Καθυστερούν οι φαρμακοβιομηχανίες την κυκλοφορία νέων φαρμάκων στην Ευρώπη, καθώς προσπαθούν να προστατεύσουν τις αμερικανικές τιμές από τις συνέπειες της πολιτικής Τραμπ για τη σύνδεσή τους με τα χαμηλότερα διεθνή επίπεδα. Το αποτέλεσμα είναι νέα πίεση στην πρόσβαση των Ευρωπαίων ασθενών στην καινοτομία.
- Γράφει ο Κοσμάς Ζακυνθινός

Η ευρωπαϊκή αγορά φαρμάκου δέχεται νέα πίεση, καθώς ολοένα περισσότερες φαρμακοβιομηχανίες παγώνουν ή μεταθέτουν την κυκλοφορία νέων σκευασμάτων στην Ευρώπη, περιμένοντας μεγαλύτερη σαφήνεια για το πώς θα εφαρμοστεί στις ΗΠΑ η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ για τις τιμές των φαρμάκων. Το βασικό άγχος των εταιρειών είναι ότι οι χαμηλότερες τιμές σε ευρωπαϊκές αγορές μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως σημείο αναφοράς για να πιεστούν προς τα κάτω και οι αμερικανικές τιμές, σε μια αγορά αξίας περίπου 700 δισ. δολαρίων.
Ο Λευκός Οίκος έχει υιοθετήσει από τον Μάιο του 2025 την προσέγγιση της most-favored-nation pricing, δηλαδή τη σύνδεση των τιμών στις ΗΠΑ με τις χαμηλότερες τιμές που ισχύουν σε άλλες χώρες. Η λογική της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές πληρώνουν διαχρονικά πολύ περισσότερα από άλλες πλούσιες χώρες για τα ίδια φάρμακα. Όμως για τις πολυεθνικές του φαρμάκου αυτή η πολιτική δημιουργεί μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να σχεδιαστούν οι διεθνείς στρατηγικές τιμολόγησης και λανσαρίσματος.
Πτώση 35% στις νέες κυκλοφορίες φαρμάκων στην Ευρώπη
Τα πρώτα σημάδια της μετατόπισης είναι ήδη ορατά. Σύμφωνα με ανάλυση της GlobalData που επικαλείται το Reuters, οι νέες κυκλοφορίες φαρμάκων στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκαν κατά περίπου 35% στο δεκάμηνο μετά την εκτελεστική εντολή του Τραμπ, σε σύγκριση με το προηγούμενο δεκάμηνο. Η εκτίμηση που κυριαρχεί στον κλάδο είναι ότι η καθυστέρηση λανσαρισμάτων σε αγορές με χαμηλότερες τιμές, όπως πολλές ευρωπαϊκές, μπορεί να βοηθήσει τις εταιρείες να προστατεύσουν για περισσότερο χρόνο τις υψηλότερες τιμές στις ΗΠΑ.

Ο Stefan Oelrich, πρόεδρος της EFPIA και ανώτερο στέλεχος της Bayer, δήλωσε ότι ήδη καταγράφονται τα πρώτα σημάδια καθυστερημένων εισαγωγών στην Ευρώπη, συνδέοντάς τα ευθέως με την αβεβαιότητα γύρω από το τι τελικά θα σημάνει η αμερικανική πολιτική για τις τιμές. Το μήνυμα από τον κλάδο είναι ότι οι εταιρείες δεν θέλουν να «κλειδώσουν» χαμηλότερες τιμές στην Ευρώπη πριν καταλάβουν πώς αυτές μπορεί να επιστρέψουν ως μπούμερανγκ στην αμερικανική αγορά.
Η άφιξη Τραμπ αλλάζει τις στρατηγικές λανσαρίσματος
Η πίεση είναι ήδη ορατή και στα ευρωπαϊκά συστήματα πρώιμης πρόσβασης. Ο Lionel Collet, επικεφαλής της γαλλικής υγειονομικής αρχής HAS, δήλωσε ότι οι φαρμακοβιομηχανίες αναβάλλουν όλο και περισσότερο αποφάσεις για τη γαλλική διαδικασία early access, η οποία επιτρέπει σε ορισμένους ασθενείς να λάβουν φάρμακα πριν από την πλήρη εμπορική έγκριση. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι σχετικές αποφάσεις της HAS έπεσαν στις 10 πέρυσι από 25 το 2024.
Η εξήγηση που δίνεται είναι απλή αλλά κρίσιμη: αγορές όπως η Γαλλία και η Γερμανία, όπου οι τιμές είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις ΗΠΑ, επηρεάζουν συχνά και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό κάνει την πρώτη κυκλοφορία σε τέτοιες αγορές πολύ πιο ευαίσθητη στρατηγικά από ό,τι στο παρελθόν.
