Μπροστά σε μια «τέλεια καταιγίδα» βρίσκεται το ελληνικό σύστημα υγείας, καθώς τα χρόνια μη μεταδοτικά νοσήματα αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 85% του συνολικού φορτίου νόσου στη χώρα, ενώ περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα ενήλικες δηλώνουν ότι ζουν με διαγνωσμένη χρόνια πάθηση.
- Γράφει ο Κοσμάς Ζακυνθινός

Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο στις μεγαλύτερες ηλικίες. Το 52% των πολιτών άνω των 65 ετών αναφέρει ότι πάσχει από τουλάχιστον δύο χρόνια νοσήματα, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την ίδια στιγμή, το ΕΣΥ εξακολουθεί να κατευθύνει μεγάλο μέρος των πόρων του στη νοσοκομειακή αντιμετώπιση της ήδη εγκατεστημένης νόσου και πολύ λιγότερο στην πρόληψη, στην πρωτοβάθμια φροντίδα, στην έγκαιρη διάγνωση και στη συνεχή διαχείριση των ασθενών.
Αυτή την εικόνα καταγράφει η έκθεση «Policy roadmaps for acting early on NCDs: Greece», η οποία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Partnership for Health System Sustainability and Resilience – PHSSR και παρουσιάζει έναν αναλυτικό οδικό χάρτη για την αντιμετώπιση των μη μεταδοτικών νοσημάτων στην Ελλάδα.
Το δίλημμα για το ΕΣΥ: Πρόληψη ή διαρκής διαχείριση της επιδείνωσης
Η έκθεση θέτει ένα σαφές πολιτικό και υγειονομικό δίλημμα: είτε η Ελλάδα θα οργανώσει το σύστημα γύρω από την πρόληψη και την πρώιμη παρέμβαση είτε θα συνεχίσει να διαθέτει ολοένα περισσότερους πόρους για την αντιμετώπιση επιπλοκών που θα μπορούσαν, σε αρκετές περιπτώσεις, να είχαν προληφθεί ή καθυστερήσει.
Οι ερευνητές περιγράφουν ένα σύστημα που σχεδιάστηκε κυρίως για επεισόδια οξείας νόσου, αλλά καλείται πλέον να ανταποκριθεί σε μια πραγματικότητα κυριαρχούμενη από χρόνιες παθήσεις, μακρόχρονη φροντίδα και ασθενείς με πολλαπλές ταυτόχρονες ανάγκες.
Καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνος, διαβήτης, χρόνια αναπνευστικά νοσήματα και χρόνια νεφρική νόσος αποτελούν τους βασικούς παράγοντες του αυξανόμενου φορτίου. Το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η ανθυγιεινή διατροφή και η σωματική αδράνεια επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Η έκθεση καλεί την Ελλάδα να εγκαταλείψει το αντιδραστικό μοντέλο και να περάσει σε ένα προληπτικό, αποκεντρωμένο, διεπιστημονικό και ολοκληρωμένο σύστημα φροντίδας, το οποίο θα παρεμβαίνει πριν η νόσος οδηγήσει σε αναπηρία, νοσηλεία ή πρόωρο θάνατο.
Πώς εκπονήθηκε η μελέτη
Την έκθεση υπογράφουν οι Κώστας Αθανασάκης, Παναγιώτα Ναούμ και Γιάννης Αγοραστός από το Εργαστήριο Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και ο Ηλίας Κυριόπουλος από το London School of Economics and Political Science.
Η ανάλυση στηρίχθηκε σε βιβλιογραφική έρευνα, δημόσια διαθέσιμα εθνικά και διεθνή δεδομένα, ερωτηματολόγια προς εμπλεκόμενους φορείς και συζητήσεις ομάδων εστίασης.
Στη διαδικασία συμμετείχαν επιστήμονες, ακαδημαϊκοί, εκπρόσωποι θεσμών και οργανώσεων ασθενών από διαφορετικά πεδία: καρδιολογία, νεφρολογία, ογκολογία, διαβήτη, πρωτοβάθμια φροντίδα, οικονομικά της υγείας, δημόσια υγεία και ψηφιακή υγεία.
Η έκθεση εξετάζει επτά βασικές περιοχές: την υγεία του πληθυσμού, τη διακυβέρνηση, την παροχή υπηρεσιών, τη χρηματοδότηση, το ανθρώπινο δυναμικό, την πρόσβαση σε φάρμακα και τεχνολογία και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.
Περισσότερα χρόνια ζωής, αλλά λιγότερα χρόνια καλής υγείας
Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα επανήλθε στα 80,8 έτη το 2022, προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, η διάρκεια ζωής δεν αποτυπώνει από μόνη της την ποιότητα της γήρανσης.
