Η τεκμηριωμένη φαρμακευτική πολιτική απαιτεί ισχυρούς θεσμούς αξιολόγησης, συστηματική αξιοποίηση των δεδομένων και σαφείς προτεραιότητες στη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων. Ο κ. Ηλίας Κυριόπουλος συζητά τον ρόλο της αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας και τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για ένα βιώσιμο και αποδοτικό σύστημα φαρμακευτικής πολιτικής.
- Συνέντευξη: Κοσμάς Ζακυνθινός

-
Κύριε Κυριόπουλε, το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση σχετικά με το εάν μπορεί η πολιτική φαρμάκου να παραμείνει κοινωνική ή μετατρέπεται σταδιακά σε καθαρά δημοσιονομικό εργαλείο. Ποια τα μοντέλα που ακολουθούν οι Ευρωπαϊκές χώρες και τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
Η συζήτηση αυτή έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση. Ωστόσο, η διάκριση αυτή συχνά τίθεται με λανθασμένο τρόπο.
Η φαρμακευτική πολιτική αποτελεί πρωτίστως πολιτική υγείας και κοινωνική πολιτική. Στόχος της είναι να διασφαλίζει ότι ο πληθυσμός έχει πρόσβαση σε φάρμακα που είναι ασφαλή, αποτελεσματικά και ποιοτικά, αλλά και οικονομικά προσιτά. Περιλαμβάνει ένα σύνολο θεσμών και ρυθμιστικών παρεμβάσεων που αφορούν την τιμολόγηση, την αποζημίωση, την αξιολόγηση και την ορθολογική χρήση των φαρμάκων, με τελικό στόχο τη βελτίωση της δημόσιας υγείας.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο δημοσιονομικός παράγοντας είναι αναμφίβολα σημαντικός. Ο δημοσιονομικός χώρος είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι παρεμβάσεις υγείας, δηλώνοντας τα όρια των δυνατοτήτων ενός συστήματος σε ένα περιβάλλον περιορισμένων πόρων. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να αγνοείται, για να αποφύγουμε αστοχίες και υπερβάσεις που χαρακτήρισαν περιόδους του παρελθόντος.
Πάντως, νομίζω ότι δεν δεν τίθεται τόσο ζήτημα διαφορετικών «μοντέλων» μεταξύ των χωρών, όσο η ανάγκη για μια τεκμηριωμένη προσέγγιση αξιολόγησης της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Το βασικό ερώτημα είναι ποια φάρμακα και ποιες παρεμβάσεις πρέπει να καλύπτονται, για ποιους ασθενείς και σε ποιο βαθμό.
-
Πώς επηρεάζει σήμερα η εκρηκτική αύξηση του κόστους των καινοτόμων φαρμάκων τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων Υγείας;
Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ισχυρό κύμα φαρμακευτικής καινοτομίας, με υψηλού κόστους θεραπευτικές επιλογές, κάποιες από τις οποίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο προσδόκιμο επιβίωσης και την ποιότητα ζωής. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες για τους ασθενείς, αλλά ταυτόχρονα θέτουν χρηματοδοτικές προκλήσεις για τα συστήματα υγείας. Για τον λόγο αυτό απαιτείται συστηματική αξιολόγηση και αποτελεσματική διαπραγμάτευση, ώστε οι τιμές να αντανακλούν την κλινική και κοινωνική αξία των θεραπειών. Παράλληλα, σταδιακά αναπτύσσονται νέα εργαλεία αποζημίωσης που συνδέουν την πληρωμή με τις πραγματικές εκβάσεις των ασθενών.
Νομίζω πώς η βιωσιμότητα είναι ταυτόχρονα τεχνικό και πολιτικό ζήτημα. Απαιτεί τόσο κατάλληλες διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην τιμολόγηση, την αποζημίωση και το ύψος και το μείγμα της κατανάλωσης, όσο και ευρύτερες πολιτικές αποφάσεις για το πώς κατανέμονται οι πόροι για την υγεία.
