Τη συζήτηση πέρα από τον φαρμακευτικό προϋπολογισμό μεταφέρει η έκθεση του WifOR και συνυπολογίζει την εργασία, την άτυπη φροντίδα και τη νοσοκομειακή αποσυμφόρηση. Το εντυπωσιακό ROI 5,67 δεν αποτελεί λευκή επιταγή, αλλά ένα ισχυρό επιχείρημα για αξιολόγηση της πραγματικής κοινωνικής αξίας.
- Γράφει ο Κοσμάς Ζακυνθινός

Η νεότερη μελέτη του WifOR Institute για 29 ευρωπαϊκές χώρες επιχειρεί να μετρήσει όσα δεν αποτυπώνει ο φαρμακευτικός προϋπολογισμός. Δηλαδή τα χρόνια ζωής που κερδίζονται, τις νοσηλείες που αποφεύγονται και την παραγωγικότητα που διατηρείται. Το συνολικό όφελος υπολογίζεται σε 66,18 δισ. ευρώ, έναντι πρόσθετης δαπάνης 11,67 δισ. ευρώ.
Η συζήτηση γύρω από τα καινοτόμα φάρμακα διεξάγεται συνήθως με έναν στενό δημοσιονομικό φακό. Τα κράτη, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και τα νοσοκομεία βλέπουν πρώτα το κόστος αποζημίωσης, τις αυξημένες φαρμακευτικές δαπάνες και την πίεση που ασκούν οι νέες θεραπείες στους ήδη περιορισμένους προϋπολογισμούς.
Η νέα έκθεση του WifOR Institute επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση σε ένα ευρύτερο πεδίο. Αντί να εξετάσει μόνο πόσο κοστίζει ένα νεότερο φαρμακευτικό χαρτοφυλάκιο, υπολογίζει τι επιστρέφει στην κοινωνία μέσα από τη μείωση της πρόωρης θνησιμότητας, την αποφυγή νοσηλειών και τη διατήρηση της αμειβόμενης και μη αμειβόμενης παραγωγικότητας.
Η έκθεση, με τίτλο How innovation drives health and growth in Europe: Assessing the Return on Investment of innovative medicines, δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026. Εκπονήθηκε από τους Malina Müller, Adnan Atitallah, Hamza Liaqat και τον καθηγητή Frank R. Lichtenberg, έπειτα από ανάθεση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων, EFPIA. Το γεγονός ότι η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από τον φαρμακευτικό κλάδο αποτελεί κρίσιμη πληροφορία για την αξιολόγησή της, χωρίς από μόνο του να ακυρώνει τη μεθοδολογία ή τα αποτελέσματά της.
Ο αριθμός που συμπυκνώνει το βασικό μήνυμα
Το κεντρικό εύρημα της μελέτης είναι ότι κάθε πρόσθετο ευρώ φαρμακευτικής δαπάνης, το οποίο συνδέθηκε με τη μεγαλύτερη χρήση νεότερων θεραπειών, παρήγαγε κατά μέσο όρο 5,67 ευρώ μετρήσιμης κοινωνικοοικονομικής αξίας.
Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι η υιοθέτηση νεότερων φαρμάκων πρόσθεσε περίπου 11,67 δισ. ευρώ στη φαρμακευτική δαπάνη στις 29 χώρες. Το συνολικό όφελος που συνδέθηκε με αυτή τη μεταβολή έφθασε τα 66,18 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, τα 38,10 δισ. ευρώ αποδόθηκαν στην αμειβόμενη εργασία, τα 18,96 δισ. ευρώ στη μη αμειβόμενη δραστηριότητα και τα 9,11 δισ. ευρώ στη μείωση του άμεσου νοσοκομειακού κόστους.
Το 5,67 δεν αποτελεί χρηματοοικονομική απόδοση για τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Δεν σημαίνει επίσης ότι τα συστήματα υγείας εισπράττουν άμεσα 5,67 ευρώ για κάθε ευρώ που δαπανούν. Πρόκειται για έναν δείκτη κοινωνικής απόδοσης, στον οποίο προσμετρώνται οφέλη που διαχέονται σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας.

Η αξία που δεν εμφανίζεται στον ίδιο προϋπολογισμό
Το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύει η έκθεση είναι ότι το κόστος και το όφελος εμφανίζονται σε διαφορετικά σημεία.
Ο φαρμακευτικός προϋπολογισμός καταγράφει αμέσως την αυξημένη δαπάνη για τις νεότερες θεραπείες. Αντίθετα, οι εξοικονομήσεις μπορεί να εμφανιστούν αργότερα στον νοσοκομειακό προϋπολογισμό, στην αγορά εργασίας, στα ασφαλιστικά ταμεία, στις οικογένειες ή στην άτυπη φροντίδα.
Ένας ασθενής που αποφεύγει μια σοβαρή επιπλοκή ή μια πρόωρη απώλεια ζωής μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται, να φροντίζει μέλη της οικογένειάς του, να προσφέρει οικιακή εργασία ή να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Αυτή η αξία συνήθως δεν καταγράφεται όταν μια επιτροπή εξετάζει μόνο την τιμή ή τον άμεσο αντίκτυπο ενός φαρμάκου στον ετήσιο προϋπολογισμό.
1,83 εκατ. λιγότερα χαμένα έτη ζωής
Η χρήση πιο πρόσφατα εγκεκριμένων φαρμάκων συνδέθηκε, σύμφωνα με το μακροχρόνιο μοντέλο της μελέτης, με περίπου 1,83 εκατ. λιγότερα έτη ζωής που χάθηκαν πριν από την ηλικία των 85 ετών.
Για την ηλικία των 75 ετών, η αντίστοιχη εκτίμηση ανήλθε σε περίπου 1,20 εκατ. έτη ζωής. Παράλληλα, οι ερευνητές υπολόγισαν 2,6 εκατ. λιγότερα εξιτήρια από νοσοκομεία και 20,9 εκατ. λιγότερες ημέρες νοσηλείας.
Οι 20,9 εκατ. ημέρες αντιστοιχούν θεωρητικά σε περισσότερες από 57.000 νοσοκομειακές κλίνες διαθέσιμες για έναν ολόκληρο χρόνο. Η μετατροπή αυτή δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκαν πραγματικά νέες κλίνες. Δείχνει, όμως, το μέγεθος της δυναμικότητας που θα μπορούσε να απελευθερωθεί, εάν οι εκτιμώμενες μειώσεις στις νοσηλείες επιβεβαιώνονταν πλήρως στην πράξη.

Τι είναι το “drug vintage”
Η μελέτη δεν μετρά την καινοτομία με βάση τον αριθμό των νέων φαρμάκων που έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας. Χρησιμοποιεί έναν ειδικό δείκτη, το λεγόμενο drug vintage, δηλαδή τη σταθμισμένη «ηλικία» των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη.
Κάθε δραστική ουσία συνδέεται με το έτος κατά το οποίο έλαβε για πρώτη φορά έγκριση από τον αμερικανικό FDA. Στη συνέχεια, οι ερευνητές υπολογίζουν τον μέσο όρο των ετών έγκρισης, σταθμισμένο με βάση τις μονάδες που πωλούνται.