Στην ηλικία των 65 ετών, οι πολίτες στην Ελλάδα μπορούν να περιμένουν κατά μέσο όρο 8,8 επιπλέον χρόνια καλής υγείας, έναντι 9,1 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η απόσταση μπορεί αριθμητικά να φαίνεται μικρή, αποκτά όμως ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με τα υψηλά επίπεδα πολυνοσηρότητας.
Το 48% των ανδρών και το 56% των γυναικών άνω των 65 ετών δηλώνουν ότι έχουν τουλάχιστον δύο χρόνια νοσήματα. Τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ διαμορφώνονται στο 40% για τους άνδρες και στο 46% για τις γυναίκες.
Η πολυνοσηρότητα δεν απαιτεί απλώς περισσότερες ιατρικές επισκέψεις. Απαιτεί ενιαίο σχέδιο φροντίδας, συντονισμό διαφορετικών ειδικοτήτων, παρακολούθηση της φαρμακευτικής αγωγής και σύνδεση των υπηρεσιών υγείας με την κοινωνική φροντίδα.
Η χρόνια νεφρική νόσος ως υποτιμημένη απειλή
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για τη χρόνια νεφρική νόσο, την οποία η έκθεση περιγράφει ως μια αναδυόμενη και συχνά υποτιμημένη απειλή για τη δημόσια υγεία.
Το φορτίο της νόσου αυξήθηκε από 827 έτη ζωής με αναπηρία και πρόωρο θάνατο ανά 100.000 κατοίκους το 2014 σε 1.110 το 2021. Η ευρωπαϊκή μέση τιμή βρισκόταν στα 548.
Η Ελλάδα καταγράφει, επίσης, μία από τις υψηλότερες συχνότητες νεφρικής νόσου τελικού σταδίου μεταξύ των χωρών υψηλού εισοδήματος.
Οι συντάκτες συνδέουν την κατάσταση με την ανεπαρκή ρύθμιση παραγόντων κινδύνου που μπορούν να τροποποιηθούν, όπως η υπέρταση, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και το κάπνισμα.
Η έγκαιρη ανίχνευση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην πρωτοβάθμια φροντίδα θα μπορούσε να επιβραδύνει την εξέλιξη, να περιορίσει την ανάγκη αιμοκάθαρσης και να μειώσει ένα σημαντικό οικονομικό και ανθρώπινο βάρος.
Ένα στα τρία παιδιά με υπερβάλλον βάρος
Η έκθεση χαρακτηρίζει την παιδική παχυσαρκία μία από τις σημαντικότερες μελλοντικές απειλές για την υγεία του πληθυσμού.
Το 34% των παιδιών και εφήβων ηλικίας 5 έως 19 ετών καταγραφόταν ως υπέρβαρο το 2022, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 23,8%.
Το αυξημένο βάρος στην παιδική ηλικία συνδέεται με υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων και άλλων χρόνιων παθήσεων σε νεότερη ηλικία.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες επηρεάζουν έντονα τη διατροφή και τη δυνατότητα άσκησης. Παράλληλα, διαπιστώνουν κενά στην εφαρμογή πολιτικών για τα σχολικά κυλικεία και τη διατροφική εκπαίδευση.
Προτείνουν την ενσωμάτωση της αγωγής υγείας στο σχολείο, με προγράμματα υγιεινής διατροφής και τακτικής σωματικής δραστηριότητας, αλλά και την ενεργή συμμετοχή γονέων και κηδεμόνων.
Το κάπνισμα παραμένει επίμονο πρόβλημα
Παρότι τα ποσοστά καπνίσματος μειώθηκαν από 38,4% το 2015 σε 32,8% το 2022, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των χωρών με την υψηλότερη κατανάλωση καπνού στην ΕΕ.
Η έκθεση σημειώνει ότι το κάπνισμα παραμένει ο μεμονωμένος παράγοντας κινδύνου με τη μεγαλύτερη συμβολή στο συνολικό φορτίο νόσου.
Δεν αρκούν, σύμφωνα με τους ερευνητές, γενικές ενημερωτικές καμπάνιες. Η χώρα χρειάζεται στοχευμένες παρεμβάσεις ανά πληθυσμιακή ομάδα, ενίσχυση των υπηρεσιών διακοπής καπνίσματος, σταθερή εφαρμογή των περιορισμών και οικονομικά μέτρα που μειώνουν την κατανάλωση.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση επιβαρύνει καρδιά και πνεύμονες
Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες δεν αποτελούν ξεχωριστό ζήτημα από τα χρόνια νοσήματα.