Ίσως, μάλιστα, η συζήτηση αυτή να χρειάζεται και υπερεθνικές πρωτοβουλίες για τη σχέση μεταξύ τιμής και αξίας που επιστρέφεται στην κοινωνία, ιδιαίτερα καθώς έχει ανοίξει η συζήτηση για την φαρμακευτική πολιτική και την τιμολόγηση στις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη συζήτηση, δεδομένων των πολλαπλών και συχνά αντικρουόμενων στόχων και συμφερόντων στη φαρμακευτική αγορά.
-
Ποια πιστεύετε πως είναι τα βασικά λάθη που κάνουν τα κράτη όταν σχεδιάζουν πολιτική αποζημίωσης καινοτόμων θεραπειών;
Τα βασικά προβλήματα στον σχεδιασμό πολιτικής αποζημίωσης καινοτόμων θεραπειών δεν είναι μόνο τεχνικά. Συχνά αφορούν και το policy framing, τον τρόπο με τον οποίο πλαισιώνεται η ίδια η συζήτηση.
Υπάρχουν προσεγγίσεις που συνοψίζονται στο ότι «κάθε ευρώ στην υγεία είναι επένδυση». Παρότι η φράση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των δαπανών υγείας, ως γενική αρχή δεν είναι απολύτως ακριβής. Στην πράξη, ένα μέρος των δαπανών μπορεί να κατευθύνεται σε παρεμβάσεις που δεν προσφέρουν αποδεδειγμένο πρόσθετο όφελος. Να το πω διαφορετικά, το γεγονός ότι μια θεραπεία ή παρέμβαση υγείας είναι «νέα» δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη χρηματοδότησή της από τους δημόσιους φορείς. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν υπάρχει στην αγορά μια νέα θεραπεία ή παρέμβαση, αλλά ποια είναι η πραγματική προστιθέμενη αξία της σε σχέση με τις διαθέσιμες εναλλακτικές. Το λέω αυτό, διότι κάθε απόφαση συνεπάγεται κόστος ευκαιρίας: η χρηματοδότηση μιας τεχνολογίας σημαίνει ότι πόροι δεν κατευθύνονται αλλού. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς μια πιθανή αύξηση της δαπάνης, αλλά η κατεύθυνσή της σε παρεμβάσεις που παράγουν πραγματική κλινική και κοινωνική αξία.
Στον αντίποδα βρίσκεται μια καθαρά λογιστική προσέγγιση, κατά την οποία οι αποφάσεις αποζημίωσης εξετάζονται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το άμεσο δημοσιονομικό τους αποτύπωμα. Σε αυτή την περίπτωση, παραβλέπονται ευρύτερες διαστάσεις αξίας που είναι εξίσου σημαντικές για μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση, όπως τα οφέλη σε ποιότητα ζωής, η αποφυγή μελλοντικών δαπανών και η παραγωγικότητα.

Τέλος, η συζήτηση πλαισιώνεται συχνά ως απόλυτο δίλημμα, πλήρης αποζημίωση ή πλήρης απόρριψη. Ωστόσο, τα σύγχρονα συστήματα υγείας πρέπει να διαθέτουν ένα ευρύτερο φάσμα εργαλείων, όπου η αποζημίωση συνδέεται με τα πραγματικά κλινικά αποτελέσματα. Αυτή η λογική (της ελεγχόμενης πρόσβασης και του επιμερισμού του κινδύνου) επιτρέπει την ένταξη καινοτόμων θεραπειών χωρίς να μετακυλίεται άνευ όρων το δημοσιονομικό ρίσκο στο σύστημα υγείας.
Πιστεύω ότι η ουσία βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις απλουστευτικές προσεγγίσεις, με έμφαση στην ανάπτυξη ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου αξιολόγησης των τεχνολογιών υγείας. Είναι προφανές ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι πάντοτε εύκολο να ενσωματωθεί ως πολιτική επιλογή. Αλλά χωρίς αυτήν, η φαρμακευτική πολιτική κινδυνεύει να καθοδηγείται είτε από συνθήματα είτε από στενά δημοσιονομικά κριτήρια.