Με απλά λόγια, ένας υψηλότερος δείκτης δείχνει ότι οι γιατροί και οι ασθενείς χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό νεότερα φάρμακα. Ένα προϊόν που έχει εγκριθεί αλλά δεν χρησιμοποιείται ευρέως επηρεάζει ελάχιστα τον δείκτη. Αντίθετα, μια θεραπεία που εισέρχεται δυναμικά στην κλινική πρακτική μετατοπίζει αισθητά το μέσο «έτος» του φαρμακευτικού μείγματος.
Από το 2014 έως το 2024, ο σταθμισμένος μέσος δείκτης στις τρεις θεραπευτικές κατηγορίες αυξήθηκε κατά 3,1 έτη, από το 1988,4 στο 1991,5. Η μεταβολή δεν υπήρξε ομοιόμορφη στις χώρες ή στις θεραπευτικές περιοχές.
Γιατί η μέτρηση βασίζεται στις εγκρίσεις του FDA
Η επιλογή του έτους πρώτης έγκρισης από τον FDA προσφέρει ένα κοινό σημείο αναφοράς για όλες τις χώρες. Παράλληλα, όμως, αποτελεί έναν από τους περιορισμούς της ανάλυσης.
Οι ημερομηνίες έγκρισης στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη δεν ταυτίζονται πάντοτε. Ένα φάρμακο μπορεί να έχει εγκριθεί νωρίτερα από τον FDA, αλλά να φθάσει πολύ αργότερα σε συγκεκριμένη ευρωπαϊκή αγορά. Επομένως, ο δείκτης αποτυπώνει την επιστημονική «ηλικία» της δραστικής ουσίας, όχι απαραίτητα τον χρόνο πραγματικής πρόσβασης των ασθενών σε κάθε χώρα.
Παρά τον περιορισμό, η μέθοδος έχει χρησιμοποιηθεί και σε παλαιότερες εργασίες του Frank Lichtenberg, οι οποίες έχουν συνδέσει τη χρήση νεότερων φαρμάκων με χαμηλότερη θνησιμότητα, λιγότερες νοσηλείες και μικρότερη νοσηρότητα.
Οι 29 χώρες της ανάλυσης
Η μελέτη κάλυψε 29 ευρωπαϊκές χώρες:
Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Δανία δεν συμπεριλήφθηκε, επειδή τα απαιτούμενα στοιχεία δεν ήταν διαθέσιμα στη βάση δεδομένων της IQVIA.
Τρεις θεραπευτικές κατηγορίες, όχι ολόκληρη η αγορά
Η ανάλυση περιορίστηκε σε τρεις βασικές κατηγορίες της διεθνούς ταξινόμησης ATC.
Η κατηγορία Α αφορά το πεπτικό σύστημα και τον μεταβολισμό και συνδέθηκε με ενδοκρινικές, διατροφικές, μεταβολικές και πεπτικές παθήσεις.
H κατηγορία L περιλαμβάνει τους αντινεοπλασματικούς και ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες και συνδέθηκε κυρίως με τις κακοήθειες.
Η κατηγορία R αφορά το αναπνευστικό σύστημα.
Η επιλογή καλύπτει σημαντικές χρόνιες και σοβαρές παθήσεις, αλλά αφήνει εκτός μεγάλα πεδία, όπως τα καρδιαγγειακά, τα νευρολογικά, τα λοιμώδη και αρκετές σπάνιες νόσους. Συνεπώς, τα 66,18 δισ. ευρώ δεν αντιπροσωπεύουν τη συνολική αξία όλων των καινοτόμων φαρμάκων στην Ευρώπη.
Πώς οργανώθηκε η έρευνα
Το ερευνητικό σχέδιο χωρίστηκε σε τρία διαδοχικά στάδια. Στο πρώτο στάδιο, οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στη χρήση νεότερων φαρμάκων, στη θνησιμότητα και στη νοσοκομειακή χρήση. Στο δεύτερο, μετέτρεψαν τα εκτιμώμενα οφέλη υγείας σε οικονομική αξία, μέσω της μεθοδολογίας Health Footprint του WifOR, ενώ στο τρίτο, συνέκριναν την κοινωνικοοικονομική αξία με την πρόσθετη φαρμακευτική δαπάνη, ώστε να υπολογίσουν την απόδοση της επένδυσης.
Το οικονομετρικό μοντέλο
Το πρώτο στάδιο βασίστηκε σε ένα μοντέλο τριπλών σταθερών επιδράσεων, με παρατηρήσεις ανά χώρα, νόσο και έτος.
Το μοντέλο επιχείρησε να ελέγξει παράγοντες που μεταβάλλονται σε κάθε χώρα, αλλά επηρεάζουν όλες τις νόσους, όπως το επίπεδο εισοδήματος, η ποιότητα της περίθαλψης και οι ευρύτερες πολιτικές υγείας. Παράλληλα, έλεγξε παράγοντες που επηρεάζουν μια συγκεκριμένη νόσο σε όλες τις χώρες κατά το ίδιο έτος.
Η προσέγγιση είναι σαφώς ισχυρότερη από μια απλή σύγκριση της φαρμακευτικής δαπάνης με τη θνησιμότητα. Δεν εξαλείφει, όμως, κάθε πιθανή επίδραση από μεταβλητές που δεν μετρήθηκαν ή δεν ενσωματώθηκαν επαρκώς στο μοντέλο.
Για τον λόγο αυτό, το ασφαλέστερο επιστημονικό συμπέρασμα είναι ότι η χρήση νεότερων φαρμάκων συσχετίστηκε με καλύτερα αποτελέσματα και όχι ότι η μελέτη απέδειξε πως προκάλεσε από μόνη της το σύνολο της βελτίωσης.

Οι πηγές των δεδομένων
Η IQVIA παρείχε τα στοιχεία για τις φαρμακευτικές πωλήσεις και τις ποσότητες από το 2014 έως το 2024.
H Eurostat παρείχε τα δεδομένα θνησιμότητας έως το 2022 και τα στοιχεία νοσοκομειακής χρήσης έως το 2021.
Η DrugCentral παρείχε τα έτη πρώτης έγκρισης των δραστικών ουσιών.
Για το κόστος νοσηλείας, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία της Eurostat και, όπου υπήρχαν κενά, δεδομένα του WHO-CHOICE. Οι υπολογισμοί έγιναν αρχικά σε δολάρια και μετατράπηκαν σε ευρώ με την ισοτιμία του 2014.
Γιατί τα αποτελέσματα εξετάστηκαν σε βάθος επταετίας
Οι ερευνητές δοκίμασαν χρονικές υστερήσεις από μηδέν έως οκτώ έτη. Τα αποτελέσματα έγιναν ισχυρότερα όταν η χρήση νεότερων φαρμάκων συνδέθηκε με τις εκβάσεις που καταγράφηκαν επτά χρόνια αργότερα.
Η επιλογή έχει κλινική λογική. Πολλά φάρμακα δεν επηρεάζουν άμεσα τη θνησιμότητα ή τις νοσηλείες. Η πρόληψη επιπλοκών, η επιβράδυνση μιας χρόνιας νόσου και η αποτροπή πρόωρου θανάτου μπορεί να χρειάζονται χρόνια για να αποτυπωθούν πλήρως.
Στη σύγχρονη, βραχυχρόνια εκτίμηση, η άνοδος του drug vintage συνδέθηκε με περίπου 964.000 λιγότερα έτη ζωής που χάθηκαν πριν από τα 85 και με 10,1 εκατ. λιγότερες ημέρες νοσηλείας.