Η Ευρώπη χάνει έδαφος ως αγορά πρώτης κυκλοφορίας
Η νέα πραγματικότητα ενισχύει ακόμη περισσότερο τη θέση των ΗΠΑ ως πρώτης αγοράς λανσαρίσματος για τα καινοτόμα φάρμακα. Το Reuters σημειώνει ότι πάνω από 90% των φαρμάκων που εγκρίθηκαν το 2025 κυκλοφόρησαν πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τα περισσότερα να μην έχουν ακόμα διατεθεί αλλού. Η τάση αυτή δείχνει ότι η βιομηχανία βλέπει πλέον όλο και πιο καθαρά την αμερικανική αγορά ως το βασικό πεδίο εμπορικής απόσβεσης και στρατηγικής τοποθέτησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Insmed, η οποία ανέβαλε τη γερμανική κυκλοφορία του αντιφλεγμονώδους φαρμάκου Brinsupri, επικαλούμενη την αβεβαιότητα γύρω από τις αμερικανικές πολιτικές MFN. Η εταιρεία είχε πάρει ευρωπαϊκή έγκριση τον Νοέμβριο, αλλά δεν έχει ακόμη λανσάρει το προϊόν στην περιοχή, ενώ στις ΗΠΑ ξεκίνησε να το διαθέτει αμέσως μετά την έγκριση από τον FDA τον Αύγουστο.
Ευρώπη, ΗΠΑ και Κίνα: η μάχη των επενδύσεων και των τιμών
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο βραχυπρόθεσμο εμπορικό timing. Σύμφωνα με την EFPIA, η Ευρώπη δαπανά περίπου 1% του ΑΕΠ της για φαρμακευτικά προϊόντα, έναντι 2% στις ΗΠΑ και 1,8% στην Κίνα. Η ίδια ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανική ένωση υποστηρίζει ότι η ήπειρος έχει ήδη χάσει έδαφος σε επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης, σε κλινικές δοκιμές και σε πρώιμα λανσαρίσματα καινοτόμων θεραπειών.
Στελέχη εταιρειών όπως οι Roche, Novartis και AstraZeneca έχουν επικρίνει επανειλημμένα το ευρωπαϊκό μοντέλο τιμολόγησης και τα χαμηλά κίνητρα για καινοτομία, προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει ακόμη πιο πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Το νέο αμερικανικό περιβάλλον, αντί να εξισορροπήσει τις αγορές, φαίνεται να βαθαίνει αυτή την ανισορροπία.
Ακόμη και αποσύρσεις φαρμάκων από ευρωπαϊκές αγορές
Η τάση δεν σταματά στις καθυστερήσεις. Ορισμένες εταιρείες έχουν προχωρήσει ακόμη και σε αποσύρσεις φαρμάκων από ευρωπαϊκές αγορές. Σύμφωνα με το Reuters, η Amgen απέσυρε το φάρμακο χοληστερόλης Repatha από τη Δανία, επικαλούμενη τιμές και ένα «αλλαγμένο περιβάλλον», χωρίς να αναφερθεί ευθέως στην MFN πολιτική. Αντίστοιχα, η Indivior απέσυρε τα αντιεξαρτησιογόνα Subutex και Suboxone από τη Σουηδία και άλλες αγορές, επίσης χωρίς να συνδέσει επίσημα την απόφαση με τις αμερικανικές τιμές.
Αυτές οι κινήσεις ενισχύουν την αίσθηση ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί σε ακόμη πιο αδύναμη διαπραγματευτική θέση, εάν οι φαρμακοβιομηχανίες αποφασίσουν ότι η πρώιμη παρουσία σε χαμηλότιμες αγορές κοστίζει περισσότερο από όσο αποδίδει.
«Σαν σκάκι με δεμένα μάτια»
Ο Αμερικανός δικηγόρος υγείας Ron Lanton περιέγραψε την κατάσταση ως ένα παιχνίδι σκακιού «με δεμένα μάτια». Όπως σημείωσε, οι εταιρείες οφείλουν να πουν στους μετόχους τους πόσα έσοδα περιμένουν από ένα νέο λανσάρισμα, όμως σήμερα αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο, επειδή δεν είναι σαφές ποιο θα είναι το τελικό αμερικανικό πλαίσιο τιμολόγησης ούτε πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο τέμνονται η πολιτική και η φαρμακοβιομηχανική στρατηγική. Η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να πιέσει τις τιμές εντός ΗΠΑ δημιουργεί παράπλευρες συνέπειες στις διεθνείς εμπορικές αποφάσεις των εταιρειών και τελικά επηρεάζει και το πότε οι Ευρωπαίοι ασθενείς αποκτούν πρόσβαση σε νέα φάρμακα. Η τελευταία αυτή εκτίμηση αποτελεί δημοσιογραφική σύνθεση των διαθέσιμων στοιχείων.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
MHRA: Επανεξετάζει τα φάρμακα για Πάρκινσον μετά τις ανησυχίες για τζόγο
EMA/CHMP: Πέντε νέα φάρμακα και 13 επεκτάσεις ενδείξεων