-
Πώς αξιολογείτε τον ρόλο των μηχανισμών clawback και rebate στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά μοντέλα και ποια η πρόθεση της πολιτείας για «διορθώσεις» και αλλαγές;
Οι μηχανισμοί αυτοί έχουν λειτουργήσει διαχρονικά ως εργαλεία ταχείας δημοσιονομικής προσαρμογής. Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η βιώσιμη διαχείριση της φαρμακευτικής δαπάνης (πρέπει να) βασίζεται κυρίως σε ex-ante παρεμβάσεις, όπως η αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας, οι παρεμβάσεις στην τιμολόγηση, οι συμφωνίες επιμερισμού κινδύνου και οι μηχανισμοί ορθολογικής συνταγογράφησης.
Πράγματι, το ελληνικό σύστημα διαχρονικά βασίστηκε σε μεγαλύτερο βαθμό σε ex-post επιστροφές. Στο πλαίσιο αυτό, όμως, είναι σημαντικό να διαφοροποιούνται οι εκπτώσεις που προκύπτουν μέσω διαδικασιών διαπραγμάτευσης από τους οριζόντιους μηχανισμούς επιστροφών. Οι πρώτες δυνητικά αντανακλούν την άσκηση μονοψωνιακής ισχύος από τον ΕΟΠΥΥ και θα μπορούσαν να συνδέονται με την επιδίωξη καλύτερης σχέσης κόστους-αξίας για τους διαθέσιμους πόρους. Αντίθετα, το clawback λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός δημοσιονομικής διόρθωσης, ανεξάρτητα από την αξία ή την κλινική συνεισφορά των επιμέρους θεραπειών.
Η εκτεταμένη χρήση του έχει λειτουργήσει διαχρονικά και ως αντικίνητρο για την προώθηση βαθύτερων διαρθρωτικών αλλαγών που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις αιτίες της υπέρβασης της δαπάνης. Υπό αυτή την έννοια, μια ουσιαστική «διόρθωση» προϋποθέτει μείζονες διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Αυτό συνεπάγεται τεκμηριωμένη προτεραιοποίηση ως προς το τι καλύπτεται, για ποιους πληθυσμούς και με ποιον τρόπο, καθώς και τη σταδιακή άρση στρεβλώσεων που επηρεάζουν κρίσιμες λειτουργίες του συστήματος, όπως η τιμολόγηση, η αποζημίωση και η συνταγογράφηση.
-
Σε ποιο βαθμό οι πολιτικές περιορισμού της φαρμακευτικής δαπάνης μετακυλίουν το κόστος στους ασθενείς;
Δεν υπάρχει κάποια εμπεριστατωμένη μελέτη που να τεκμηριώνει σαφή αιτιώδη σχέση μεταξύ των πολιτικών περιορισμού της φαρμακευτικής δαπάνης και των ιδιωτικών πληρωμών των ασθενών στην Ελλάδα. Και θα αποφύγω να κάνω κάποιο λογικό άλμα, δεδομένου ότι οι ιδιωτικές πληρωμές επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες πέραν των συγκεκριμένων πολιτικών.
Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία για την Ελλάδα που αξίζει να ληφθούν υπόψη. Γνωρίζουμε ότι περίπου το 50% της εξωνοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης προέρχεται από ιδιωτικές πληρωμές, ενώ το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί μετά το 2008.. Επιπλέον, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσίευση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, οι καταστροφικές δαπάνες υγείας μεταξύ των φτωχότερων νοικοκυριών συνδέονται κυρίως με δαπάνες για φάρμακα και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πιστεύω ότι χρειάζονται ουσιαστικές αλλαγές στις συμμετοχές των ασθενών. Δεν πρόκειται για ιδεολογικό ζήτημα, αλλά για μια διαχρονική στρέβλωση του συστήματος. Τα διαθέσιμα δεδομένα αναδεικνύουν το πρόβλημα με σαφήνεια και υποδηλώνουν ότι υπάρχουν και ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Είναι ζήτημα ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης και ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα φαρμακευτικής πολιτικής στο οποίο χρειάζεται να δοθεί προτεραιότητα. Άλλωστε, σχετικές προτάσεις πολιτικής έχουν διατυπωθεί τόσο από τον ΠΟΥ όσο και από πολλούς ειδικούς στον τομέα της πολιτικής υγείας στην Ελλάδα.