Στο επταετές μοντέλο, οι εκτιμήσεις αυξήθηκαν σε 1,83 εκατ. έτη ζωής και 20,9 εκατ. ημέρες νοσηλείας.
Αυτό σημαίνει ότι το headline αποτέλεσμα βασίζεται στη μακροχρόνια εκτίμηση και όχι μόνο σε άμεσα παρατηρημένα αποτελέσματα.
Παραγωγικότητα 38,10 δισ. ευρώ από την αμειβόμενη εργασία
Το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους προήλθε από την αμειβόμενη εργασία.
Η μελέτη υπολογίζει ότι τα έτη ζωής που διατηρήθηκαν αντιστοιχούν σε περίπου 964 εκατ. ώρες αμειβόμενης παραγωγικής δραστηριότητας. Η οικονομική αξία τους έφθασε τα 38,10 δισ. ευρώ και αντιπροσώπευσε το 57,6% του συνολικού οφέλους.
Ο υπολογισμός δεν περιορίστηκε στον μισθό ενός εργαζομένου. Χρησιμοποίησε την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και ενσωμάτωσε τις άμεσες, έμμεσες και επαγόμενες οικονομικές επιδράσεις.
Ένας εργαζόμενος που παραμένει ενεργός δεν παράγει αξία μόνο στη δική του επιχείρηση. Υποστηρίζει τις αλυσίδες προμηθευτών, καταναλώνει αγαθά και υπηρεσίες και δημιουργεί πρόσθετη δραστηριότητα στην οικονομία.
Η αθέατη αξία της μη αμειβόμενης εργασίας
Η μη αμειβόμενη εργασία αποτιμήθηκε σε 18,96 δισ. ευρώ, σχεδόν στο 29% του συνολικού οφέλους.
Η κατηγορία περιλαμβάνει την οικιακή εργασία, την άτυπη φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων ή ασθενών, τον εθελοντισμό και άλλες δραστηριότητες που δεν εμφανίζονται στο ΑΕΠ, αλλά διατηρούν την καθημερινή λειτουργία της κοινωνίας.
Η συγκεκριμένη διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία στις παθήσεις που αφορούν μεγαλύτερες ηλικίες. Ένας άνθρωπος μετά τη συνταξιοδότηση μπορεί να μη συμμετέχει πλέον στην αμειβόμενη εργασία, αλλά να προσφέρει σημαντική φροντίδα και υποστήριξη στην οικογένεια και στην κοινότητά του.
9,11 δισ. ευρώ από τις νοσηλείες που αποφεύχθηκαν
Οι εξοικονομήσεις από τα νοσοκομεία υπολογίστηκαν σε 9,11 δισ. ευρώ.
Το ποσό προέκυψε από τον πολλαπλασιασμό των εκτιμώμενων 20,9 εκατ. λιγότερων ημερών νοσηλείας με το κόστος ανά ημέρα σε κάθε χώρα, σε τιμές 2014.
Οι νοσοκομειακές εξοικονομήσεις αντιστοιχούν σε 0,78 ευρώ για κάθε ένα ευρώ πρόσθετης φαρμακευτικής δαπάνης. Με άλλα λόγια, στο σύνολο των 29 χωρών οι νοσηλείες που εκτιμάται ότι αποφεύχθηκαν δεν καλύπτουν από μόνες τους όλο το επιπλέον φαρμακευτικό κόστος.
Η εικόνα αλλάζει όταν προστεθούν τα οφέλη στην παραγωγικότητα. Τότε η συνολική απόδοση ανέρχεται στο 5,67.
Η ογκολογία στην πρώτη θέση της απόδοσης
Οι αντινεοπλασματικοί και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες εμφάνισαν τη μεγαλύτερη συνολική κοινωνικοοικονομική απόδοση.
Το όφελος της κατηγορίας L υπολογίστηκε σε 43,78 δισ. ευρώ, έναντι πρόσθετης δαπάνης 6,48 δισ. ευρώ. Το ROI διαμορφώθηκε σε 6,8.
Η κατηγορία του πεπτικού συστήματος και του μεταβολισμού παρήγαγε όφελος 14,48 δισ. ευρώ, έναντι δαπάνης 3,11 δισ. ευρώ, με ROI 4,7.
Οι αναπνευστικές θεραπείες συνδέθηκαν με όφελος 7,91 δισ. ευρώ και πρόσθετη δαπάνη 2,07 δισ. ευρώ, με ROI 3,8.
Η υψηλή απόδοση της ογκολογίας σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την αποτροπή πρόωρων θανάτων και τη διατήρηση παραγωγικών ετών ζωής.
Το αναπνευστικό εξοικονομεί περισσότερα από όσα κοστίζει στα νοσοκομεία
Όταν η ανάλυση περιορίζεται αποκλειστικά στις νοσοκομειακές εξοικονομήσεις, οι αναπνευστικές θεραπείες εμφανίζουν αναλογία περίπου 1,29.
Αυτό σημαίνει ότι οι μειωμένες ημέρες νοσηλείας υπολογίζεται πως εξοικονομούν 1,29 ευρώ για κάθε ένα ευρώ πρόσθετης φαρμακευτικής δαπάνης στην κατηγορία.
Αντίστοιχα, στην κατηγορία του πεπτικού και του μεταβολισμού οι νοσοκομειακές εξοικονομήσεις ξεπερνούν οριακά την πρόσθετη δαπάνη. Στην ογκολογία, αντίθετα, μεγάλο μέρος της αξίας προέρχεται από τα κερδισμένα έτη ζωής και όχι από τη μείωση των νοσηλειών.
Μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών
Όλες οι χώρες εμφάνισαν συνολικό ROI υψηλότερο της μονάδας. Οι χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία, περίπου στο 3,4 και 3,5 αντίστοιχα. Ακόμη και εκεί, το μοντέλο εκτιμά ότι κάθε ένα ευρώ πρόσθετης δαπάνης συνδέθηκε με κοινωνικοοικονομικό όφελος άνω των τριών ευρώ.
Οι υψηλότεροι λόγοι καταγράφηκαν σε μικρότερες χώρες, όπως η Λιθουανία, η Εσθονία, η Λετονία και το Λουξεμβούργο.
Το υψηλό ROI δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι μια χώρα έχει το μεγαλύτερο συνολικό όφελος. Οι μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, παράγουν πολύ υψηλή απόλυτη αξία, αλλά ο λόγος προς την πρόσθετη δαπάνη μπορεί να είναι χαμηλότερος.
Η Ελλάδα εμφανίζει απόδοση 6 προς 1
Για την Ελλάδα, η μελέτη υπολογίζει συνολικό κοινωνικοοικονομικό όφελος 556,97 εκατ. ευρώ. Από αυτό τα 311,47 εκατ. ευρώ προέρχονται από την αμειβόμενη εργασία, τα 118,95 εκατ. ευρώ από τη μη αμειβόμενη εργασία και τα 126,55 εκατ. ευρώ από τις νοσοκομειακές εξοικονομήσεις.
Η πρόσθετη φαρμακευτική δαπάνη υπολογίστηκε σε 93,11 εκατ. ευρώ και η συνολική απόδοση σε 6 προς 1.
