στην εμφάνιση ασθενειών σε νέες περιοχές ή στην επανεμφάνισή τους σε παλαιότερες. Στην Ευρώπη, την παρακολούθηση και αξιολόγηση των κινδύνων αναλαμβάνουν αυτοτελείς οργανισμοί, όπως η EFSA (Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια Τροφίμων) και το ECDC (Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων), οι οποίοι συνεργάζονται με τα κράτη-μέλη για έγκαιρη ανάλυση και συντονισμένη παρέμβαση.
• Σε ποιον βαθμό οι ιογενείς ζωονόσοι, όπως η ευλογιά των προβάτων ή η γρίπη των πτηνών, μπορούν να αποτελέσουν κίνδυνο για τον άνθρωπο μέσω της τροφικής αλυσίδας και ποιοι παράγοντες καθορίζουν αυτόν τον κίνδυνο;
Ορισμένες ιογενείς ζωονόσοι, όπως η γρίπη των πτηνών, οι κορονοϊοί ζωικής προέλευσης και ο ιός της ηπατίτιδας Ε, μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποτελέσουν κίνδυνο για τον άνθρωπο μέσω της τροφικής αλυσίδας, κυρίως όταν δεν τηρούνται οι κανόνες βιοασφάλειας, υγιεινής και θερμικής επεξεργασίας. Αν και οι περισσότεροι ιοί αδρανοποιούνται με την κατάλληλη επεξεργασία, ο κίνδυνος αυξάνεται σε περιπτώσεις κακής διαχείρισης στην παραγωγή και επεξεργασία. Το επίπεδο κινδύνου εξαρτάται από το είδος του ιού, την υγεία των ζώων, τις συνθήκες υγιεινής και τις πρακτικές του καταναλωτή. Οι συστηματικοί έλεγχοι και η έγκαιρη ενημέρωση όλων των εμπλεκομένων παραμένουν βασικά εργαλεία για τη μείωσή του.
• Πώς αξιολογείται επιστημονικά ο κίνδυνος μετάδοσης ιών μέσω τροφίμων ζωικής προέλευσης και ποια είναι τα κρίσιμα σημεία ελέγχου από το αγρόκτημα έως τον καταναλωτή;
Η αξιολόγηση του κινδύνου βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα, επιδημιολογικές μελέτες και ανάλυση προηγούμενων περιστατικών, ώστε να εκτιμάται η πιθανότητα μετάδοσης παθογόνων μέσω τροφίμων ζωικής προέλευσης. Κρίσιμα σημεία ελέγχου εντοπίζονται σε όλα τα στάδια της τροφικής αλυσίδας: στο αγρόκτημα, με έμφαση στον υγειονομικό έλεγχο, τους εμβολιασμούς και τη βιοασφάλεια· στη μεταφορά, μέσω της τήρησης συνθηκών υγιεινής και ελεγχόμενης θερμοκρασίας· στην επεξεργασία, με σωστή θερμική επεξεργασία, αποθήκευση και αποφυγή διασταυρούμενης μόλυνσης· και τέλος στο λιανικό εμπόριο και στον καταναλωτή, όπου η σωστή ενημέρωση και η τήρηση των κανόνων ασφάλειας τροφίμων είναι καθοριστικής σημασίας για τη μείωση του κινδύνου.
• Η μικροβιακή αντοχή (AMR) χαρακτηρίζεται πλέον παγκόσμια απειλή για τη δημόσια υγεία. Πόσο επαρκής είναι σήμερα η εφαρμογή της προσέγγισης One Health στην αντιμετώπισή της;
Η προσέγγιση της έννοιας της ‘Ενιαίας Υγείας’ (One Health) για την αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής είναι ιδιαίτερα σημαντική, ωστόσο δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί σε πλήρη και ολοκληρωμένη βάση. Έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στη μείωση της χρήσης αντιβιοτικών στα ζώα παραγωγής τροφίμων, όμως η συστηματική διασύνδεση και αξιοποίηση δεδομένων από τον τομέα της ανθρώπινης υγείας, της κτηνιατρικής και του περιβάλλοντος εξακολουθεί να χρειάζεται ενίσχυση. Η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ κτηνιάτρων, επαγγελματιών δημόσιας υγείας και περιβαλλοντικών φορέων παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία αυτής της προσέγγισης.