-
Σήμερα τα συστήματα υγείας επιχειρούν τη μετάβαση από την απλή ψηφιοποίηση προς τον ουσιαστικό ψηφιακό μετασχηματισμό. Ωστόσο, πολλά από αυτά δεν υποφέρουν από έλλειψη δεδομένων, αλλά από αδυναμία αξιοποίησης. Που βρίσκεται η «λύση»;
Υπάρχει πρόοδος στα περισσότερα συστήματα υγείας και πρωτοβουλίες όπως ο Ευρωπαϊκός Χώρος Δεδομένων Υγείας μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης. Υπάρχουν, ωστόσο, τουλάχιστον τρεις βασικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων.
Πρώτον, επαρκής ποιότητα και διαλειτουργικότητα των συστημάτων. Και εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στα δεδομένα υγείας, αλλά και στη δυνατότητα διασύνδεσής τους με δεδομένα που αφορούν το εισόδημα, την εκπαίδευση, την εργασία, τη στέγαση ή το περιβάλλον. Μόνο μέσα από μια τέτοια διασύνδεση μπορούμε να προσεγγίσουμε την υγεία με πιο ολιστικό τρόπο και να κατανοήσουμε καλύτερα τους προσδιοριστές της. Εδώ πρέπει να τονίσω ότι η έννοια των «δεδομένων υγείας» χρησιμοποιείται συχνά με διαφορετικούς τρόπους από διαφορετικούς φορείς, γεγονός που δημιουργεί σύγχυση ως προς το τι σημαίνει στην πράξη η ανάλυση και αξιοποίησή τους.
Δεύτερον, χρειάζονται θεσμικές και οργανωτικές δομές που να επιτρέπουν την αξιοποίηση των δεδομένων για τους σκοπούς της πολιτικής υγείας. Διαχρονικά, οι αρμόδιοι φορείς δεν διαθέτουν επαρκώς ανεπτυγμένες μονάδες ex-ante και ex-post αξιολόγησης των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Η τεκμηρίωση, όταν υπάρχει, βασίζεται συχνά σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες και στην καλή πρόθεση των στελεχών της δημόσιας διοίκησης. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να δημιουργήσει ένα σύστημα στο οποίο οι πολιτικές θα σχεδιάζονται, θα εφαρμόζονται, θα αξιολογούνται και θα αναπροσαρμόζονται συστηματικά με βάση τα δεδομένα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η τεκμηριωμένη πολιτική (evidence-based policy) κινδυνεύει να είναι η εξαίρεση, και όχι ο κανόνας.

Τρίτον, απαιτείται ουσιαστική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Χρειάζονται άνθρωποι που μπορούν να αναλύσουν, να ερμηνεύσουν και να μετατρέψουν τα δεδομένα σε χρήσιμη γνώση για τη λήψη αποφάσεων. Πολλά συστήματα υγείας δεν διαθέτουν την κρίσιμη μάζα τέτοιων δεξιοτήτων. Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό οι δημόσιοι φορείς να επενδύσουν περισσότερο στην εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευση των στελεχών σε πεδία όπως η επιστήμη δεδομένων και η τεχνητή νοημοσύνη, σε συνεργασία με διεθνή πανεπιστήμια και αντίστοιχους οργανισμούς. Μια τέτοια επένδυση σε άυλο κεφάλαιο μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να διαχυθεί σταδιακά στο σύστημα υγείας ως γνώση, κουλτούρα και πρακτική.
Εν τέλει, πιστεύω ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν είναι απλώς ζήτημα τεχνολογίας. Είναι και ζήτημα θεσμών, δεξιοτήτων και κουλτούρας αξιοποίησης των δεδομένων για τη χάραξη πολιτικής.