H Ελλάδα εμφανίζει επίσης νοσοκομειακό ROI 1,4. Σύμφωνα με το μοντέλο, οι εξοικονομήσεις στα νοσοκομεία υπερκαλύπτουν την πρόσθετη φαρμακευτική δαπάνη, ακόμη και πριν προστεθεί η αξία της παραγωγικότητας.
Η επίδοση τοποθετεί την Ελλάδα μεταξύ των χωρών όπου οι άμεσες νοσοκομειακές εξοικονομήσεις φθάνουν ή ξεπερνούν το κόστος της φαρμακευτικής καινοτομίας, μαζί με την Ολλανδία, τη Νορβηγία, το Λουξεμβούργο και την Αυστρία.
Η ελληνική υιοθέτηση νεότερων θεραπειών
Η αύξηση του ελληνικού drug vintage μεταξύ 2014 και 2022 υπολογίστηκε σε 2,43 έτη.
Η μεταβολή ήταν χαμηλότερη από εκείνη των περισσότερων χωρών της μελέτης. Μόνο η Ιταλία, η Σλοβακία, η Νορβηγία και η μητροπολιτική Γαλλία εμφάνισαν μικρότερη αύξηση.
Το 2024, ο σταθμισμένος μέσος δείκτης της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 1992,89. Η τιμή ήταν υψηλότερη από τον συνολικό σταθμισμένο μέσο όρο των 29 χωρών, ο οποίος βρισκόταν στο 1991,5.
Το εύρημα απαιτεί προσεκτική ανάγνωση. Η μικρότερη αύξηση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Ελλάδα διαθέτει παλαιότερα φάρμακα. Μπορεί να υποδηλώνει βραδύτερη υιοθέτηση, αλλά μπορεί επίσης να σχετίζεται με διαφορετικό σημείο εκκίνησης ή με τη σύνθεση των θεραπευτικών κατηγοριών.
Γιατί οι συγγραφείς θεωρούν την εκτίμηση συντηρητική
Η έκθεση υποστηρίζει ότι το πραγματικό όφελος μπορεί να είναι μεγαλύτερο για τρεις βασικούς λόγους.
Πρώτον, η δαπάνη βασίζεται σε ακαθάριστες τιμές και όχι στις καθαρές τιμές μετά τις εμπιστευτικές εκπτώσεις και επιστροφές. Εφόσον ο πραγματικός παρονομαστής είναι χαμηλότερος, το τελικό ROI θα μπορούσε να είναι υψηλότερο.
Δεύτερον, η μελέτη υπολογίζει την αξία από την αποφυγή πρόωρης θνησιμότητας, αλλά δεν περιλαμβάνει πλήρως την απώλεια παραγωγικότητας λόγω νοσηρότητας, όπως τις αναρρωτικές άδειες, τη μειωμένη απόδοση και την πρόωρη εγκατάλειψη της εργασίας.
Τρίτον, σημαντικό ποσοστό των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στις εξεταζόμενες νόσους δεν περιλαμβάνεται στις τρεις επιλεγμένες κατηγορίες ATC.
Το πρόβλημα των ελλιπών αντιστοιχίσεων
Η μελέτη αναφέρει ότι το 52% των φαρμάκων που ενδείκνυνται για κακοήθειες δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία L, το 62% των φαρμάκων για ενδοκρινικές, διατροφικές, μεταβολικές και πεπτικές νόσους δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία Α και το 72% των φαρμάκων για αναπνευστικές νόσους δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία R.
Οι συγγραφείς θεωρούν ότι αυτή η ατελής αντιστοίχιση αποδυναμώνει τη μετρημένη σχέση και οδηγεί σε χαμηλότερες εκτιμήσεις.
Ωστόσο, κάθε σφάλμα ταξινόμησης δεν κατευθύνεται υποχρεωτικά προς την ίδια πλευρά. Η υπόθεση ότι όλες οι ελλείψεις μειώνουν το αποτέλεσμα είναι εύλογη, αλλά δεν μπορεί να αποδειχθεί πλήρως χωρίς πρόσθετες αναλύσεις.
Η μελέτη δεν αποδεικνύει την αξία κάθε νέου φαρμάκου
Το σημ συμπυκνώνει το βασικό μήνυμα**
Το κεντρικό εύρημα της μελέτης είναι ότι κάθε πρόσθετο ευρώ φαρμακευτικής δαπάνης, το οποίο συνδέθηκε με τη μεγαλύτερη χρήση νεότερων θεραπειών, παρήγαγε κατά μέσο όρο 5,67 ευρώ μετρήσιμης κοινωνικοοικονομικής αξίας.
Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι η υιοθέτηση νεότερων φαρμάκων πρόσθεσε περίπου 11,67 δισ. ευρώ στη φαρμακευτική δαπάνη στις 29 χώρες. Το συνολικό όφελος που συνδέθηκε με αυτή τη μεταβολή έφθασε τα 66,18 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, τα 38,10 δισ. ευρώ αποδόθηκαν στην αμειβόμενη εργασία, τα 18,96 δισ. ευρώ στη μη αμειβόμενη δραστηριότητα και τα 9,11 δισ. ευρώ στη μείωση του άμεσου νοσοκομειακού κόστους.
Το 5,67 δεν αποτελεί χρηματοοικονομική απόδοση για τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Δεν σημαίνει επίσης ότι τα συστήματα υγείας εισπράττουν άμεσα 5,67 ευρώ για κάθε ευρώ που δαπανούν. Πρόκειται για έναν δείκτη κοινωνικής απόδοσης, στον οποίο προσμετρώνται οφέλη που διαχέονται σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας.
Η αξία που δεν εμφανίζεται στον ίδιο προϋπολογισμό
Το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύει η έκθεση είναι ότι το κόστος και το όφελος εμφανίζονται σε διαφορετικά σημεία.
Ο φαρμακευτικός προϋπολογισμός καταγράφει αμέσως την αυξημένη δαπάνη για τις νεότερες θεραπείες. Αντίθετα, οι εξοικονομήσεις μπορεί να εμφανιστούν αργότερα στον νοσοκομειακό προϋπολογισμό, στην αγορά εργασίας, στα ασφαλιστικά ταμεία, στις οικογένειες ή στην άτυπη φροντίδα.
Ένας ασθενής που αποφεύγει μια σοβαρή επιπλοκή ή μια πρόωρη απώλεια ζωής μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται, να φροντίζει μέλη της οικογένειάς του, να προσφέρει οικιακή εργασία ή να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Αυτή η αξία συνήθως δεν καταγράφεται όταν μια επιτροπή εξετάζει μόνο την τιμή ή τον άμεσο αντίκτυπο ενός φαρμάκου στον ετήσιο προϋπολογισμό.
1,83 εκατ. λιγότερα χαμένα έτη ζωής
Η χρήση πιο πρόσφατα εγκεκριμένων φαρμάκων συνδέθηκε, σύμφωνα με το μακροχρόνιο μοντέλο της μελέτης, με περίπου 1,83 εκατ. λιγότερα έτη ζωής που χάθηκαν πριν από την ηλικία των 85 ετών.
Για την ηλικία των 75 ετών, η αντίστοιχη εκτίμηση ανήλθε σε περίπου 1,20 εκατ. έτη ζωής. Παράλληλα, οι ερευνητές υπολόγισαν 2,6 εκατ. λιγότερα εξιτήρια από νοσοκομεία και 20,9 εκατ. λιγότερες ημέρες νοσηλείας.