Ως μέλος του One Health Network και εκπρόσωπος της χώρας μας στην ΕΕ, η εικόνα που έχω σχηματίσει επιβεβαιώνει ότι, παρά τη θετική πορεία, απαιτείται περαιτέρω συντονισμός, ανταλλαγή πληροφοριών και επένδυση σε κοινές στρατηγικές, ώστε η αντιμετώπιση της AMR να γίνει πραγματικά αποτελεσματική σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
• Ποια είναι τα βασικά κενά στον κτηνιατρικό τομέα της ΕΕ όσον αφορά τη μείωση της χρήσης αντιμικροβιακών στα ζώα παραγωγής τροφίμων;
Τα βασικά κενά στον κτηνιατρικό τομέα περιλαμβάνουν την έλλειψη πλήρους και συστηματικής καταγραφής της χρήσης αντιβιοτικών, την περιορισμένη εκπαίδευση κτηνοτρόφων και κτηνιάτρων, καθώς και την ανεπαρκή διασύνδεση με τον τομέα της δημόσιας υγείας. Η εμπειρία μου δείχνει ότι τα οργανωμένα προγράμματα επιτήρησης και η συνεχής επιστημονική ενημέρωση αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής.
Σε στενή συνεργασία με τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και με την ιδιότητά μου ως Επίσημος Κτηνίατρος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής – Διεύθυνση Προστασίας των Ζώων, Φαρμάκων και Κτηνιατρικών Εφαρμογών, Τμήμα Κτηνιατρικών Φαρμάκων, Καταλοίπων και Κτηνιατρικών Εφοδίων), εκπονήσαμε και ολοκληρώσαμε πιλοτικό έργο με τίτλο: «Η επιτήρηση κατανάλωσης και χρήσης των κτηνιατρικών φαρμάκων (αντιβιοτικών) σε ασθενή ζώα (βοοειδή και χοίρους) – Εγκαθίδρυση Εθνικού Συστήματος Επιτήρησης Μικροβιακής Αντοχής στο πλαίσιο της “Ενιαίας Υγείας”». Το έργο αποτέλεσε σημαντικό βήμα για τη δημιουργία ενός οργανωμένου και αξιόπιστου εθνικού συστήματος παρακολούθησης, συμβάλλοντας στην πρόληψη και τον περιορισμό της μικροβιακής αντοχής.
• Πώς αξιολογείτε την ανάγκη δημιουργίας ενός πανευρωπαϊκού δικτύου παρακολούθησης της μικροβιακής αντοχής στην κτηνιατρική και ποια θα έπρεπε να είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του;
Ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο παρακολούθησης θα βελτίωνε σημαντικά τη συγκέντρωση, ανάλυση και ανταλλαγή δεδομένων, μέσω τυποποιημένων πρωτοκόλλων, κοινών ψηφιακών πλατφορμών αναφορών και της δυνατότητας έγκαιρης προσαρμογής σε νέα φαινόμενα μικροβιακής αντοχής. Η ενεργός συμμετοχή των κρατών-μελών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, η δική μου συμβολή στη συγγραφή του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Αντιμετώπιση της Μικροβιακής Αντοχής στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας 2019–2023», το οποίο καταρτίστηκε σύμφωνα με τα πρότυπα του αντίστοιχου ευρωπαϊκού σχεδίου, εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική της εναρμόνισης, του συντονισμού και της ενίσχυσης της εθνικής και ευρωπαϊκής συνεργασίας.
• Σε εθνικό επίπεδο, ποια είναι η σημασία για την Ελλάδα της ανάπτυξης ενός συστηματικού μηχανισμού συλλογής δεδομένων AMR στα ζώα και πώς αυτός θα μπορούσε να συνδεθεί με τα ευρωπαϊκά δίκτυα;
Η ανάπτυξη ενός συστηματικού μηχανισμού παρακολούθησης της μικροβιακής αντοχής στα ζώα ενισχύει ουσιαστικά την ασφάλεια τροφίμων και τη δημόσια υγεία, ενώ παράλληλα διευκολύνει τη σύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δίκτυα, προωθώντας κοινές στρατηγικές και την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών. Ως εθνικός εμπειρογνώμονας, συμμετέχω ενεργά στην προσαρμογή των ευρωπαϊκών προτύπων στην ελληνική πραγματικότητα, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή τους σε εθνικό επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥπΑΑΤ) έχει συστήσει ειδική ομάδα εργασίας για την παρακολούθηση της εφαρμογής του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Αντιμετώπιση της Μικροβιακής Αντοχής (AMR) στο πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας» στον κτηνιατρικό τομέα, σύμφωνα με την εγκύκλιο με αριθμό 415/217757/6-08-2020, της οποίας αποτελώ ενεργό μέλος, συμβάλλοντας στον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων και στη συνεχή αξιολόγηση της προόδου.
• Ποια είναι τα βασικά πλεονεκτήματα αλλά και οι μεγαλύτερες προκλήσεις για την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος παρακολούθησης στην Ελλάδα, τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και τεχνογνωσίας;
Τα βασικά πλεονεκτήματα ενός συστηματικού συστήματος παρακολούθησης της μικροβιακής αντοχής στην Ελλάδα περιλαμβάνουν τη δυνατότητα εφαρμογής συντονισμένης πολιτικής, την πρόληψη ασθενειών και τη συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και κανονισμούς. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες προκλήσεις παραμένουν η επάρκεια των υποδομών εργαστηρίων, η εκπαίδευση του προσωπικού, η χρηματοδότηση και η αποτελεσματική ενσωμάτωση των συλλεγόμενων δεδομένων.