-
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο για τα συστήματα Υγείας την επόμενη δεκαετία: η γήρανση, η καινοτομία ή η έλλειψη χρηματοδότησης;
Υπάρχουν, βεβαίως, πολλά σημαντικά ρίσκα για τα συστήματα υγείας τα επόμενα χρόνια. Είναι αυτά που ήδη αναφέρατε, αλλά και μια σειρά από αναδυόμενες απειλές, όπως η κλιματική αλλαγή, η πιθανότητα εμφάνισης νέων πανδημιών, η αντιμικροβιακή αντοχή ή ακόμη και η γεωπολιτική αστάθεια.
Ίσως, όμως, είναι πιο παραγωγικό να μην τα δούμε μόνο ως ρίσκα, αλλά ως μεγάλες προκλήσεις που τα συστήματα υγείας καλούνται να διαχειριστούν.
Η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης είναι μια θετική εξέλιξη. Ταυτόχρονα, όμως, η δημογραφική γήρανση δημιουργεί νέες πιέσεις. Αυξάνει τη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας, ενώ σε πολλές χώρες μειώνεται αναλογικά ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός που καλείται να χρηματοδοτήσει τα συστήματα υγείας.
Κατά αυτή την έννοια, το πραγματικό ρίσκο δεν βρίσκεται στη γήρανση και στην καινοτομία καθαυτές. Το ρίσκο είναι να προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις εξελίξεις με εργαλεία και πολιτικές του χθες.

Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να επανεξεταστούν ορισμένες βασικές επιλογές πολιτικής. Για παράδειγμα, απαιτείται μεγαλύτερη επένδυση στη μακροχρόνια φροντίδα και στις πολιτικές υγιούς γήρανσης, ώστε να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένα για τις δημογραφικές αλλαγές. Ή, χρειάζεται να αναπτυχθούν νέα μοντέλα φροντίδας που θα επιτρέψουν την καλύτερη αντιμετώπιση των ηλικιωμένων ασθενών με πολλαπλά και σύνθετα νοσήματα. Ταυτόχρονα, είναι κρίσιμο να ενισχυθούν οι πολιτικές πρόληψης και η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, που μπορούν να περιορίσουν τη μελλοντική επιβάρυνση των συστημάτων.
Παράλληλα, τα συστήματα υγείας χρειάζεται να αξιοποιήσουν πολύ περισσότερο τις δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες. Και βεβαίως, η είσοδος της ιατρικής και φαρμακευτικής καινοτομίας πρέπει να γίνεται με τρόπο τεκμηριωμένο και ελεγχόμενο, ώστε η πρόοδος να ενσωματώνεται χωρίς να διακυβεύεται η βιωσιμότητα των συστημάτων.
Με άλλα λόγια, η πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν είναι απλώς η γήρανση ή η καινοτομία. Είναι το κατά πόσο τα συστήματα υγείας θα προσαρμοστούν έγκαιρα στις αλλαγές που ήδη συντελούνται, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητά τους.
-
Ποιες δομικές αλλαγές θεωρείτε πιο κρίσιμες για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα;
Συμπληρωματικά του θέματος των συμμετοχών που ανέφερα πιο πριν, θα επισημάνω τρία βασικά σημεία. Παρότι σε επιμέρους πεδία (π.χ. αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας) έχουν ήδη αναληφθεί σχετικές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις.
Πρώτον, χρειάζεται έμφαση στους μηχανισμούς ορθολογικής χρήσης των φαρμάκων, όπως τα υποχρεωτικά θεραπευτικά πρωτόκολλα και τα ψηφιακά εργαλεία παρακολούθησης. Παραδείγματος χάριν, παρά το γεγονός ότι η ηλεκτρονική συνταγογράφηση λειτουργεί εδώ και πάνω από μία δεκαετία, η εφαρμογή των πρωτοκόλλων είναι διαχρονικά αποσπασματική και ο έλεγχος συμμόρφωσης περιορισμένος. Το κόστος αυτής της αδράνειας είναι σημαντικό. Αυτό δεν απαιτεί νέα τεχνολογία, αλλά τη μετατροπή μιας ήδη υπάρχουσας υποδομής σε ενεργό εργαλείο φαρμακευτικής πολιτικής.