Οι 20,9 εκατ. ημέρες αντιστοιχούν θεωρητικά σε περισσότερες από 57.000 νοσοκομειακές κλίνες διαθέσιμες για έναν ολόκληρο χρόνο. Η μετατροπή αυτή δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκαν πραγματικά νέες κλίνες. Δείχνει, όμως, το μέγεθος της δυναμικότητας που θα μπορούσε να απελευθερωθεί, εάν οι εκτιμώμενες μειώσεις στις νοσηλείες επιβεβαιώνονταν πλήρως στην πράξη.
Τι είναι το “drug vintage”
Η μελέτη δεν μετρά την καινοτομία με βάση τον αριθμό των νέων φαρμάκων που έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας. Χρησιμοποιεί έναν ειδικό δείκτη, το λεγόμενο drug vintage, δηλαδή τη σταθμισμένη «ηλικία» των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη.
Κάθε δραστική ουσία συνδέεται με το έτος κατά το οποίο έλαβε για πρώτη φορά έγκριση από τον αμερικανικό FDA. Στη συνέχεια, οι ερευνητές υπολογίζουν τον μέσο όρο των ετών έγκρισης, σταθμισμένο με βάση τις μονάδες που πωλούνται.
Με απλά λόγια, ένας υψηλότερος δείκτης δείχνει ότι οι γιατροί και οι ασθενείς χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό νεότερα φάρμακα. Ένα προϊόν που έχει εγκριθεί αλλά δεν χρησιμοποιείται ευρέως επηρεάζει ελάχιστα τον δείκτη. Αντίθετα, μια θεραπεία που εισέρχεται δυναμικά στην κλινική πρακτική μετατοπίζει αισθητά το μέσο «έτος» του φαρμακευτικού μείγματος.
Από το 2014 έως το 2024, ο σταθμισμένος μέσος δείκτης στις τρεις θεραπευτικές κατηγορίες αυξήθηκε κατά 3,1 έτη, από το 1988,4 στο 1991,5. Η μεταβολή δεν υπήρξε ομοιόμορφη στις χώρες ή στις θεραπευτικές περιοχές.
Γιατί η μέτρηση βασίζεται στις εγκρίσεις του FDA
Η επιλογή του έτους πρώτης έγκρισης από τον FDA προσφέρει ένα κοινό σημείο αναφοράς για όλες τις χώρες. Παράλληλα, όμως, αποτελεί έναν από τους περιορισμούς της ανάλυσης.
Οι ημερομηνίες έγκρισης στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη δεν ταυτίζονται πάντοτε. Ένα φάρμακο μπορεί να έχει εγκριθεί νωρίτερα από τον FDA, αλλά να φθάσει πολύ αργότερα σε συγκεκριμένη ευρωπαϊκή αγορά. Επομένως, ο δείκτης αποτυπώνει την επιστημονική «ηλικία» της δραστικής ουσίας, όχι απαραίτητα τον χρόνο πραγματικής πρόσβασης των ασθενών σε κάθε χώρα.
Παρά τον περιορισμό, η μέθοδος έχει χρησιμοποιηθεί και σε παλαιότερες εργασίες του Frank Lichtenberg, οι οποίες έχουν συνδέσει τη χρήση νεότερων φαρμάκων με χαμηλότερη θνησιμότητα, λιγότερες νοσηλείες και μικρότερη νοσηρότητα.
Οι 29 χώρες της ανάλυσης
Η μελέτη κάλυψε 29 ευρωπαϊκές χώρες: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Δανία δεν συμπεριλήφθηκε, επειδή τα απαιτούμενα στοιχεία δεν ήταν διαθέσιμα στη βάση δεδομένων της IQVIA.
Τρεις θεραπευτικές κατηγορίες, όχι ολόκληρη η αγορά
Η ανάλυση περιορίστηκε σε τρεις βασικές κατηγορίες της διεθνούς ταξινόμησης ATC.
Η κατηγορία Α αφορά το πεπτικό σύστημα και τον μεταβολισμό και συνδέθηκε με ενδοκρινικές, διατροφικές, μεταβολικές και πεπτικές παθήσεις.
H κατηγορία L περιλαμβάνει τους αντινεοπλασματικούς και ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες και συνδέθηκε κυρίως με τις κακοήθειες.
Η κατηγορία R αφορά το αναπνευστικό σύστημα.
Η επιλογή καλύπτει σημαντικές χρόνιες και σοβαρές παθήσεις, αλλά αφήνει εκτός μεγάλα πεδία, όπως τα καρδιαγγειακά, τα νευρολογικά, τα λοιμώδη και αρκετές σπάνιες νόσους. Συνεπώς, τα 66,18 δισ. ευρώ δεν αντιπροσωπεύουν τη συνολική αξία όλων των καινοτόμων φαρμάκων στην Ευρώπη.
Πώς οργανώθηκε η έρευνα
Το ερευνητικό σχέδιο χωρίστηκε σε τρία διαδοχικά στάδια.
Στο πρώτο στάδιο, οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στη χρήση νεότερων φαρμάκων, στη θνησιμότητα και στη νοσοκομειακή χρήση.
Μετέτρεψαν τα εκτιμώμενα οφέλη υγείας σε οικονομική αξία, μέσω της μεθοδολογίας Health Footprint του WifOR, στο δεύτερο.
Στο τρίτο, συνέκριναν την κοινωνικοοικονομική αξία με την πρόσθετη φαρμακευτική δαπάνη, ώστε να υπολογίσουν την απόδοση της επένδυσης.
Το οικονομετρικό μοντέλο
Το πρώτο στάδιο βασίστηκε σε ένα μοντέλο τριπλών σταθερών επιδράσεων, με παρατηρήσεις ανά χώρα, νόσο και έτος.
Το μοντέλο επιχείρησε να ελέγξει παράγοντες που μεταβάλλονται σε κάθε χώρα, αλλά επηρεάζουν όλες τις νόσους, όπως το επίπεδο εισοδήματος, η ποιότητα της περίθαλψης και οι ευρύτερες πολιτικές υγείας. Παράλληλα, έλεγξε παράγοντες που επηρεάζουν μια συγκεκριμένη νόσο σε όλες τις χώρες κατά το ίδιο έτος.
Η προσέγγιση είναι σαφώς ισχυρότερη από μια απλή σύγκριση της φαρμακευτικής δαπάνης με τη θνησιμότητα. Δεν εξαλείφει, όμως, κάθε πιθανή επίδραση από μεταβλητές που δεν μετρήθηκαν ή δεν ενσωματώθηκαν επαρκώς στο μοντέλο.
Για τον λόγο αυτό, το ασφαλέστερο επιστημονικό συμπέρασμα είναι ότι η χρήση νεότερων φαρμάκων συσχετίστηκε με καλύτερα αποτελέσματα και όχι ότι η μελέτη απέδειξε πως προκάλεσε από μόνη της το σύνολο της βελτίωσης.
Οι πηγές των δεδομένων
Η IQVIA παρείχε τα στοιχεία για τις φαρμακευτικές πωλήσεις και τις ποσότητες από το 2014 έως το 2024.