Η εμπειρία μου έχει δείξει ότι η τεχνογνωσία και η συνεχής εκπαίδευση των εμπλεκομένων φορέων είναι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία του συστήματος. Για τον λόγο αυτό, έχουμε εκπονήσει τόσο εγχειρίδιο καλών πρακτικών όσο και σειρά εκπαιδευτικών σεμιναρίων για δημόσιους υπαλλήλους και επιθεωρητές της Δημόσιας Υγείας, συμπεριλαμβανομένων κτηνιάτρων, στα πλαίσια των εκπαιδευτικών κύκλων του ΙΝΕΠ (Ινστιτούτο Επιμόρφωσης) του ΕΚΔΔΑ (Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης). Τα σεμινάρια είχαν ως θέμα: «Προστασία των ζώων και AMR» και στοχεύουν στην ενίσχυση γνώσης, δεξιοτήτων και συνέπειας των ελέγχων, προωθώντας την ορθή εφαρμογή των ευρωπαϊκών και εθνικών πολιτικών στον κτηνιατρικό τομέα.
• Με βάση την εμπειρία σας στη Γενική Διεύθυνση Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων, ποια είναι τα συχνότερα «αδύναμα σημεία» στους επισήμους ελέγχους τροφίμων εντός της ΕΕ;
Στους επισήμους ελέγχους τροφίμων εντός της ΕΕ παρατηρούνται συχνά ορισμένα «αδύναμα σημεία». Αυτά περιλαμβάνουν ελλιπή ή ακανόνιστη δειγματοληψία, καθυστερήσεις στην ανάλυση των δειγμάτων, περιορισμένους ελέγχους σε μικρές επιχειρήσεις ή τοπικούς παραγωγούς και την ανάγκη συνεχούς εκπαίδευσης του προσωπικού που διενεργεί τους ελέγχους.
Η εμπειρία μου στο Τμήμα Επισήμων Ελέγχων της DG SANTE, δείχνει ότι η ενίσχυση των εργαστηριακών δυνατοτήτων, η τυποποίηση διαδικασιών και η τακτική, συστηματική επιτήρηση είναι καθοριστικές για την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και την πρόληψη κινδύνων για τη δημόσια υγεία. Επιπλέον, η συνεχής κατάρτιση και ενημέρωση των επιθεωρητών διασφαλίζει ότι οι έλεγχοι ανταποκρίνονται στις συνεχώς εξελισσόμενες προκλήσεις της ασφάλειας τροφίμων.
• Ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία στην Ευρώπη την επόμενη δεκαετία και ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της επιστημονικής κοινότητας στη διαμόρφωση πολιτικών πρόληψης;
Οι μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία στην Ευρώπη την επόμενη δεκαετία περιλαμβάνουν τις αναδυόμενες ζωονόσους, τη μικροβιακή αντοχή (AMR), τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και τις ανισότητες στην πρόσβαση σε υγειονομικές υπηρεσίες. Η AMR, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται ως η «νέα πανδημία» στην ΕΕ, αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρή πρόκληση λόγω της αυξανόμενης ανθεκτικότητας των μικροβίων στα αντιβιοτικά και της δυσκολίας αντιμετώπισής τους σε ανθρώπους και ζώα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστημονική κοινότητα καλείται να παρέχει αξιόπιστα δεδομένα, να αξιολογεί τους κινδύνους και να προτείνει στοχευμένα μέτρα πρόληψης. Η επιστημονική γνώση αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση πολιτικών που προλαμβάνουν την εξάπλωση ασθενειών, περιορίζουν την AMR και ενισχύουν την ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας σε επίπεδο ΕΕ και εθνικό. Η εμπλοκή των επιστημόνων στη χάραξη στρατηγικών και στον συντονισμό δράσεων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την προστασία της δημόσιας υγείας στο μέλλον.
- Δρ Χρήστος Ζαφειρίδης: Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Αποσπασμένος Εθνικός Εμπειρογνώμονας – Γενική Διεύθυνση Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων – Διεύθυνση Διαχείρισης Κρίσεων σε Τρόφιμα, Ζώα και Φυτά – Τμήμα Επισήμων Ελέγχων – Εκπρόσωπος ΕΕ – Ομάδα Συνδέσμου Βόρειας Ιρλανδίας (Ηνωμένο Βασίλειο) – Επίσημος Κτηνίατρος Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής) – DVM, MSc, PhD, Μπέλφαστ – Βόρεια Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο)
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Γονόρροια: Νέα δεδομένα δείχνουν έντονη αντιμικροβιακή αντοχή
Ζωοθεραπεία: Πώς ένας σκύλος μπορεί να λειτουργεί ως συνθεραπευτής