Δεύτερον, αναδιάρθρωση του συστήματος αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας και διαπραγμάτευσης. Η αξιολόγηση θα πρέπει να αποτελεί την αφετηρία πάνω στην οποία βασίζονται οι διαπραγματεύσεις και το βασικό εργαλείο για πιο σύνθετες προσεγγίσεις πρόσβασης στην καινοτομία. Χρειάζεται ένα συστηματικό πλαίσιο κλινικής και οικονομικής αξιολόγησης, δημοσιοποίηση του σκεπτικού των αποφάσεων, καθώς και επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, με προσωπικό πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να εξορθολογήσει ουσιαστικά το σύστημα και να επιτρέψει καλύτερες αποφάσεις για το τι χρηματοδοτείται, για ποιους πληθυσμούς και για ποιους λόγους. Πρόκειται για ζήτημα δημόσιας υγείας, δημοσιονομικής διαχείρισης, αλλά και λογοδοσίας απέναντι στους πολίτες.

Τρίτον, χρειάζεται η σταδιακή μείωση της εξάρτησης από το clawback και η αντικατάστασή του από μηχανισμούς ελέγχου της ζήτησης. Το clawback εισήχθη ως έκτακτο μέτρο το 2012, αλλά έκτοτε έχει μετατραπεί σε δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι δημιουργεί στρεβλά κίνητρα στη βιομηχανία και ταυτόχρονα μειώνει το πολιτικό κίνητρο για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και άρση των διαχρονικών ρυθμιστικών στρεβλώσεων στην τιμολόγηση και την αποζημίωση.
Νομίζω πώς αυτά τα τρία στοιχεία είναι αλληλένδετα. Χωρίς αξιόπιστη αξιολόγηση δεν μπορεί να υπάρξει ορθολογική αποζημίωση. Χωρίς θεραπευτικά πρωτόκολλα δεν ελέγχεται ο όγκος της συνταγογράφησης. Και χωρίς έλεγχο του όγκου, το clawback παραμένει ένα αναγκαίο αλλά ιδιαίτερα προβληματικό υποκατάστατο εργαλείο φαρμακευτικής πολιτικής.
Who is Who: Ηλίας Κυριόπουλος
O Ηλίας Κυριόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας στο London School of Economics and Political Science (LSE) και Διευθυντής του Executive MSc στα Οικονομικά, την Πολιτική και τη Διοίκηση της Υγείας.
Στο παρελθόν διετέλεσε Διευθυντής των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων του LSE στα Οικονομικά της Υγείας και την Επιστήμη των Δεδομένων Υγείας.
Έχει συνεργαστεί ως ερευνητής ή σύμβουλος με διάφορους φορείς και οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (UNDP), η Παγκόσμια Τράπεζα, και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Επίσης, έχει διατελέσει Επισκέπτης Καθηγητής στη Sciences Po.
Η ερευνά του έχει δημοσιευτεί σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά με κριτές, όπως τα Journal of the Royal Statistical Society, Health Economics, Social Science & Medicine, European Journal of Epidemiology, The Milbank Quarterly, The Lancet Public Health and The New England Journal of Medicine.
Ο Ηλίας απέκτησε PhD στα Οικονομικά και την Πολιτική Υγείας από το LSE. Στο παρελθόν, έχει λάβει υποτροφίες από το Ίδρυμα Ωνάση και το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών.
Συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ωνασείου Νοσοκομείου και στην Επιτροπή Διοίκησης του Ελληνικού Κέντρου Έρευνας για την Ελλάδα και την Κύπρο του LSE (Ελληνικό Παρατηρητήριο).
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Το 1ο βραβείο «Γιάννης Κυριόπουλος» στον Ηλία Μόσιαλο
Αγγελής: Μεταρρυθμίσεις στο φάρμακο με έμφαση στην καινοτομία