H Eurostat παρείχε τα δεδομένα θνησιμότητας έως το 2022 και τα στοιχεία νοσοκομειακής χρήσης έως το 2021.
Η DrugCentral παρείχε τα έτη πρώτης έγκρισης των δραστικών ουσιών.
Για το κόστος νοσηλείας, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία της Eurostat και, όπου υπήρχαν κενά, δεδομένα του WHO-CHOICE. Οι υπολογισμοί έγιναν αρχικά σε δολάρια και μετατράπηκαν σε ευρώ με την ισοτιμία του 2014.
Γιατί τα αποτελέσματα εξετάστηκαν σε βάθος επταετίας
Οι ερευνητές δοκίμασαν χρονικές υστερήσεις από μηδέν έως οκτώ έτη. Τα αποτελέσματα έγιναν ισχυρότερα όταν η χρήση νεότερων φαρμάκων συνδέθηκε με τις εκβάσεις που καταγράφηκαν επτά χρόνια αργότερα.
Η επιλογή έχει κλινική λογική. Πολλά φάρμακα δεν επηρεάζουν άμεσα τη θνησιμότητα ή τις νοσηλείες. Η πρόληψη επιπλοκών, η επιβράδυνση μιας χρόνιας νόσου και η αποτροπή πρόωρου θανάτου μπορεί να χρειάζονται χρόνια για να αποτυπωθούν πλήρως.
Στη σύγχρονη, βραχυχρόνια εκτίμηση, η άνοδος του drug vintage συνδέθηκε με περίπου 964.000 λιγότερα έτη ζωής που χάθηκαν πριν από τα 85 και με 10,1 εκατ. λιγότερες ημέρες νοσηλείας.
Στο επταετές μοντέλο, οι εκτιμήσεις αυξήθηκαν σε 1,83 εκατ. έτη ζωής και 20,9 εκατ. ημέρες νοσηλείας.
Αυτό σημαίνει ότι το headline αποτέλεσμα βασίζεται στη μακροχρόνια εκτίμηση και όχι μόνο σε άμεσα παρατηρημένα αποτελέσματα.
Παραγωγικότητα 38,10 δισ. ευρώ από την αμειβόμενη εργασία
Το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους προήλθε από την αμειβόμενη εργασία.
Η μελέτη υπολογίζει ότι τα έτη ζωής που διατηρήθηκαν αντιστοιχούν σε περίπου 964 εκατ. ώρες αμειβόμενης παραγωγικής δραστηριότητας. Η οικονομική αξία τους έφθασε τα 38,10 δισ. ευρώ και αντιπροσώπευσε το 57,6% του συνολικού οφέλους.
Ο υπολογισμός δεν περιορίστηκε στον μισθό ενός εργαζομένου. Χρησιμοποίησε την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και ενσωμάτωσε τις άμεσες, έμμεσες και επαγόμενες οικονομικές επιδράσεις.
Ένας εργαζόμενος που παραμένει ενεργός δεν παράγει αξία μόνο στη δική του επιχείρηση. Υποστηρίζει τις αλυσίδες προμηθευτών, καταναλώνει αγαθά και υπηρεσίες και δημιουργεί πρόσθετη δραστηριότητα στην οικονομία.
Η αθέατη αξία της μη αμειβόμενης εργασίας
Η μη αμειβόμενη εργασία αποτιμήθηκε σε 18,96 δισ. ευρώ, σχεδόν στο 29% του συνολικού οφέλους.
Η κατηγορία περιλαμβάνει την οικιακή εργασία, την άτυπη φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων ή ασθενών, τον εθελοντισμό και άλλες δραστηριότητες που δεν εμφανίζονται στο ΑΕΠ, αλλά διατηρούν την καθημερινή λειτουργία της κοινωνίας.
Η συγκεκριμένη διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία στις παθήσεις που αφορούν μεγαλύτερες ηλικίες. Ένας άνθρωπος μετά τη συνταξιοδότηση μπορεί να μη συμμετέχει πλέον στην αμειβόμενη εργασία, αλλά να προσφέρει σημαντική φροντίδα και υποστήριξη στην οικογένεια και στην κοινότητά του.
9,11 δισ. ευρώ από τις νοσηλείες που αποφεύχθηκαν
Οι εξοικονομήσεις από τα νοσοκομεία υπολογίστηκαν σε 9,11 δισ. ευρώ.
Το ποσό προέκυψε από τον πολλαπλασιασμό των εκτιμώμενων 20,9 εκατ. λιγότερων ημερών νοσηλείας με το κόστος ανά ημέρα σε κάθε χώρα, σε τιμές 2014.
Οι νοσοκομειακές εξοικονομήσεις αντιστοιχούν σε 0,78 ευρώ για κάθε ένα ευρώ πρόσθετης φαρμακευτικής δαπάνης. Με άλλα λόγια, στο σύνολο των 29 χωρών οι νοσηλείες που εκτιμάται ότι αποφεύχθηκαν δεν καλύπτουν από μόνες τους όλο το επιπλέον φαρμακευτικό κόστος.
Η εικόνα αλλάζει όταν προστεθούν τα οφέλη στην παραγωγικότητα. Τότε η συνολική απόδοση ανέρχεται στο 5,67.
Η ογκολογία στην πρώτη θέση της απόδοσης
Οι αντινεοπλασματικοί και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες εμφάνισαν τη μεγαλύτερη συνολική κοινωνικοοικονομική απόδοση.
Το όφελος της κατηγορίας L υπολογίστηκε σε 43,78 δισ. ευρώ, έναντι πρόσθετης δαπάνης 6,48 δισ. ευρώ. Το ROI διαμορφώθηκε σε 6,8.
Η κατηγορία του πεπτικού συστήματος και του μεταβολισμού παρήγαγε όφελος 14,48 δισ. ευρώ, έναντι δαπάνης 3,11 δισ. ευρώ, με ROI 4,7.
Οι αναπνευστικές θεραπείες συνδέθηκαν με όφελος 7,91 δισ. ευρώ και πρόσθετη δαπάνη 2,07 δισ. ευρώ, με ROI 3,8.
Η υψηλή απόδοση της ογκολογίας σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την αποτροπή πρόωρων θανάτων και τη διατήρηση παραγωγικών ετών ζωής.
Το αναπνευστικό εξοικονομεί περισσότερα από όσα κοστίζει στα νοσοκομεία
Όταν η ανάλυση περιορίζεται αποκλειστικά στις νοσοκομειακές εξοικονομήσεις, οι αναπνευστικές θεραπείες εμφανίζουν αναλογία περίπου 1,29.
Αυτό σημαίνει ότι οι μειωμένες ημέρες νοσηλείας υπολογίζεται πως εξοικονομούν 1,29 ευρώ για κάθε ένα ευρώ πρόσθετης φαρμακευτικής δαπάνης στην κατηγορία.
Αντίστοιχα, στην κατηγορία του πεπτικού και του μεταβολισμού οι νοσοκομειακές εξοικονομήσεις ξεπερνούν οριακά την πρόσθετη δαπάνη. Στην ογκολογία, αντίθετα, μεγάλο μέρος της αξίας προέρχεται από τα κερδισμένα έτη ζωής και όχι από τη μείωση των νοσηλειών.
Μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών
Όλες οι χώρες εμφάνισαν συνολικό ROI υψηλότερο της μονάδας.
Οι χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία, περίπου στο 3,4 και 3,5 αντίστοιχα. Ακόμη και εκεί, το μοντέλο εκτιμά ότι κάθε ένα ευρώ πρόσθετης δαπάνης συνδέθηκε με κοινωνικοοικονομικό όφελος άνω των τριών ευρώ.
Οι υψηλότεροι λόγοι καταγράφηκαν σε μικρότερες χώρες, όπως η Λιθουανία, η Εσθονία, η Λετονία και το Λουξεμβούργο.
Το υψηλό ROI δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι μια χώρα έχει το μεγαλύτερο συνολικό όφελος. Οι μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, παράγουν πολύ υψηλή απόλυτη αξία, αλλά ο λόγος προς την πρόσθετη δαπάνη μπορεί να είναι χαμηλότερος.
Η Ελλάδα εμφανίζει απόδοση 6 προς 1
Για την Ελλάδα, η μελέτη υπολογίζει συνολικό κοινωνικοοικονομικό όφελος 556,97 εκατ. ευρώ.
Από αυτό:
τα 311,47 εκατ. ευρώ προέρχονται από την αμειβόμενη εργασία, τα 118,95 εκατ. ευρώ από τη μη αμειβόμενη εργασία και τα 126,55 εκατ. ευρώ από τις νοσοκομειακές εξοικονομήσεις.
Η πρόσθετη φαρμακευτική δαπάνη υπολογίστηκε σε 93,11 εκατ. ευρώ και η συνολική απόδοση σε 6 προς 1.
Η Ελλάδα εμφανίζει επίσης νοσοκομειακό ROI 1,4. Σύμφωνα με το μοντέλο, οι εξοικονομήσεις στα νοσοκομεία υπερκαλύπτουν την πρόσθετη φαρμακευτική δαπάνη, ακόμη και πριν προστεθεί η αξία της παραγωγικότητας.
Η επίδοση τοποθετεί την Ελλάδα μεταξύ των χωρών όπου οι άμεσες νοσοκομειακές εξοικονομήσεις φθάνουν ή ξεπερνούν το κόστος της φαρμακευτικής καινοτομίας, μαζί με την Ολλανδία, τη Νορβηγία, το Λουξεμβούργο και την Αυστρία.
Η ελληνική υιοθέτηση νεότερων θεραπειών
Η αύξηση του ελληνικού drug vintage μεταξύ 2014 και 2022 υπολογίστηκε σε 2,43 έτη.
Η μεταβολή ήταν χαμηλότερη από εκείνη των περισσότερων χωρών της μελέτης. Μόνο η Ιταλία, η Σλοβακία, η Νορβηγία και η μητροπολιτική Γαλλία εμφάνισαν μικρότερη αύξηση.
Το 2024, ο σταθμισμένος μέσος δείκτης της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 1992,89. Η τιμή ήταν υψηλότερη από τον συνολικό σταθμισμένο μέσο όρο των 29 χωρών, ο οποίος βρισκόταν στο 1991,5.
Το εύρημα απαιτεί προσεκτική ανάγνωση. Η μικρότερη αύξηση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Ελλάδα διαθέτει παλαιότερα φάρμακα. Μπορεί να υποδηλώνει βραδύτερη υιοθέτηση, αλλά μπορεί επίσης να σχετίζεται με διαφορετικό σημείο εκκίνησης ή με τη σύνθεση των θεραπευτικών κατηγοριών.
Γιατί οι συγγραφείς θεωρούν την εκτίμηση συντηρητική
Η έκθεση υποστηρίζει ότι το πραγματικό όφελος μπορεί να είναι μεγαλύτερο για τρεις βασικούς λόγους.
Πρώτον, η δαπάνη βασίζεται σε ακαθάριστες τιμές και όχι στις καθαρές τιμές μετά τις εμπιστευτικές εκπτώσεις και επιστροφές. Εφόσον ο πραγματικός παρονομαστής είναι χαμηλότερος, το τελικό ROI θα μπορούσε να είναι υψηλότερο.
Δεύτερον, η μελέτη υπολογίζει την αξία από την αποφυγή πρόωρης θνησιμότητας, αλλά δεν περιλαμβάνει πλήρως την απώλεια παραγωγικότητας λόγω νοσηρότητας, όπως τις αναρρωτικές άδειες, τη μειωμένη απόδοση και την πρόωρη εγκατάλειψη της εργασίας.
Τρίτον, σημαντικό ποσοστό των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στις εξεταζόμενες νόσους δεν περιλαμβάνεται στις τρεις επιλεγμένες κατηγορίες ATC.
Το πρόβλημα των ελλιπών αντιστοιχίσεων
Η μελέτη αναφέρει ότι το 52% των φαρμάκων που ενδείκνυνται για κακοήθειες δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία L, το 62% των φαρμάκων για ενδοκρινικές, διατροφικές, μεταβολικές και πεπτικές νόσους δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία Α και το 72% των φαρμάκων για αναπνευστικές νόσους δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία R.
Οι συγγραφείς θεωρούν ότι αυτή η ατελής αντιστοίχιση αποδυναμώνει τη μετρημένη σχέση και οδηγεί σε χαμηλότερες εκτιμήσεις.
Ωστόσο, κάθε σφάλμα ταξινόμησης δεν κατευθύνεται υποχρεωτικά προς την ίδια πλευρά. Η υπόθεση ότι όλες οι ελλείψεις μειώνουν το αποτέλεσμα είναι εύλογη, αλλά δεν μπορεί να αποδειχθεί πλήρως χωρίς πρόσθετες αναλύσεις.
Η μελέτη δεν αποδεικνύει την αξία κάθε νέου φαρμάκου
Το σημαντικότερο όριο της έρευνας είναι ότι εξετάζει συνολικά φαρμακευτικά χαρτοφυλάκια και όχι μεμονωμένες θεραπείες.
Ένα νεότερο φάρμακο μπορεί να προσφέρει θεαματικό κλινικό όφελος. Ένα άλλο μπορεί να βελτιώνει οριακά τη θεραπεία ή να αφορά μια περιορισμένη ομάδα ασθενών.
Ο δείκτης drug vintage δεν αξιολογεί ξεχωριστά την κλινική αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια ή τη σχέση κόστους-οφέλους κάθε προϊόντος. Επομένως, το ROI 5,67 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ότι κάθε καινοτόμο φάρμακο πρέπει να αποζημιώνεται ανεξάρτητα από την τιμή του.
Δεν αντικαθιστά την αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας
Η μελέτη λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά προς την αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας.
Οι οργανισμοί HTA εξετάζουν τη συγκριτική αποτελεσματικότητα ενός συγκεκριμένου φαρμάκου, την ασφάλεια, την ποιότητα ζωής, το κόστος ανά QALY και τον δημοσιονομικό αντίκτυπο.
Το WifOR εξετάζει ένα διαφορετικό επίπεδο: τη μακροοικονομική σχέση ανάμεσα στην υιοθέτηση νεότερων φαρμάκων και στις εκβάσεις υγείας και παραγωγικότητας.
Το ουσιαστικό μήνυμα δεν είναι ότι πρέπει να αυξηθεί ανεξέλεγκτα η φαρμακευτική δαπάνη. Είναι ότι οι αποφάσεις δεν πρέπει να περιορίζονται μόνο στο άμεσο κόστος του φαρμάκου.
Η χρηματοδότηση από την EFPIA απαιτεί διαφάνεια
Η έκθεση εκπονήθηκε έπειτα από ανάθεση της EFPIA και το προοίμιό της υπηρετεί ξεκάθαρα την επιχειρηματολογία ότι η Ευρώπη πρέπει να βλέπει τη φαρμακευτική καινοτομία ως επένδυση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αποτελέσματα είναι λανθασμένα. Σημαίνει ότι χρειάζεται ανεξάρτητη επαλήθευση, πλήρης πρόσβαση στα δεδομένα και αναπαραγωγή της ανάλυσης από ακαδημαϊκούς ή δημόσιους φορείς.
Η βάση της IQVIA δεν είναι πλήρως ανοικτή, ενώ η έκθεση δεν δημοσιεύει τον πλήρη κώδικα και το σύνολο των πρωτογενών δεδομένων. Έτσι, ένας ανεξάρτητος ερευνητής δεν μπορεί να επαναλάβει κάθε υπολογισμό χωρίς πρόσβαση στις ίδιες εμπορικές βάσεις.
Η διαφορά ανάμεσα σε παρατηρησιακή σχέση και αιτιότητα
Το μοντέλο χρησιμοποιεί προηγμένες στατιστικές τεχνικές και ελέγχει πολλούς παράγοντες. Παραμένει, όμως, παρατηρησιακό.
Οι χώρες που υιοθετούν ταχύτερα νέα φάρμακα μπορεί παράλληλα να διαθέτουν καλύτερη πρωτοβάθμια περίθαλψη, πιο οργανωμένες υπηρεσίες, υψηλότερη χρηματοδότηση, έγκαιρη διάγνωση ή αποτελεσματικότερα προγράμματα πρόληψης.
Οι σταθερές επιδράσεις περιορίζουν σημαντικά αυτή τη σύγχυση, αλλά δεν μπορούν να αποκλείσουν κάθε παράγοντα που μεταβάλλεται ταυτόχρονα με την υιοθέτηση της καινοτομίας.
Για αυτό η διατύπωση «η καινοτομία συνδέθηκε με» είναι επιστημονικά ακριβέστερη από τη διατύπωση «η καινοτομία προκάλεσε».
Η σημασία για την ευρωπαϊκή πολιτική
Η μελέτη δημοσιεύεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αντιμετωπίζει τρεις παράλληλες πιέσεις: γήρανση του πληθυσμού, αύξηση των χρόνιων νοσημάτων και περιορισμένη δημοσιονομική δυνατότητα.
Παράλληλα, η EFPIA υποστηρίζει ότι το ευρωπαϊκό μερίδιο στις παγκόσμιες επενδύσεις φαρμακευτικής έρευνας και ανάπτυξης έχει μειωθεί, ενώ οι Ευρωπαίοι ασθενείς περιμένουν περισσότερο για την πρόσβαση σε νέες θεραπείες.
Η έκθεση επιχειρεί να συνδέσει τις δύο συζητήσεις. Υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση πρόσβασης δεν αποτελεί μόνο κλινικό πρόβλημα. Μπορεί να μετατρέπεται σε περισσότερες νοσηλείες, χαμένη παραγωγικότητα και πρόωρους θανάτους.
Τι αλλάζει στη δημοσιονομική λογική
Η παραδοσιακή κατάρτιση των προϋπολογισμών λειτουργεί σε ετήσιο ορίζοντα. Τα φάρμακα πληρώνονται σήμερα, ενώ τα οφέλη μπορεί να εμφανιστούν έπειτα από πέντε ή επτά χρόνια.
Η διαφορά αυτή δημιουργεί κίνητρο για βραχυπρόθεσμη συγκράτηση της δαπάνης, ακόμη και όταν μια θεραπεία μπορεί να μειώσει μελλοντικά το συνολικό κόστος.
Η μελέτη υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εξετάζουν πολυετείς ορίζοντες, να συνδέουν τις αποφάσεις αποζημίωσης με δεδομένα πραγματικού κόσμου και να καταγράφουν συστηματικά τις νοσηλείες και τις επιπλοκές που αποφεύγονται.
Η πρόκληση για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της χρόνιας υποχρηματοδότησης, των υψηλών υποχρεωτικών επιστροφών και της συχνής αντιμετώπισης του φαρμάκου ως μεταβλητής δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η εκτιμώμενη απόδοση 6 προς 1 προσφέρει ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ μιας ευρύτερης αποτίμησης της καινοτομίας. Δεν αρκεί, όμως, για να καθορίσει πολιτική από μόνη της.
Η Ελλάδα χρειάζεται ταχύτερη αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας, αποτελεσματικές διαπραγματεύσεις, συμφωνίες βάσει αποτελέσματος, ηλεκτρονικά μητρώα ασθενών και συστηματική συλλογή δεδομένων πραγματικού κόσμου.
Μόνο έτσι μπορεί να επιβεβαιώσει ποια φάρμακα μειώνουν πραγματικά τις νοσηλείες, ποια βελτιώνουν την επιβίωση και ποια δικαιολογούν το κόστος τους.
Το πραγματικό μήνυμα της μελέτης
Η έκθεση του WifOR δεν αποδεικνύει ότι κάθε νέα θεραπεία είναι αποδοτική. Αναδεικνύει, όμως, κάτι που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση: η υγεία παράγει οικονομική και κοινωνική αξία.
Ένα φάρμακο που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να ζήσει περισσότερο, να παραμείνει λειτουργικός και να αποφύγει το νοσοκομείο δεν αποτελεί μόνο δαπάνη. Μπορεί να μειώσει άλλα κόστη και να διατηρήσει παραγωγική δραστηριότητα, ακόμη και όταν αυτά τα οφέλη δεν εμφανίζονται στον ίδιο προϋπολογισμό.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να επιλεγεί ανάμεσα στην πρόσβαση και στη βιωσιμότητα. Είναι να δημιουργηθούν μηχανισμοί που ξεχωρίζουν την πραγματική καινοτομία, μετρούν τα αποτελέσματά της και αποζημιώνουν ανάλογα την αξία της.
Ένα ισχυρό εύρημα που χρειάζεται προσεκτική χρήση
Ο αριθμός 5,67 είναι επικοινωνιακά ισχυρός και εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό σύνθημα.
Η επιστημονικά υπεύθυνη ανάγνωση είναι πιο σύνθετη. Το αποτέλεσμα προκύπτει από ένα οικονομετρικό μοντέλο, καλύπτει τρεις θεραπευτικές περιοχές, χρησιμοποιεί χρονική υστέρηση επτά ετών και βασίζεται σε κοινωνική αποτίμηση της παραγωγικότητας.
Δεν αποτελεί ταμειακό κέρδος ούτε εγγύηση για κάθε νέα θεραπεία.
Αποτελεί, όμως, σοβαρή ένδειξη ότι η συστηματική και έγκαιρη υιοθέτηση αποτελεσματικών φαρμακευτικών καινοτομιών μπορεί να δημιουργεί αξία πολύ μεγαλύτερη από το άμεσο κόστος τους.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
EFPIA: Επιδεινώνεται η πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα στην ΕΕ
Νεότερα φάρμακα, λιγότερες νοσηλείες: Το νέο επιχείρημα για την πρόσβαση στην καινοτομία