Η μέση συγκέντρωση μικροσωματιδίων PM2.5 στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 15 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, επίπεδο τριπλάσιο από την κατευθυντήρια τιμή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, περίπου το 16% των θανάτων από εγκεφαλικό επεισόδιο και ισχαιμική καρδιοπάθεια στη χώρα συνδέεται με την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Η έκθεση ζητά να ενταχθούν η ποιότητα του αέρα, οι ακραίες θερμοκρασίες και οι υπόλοιποι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι στον βασικό σχεδιασμό της πολιτικής για τα χρόνια νοσήματα και όχι να αντιμετωπίζονται μόνο μέσα από έκτακτες οδηγίες τις ημέρες υψηλού κινδύνου.
Το σύστημα δαπανά περισσότερα όταν ο ασθενής έχει ήδη επιδεινωθεί
Ένα από τα κεντρικά ευρήματα αφορά την κατανομή των δαπανών.
Η νοσοκομειακή περίθαλψη απορροφά περισσότερο από το 40% της συνολικής δαπάνης υγείας, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 28%.
Οι δαπάνες πρόληψης παρέμεναν ιστορικά κάτω από το 2%. Αυξήθηκαν προσωρινά στο 4,5% κατά την πανδημία, αλλά υποχώρησαν στο 3,1% το 2023.
Η εικόνα αποκαλύπτει έναν μηχανισμό που επενδύει πολύ περισσότερο στην αντιμετώπιση της επιδείνωσης παρά στην αποτροπή της.
Οι συντάκτες ζητούν πολυετή, προστατευμένη χρηματοδότηση για τα εθνικά σχέδια πρόληψης, ώστε οι σχετικοί πόροι να μην περιορίζονται κάθε φορά που αλλάζουν οι δημοσιονομικές προτεραιότητες.
Το «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» ως μεγάλη ευκαιρία με ανοιχτά ερωτήματα
Η έκθεση αναγνωρίζει το εθνικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» ως μια από τις σημαντικότερες θετικές εξελίξεις.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2024, με προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, και καλύπτει δράσεις για την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού, του τραχήλου της μήτρας, του παχέος εντέρου και των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Η αποστολή ενός μηνύματος για προληπτική εξέταση, ωστόσο, αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα.
Η έκθεση εντοπίζει κενά στη διαδρομή που ακολουθεί ο πολίτης μετά από ένα θετικό ή ύποπτο αποτέλεσμα. Δεν υπάρχουν πάντοτε σαφώς καθορισμένα και συντονισμένα μονοπάτια για τις διαγνωστικές εξετάσεις, την παραπομπή στον κατάλληλο ειδικό και την έναρξη της θεραπείας.
Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερα στις αγροτικές, νησιωτικές και υποεξυπηρετούμενες περιοχές.
Οι ερευνητές ζητούν πλήρη αξιολόγηση του προγράμματος, μέτρηση της συμμετοχής ανά εισόδημα, περιοχή και κοινωνική ομάδα και διασύνδεση του screening με οργανωμένη συνέχεια της φροντίδας.
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης έχει προσωρινό χαρακτήρα. Χωρίς μόνιμη πηγή χρηματοδότησης, η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια πληθυσμιακού προσυμπτωματικού ελέγχου στην Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει τη συνέχεια που απαιτεί η πρόληψη.
Οι οικονομικές ανισότητες οδηγούν σε καθυστερημένη φροντίδα
Οι ανισότητες στην πρόσβαση αποτελούν ένα από τα πιο ανησυχητικά σημεία της έκθεσης.
Το 9% του πληθυσμού δηλώνει ότι δεν κάλυψε κάποια ιατρική ανάγκη λόγω κόστους, αναμονής ή γεωγραφικών εμποδίων, έναντι 2,2% στην ΕΕ.
Στο χαμηλότερο εισοδηματικό 20%, το ποσοστό όσων στερήθηκαν αναγκαία φροντίδα φτάνει το 23%. Στο υψηλότερο εισοδηματικό 20%, περιορίζεται στο 3,4%.
Η διαφορά αυτή συνιστά, σύμφωνα με την έκθεση, τη μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα ως προς τις ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών αντιστοιχούσαν στο 33% της συνολικής δαπάνης υγείας το 2021, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τους χρονίως πάσχοντες και τις οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα.
Οι καταστροφικές δαπάνες υγείας μεταξύ μεσήλικων και ηλικιωμένων πολιτών διαμορφώθηκαν στο 9,8% το 2022. Το βάρος πέφτει κυρίως στα φτωχότερα νοικοκυριά.
Λιγότερες συνολικές δαπάνες από την Ευρώπη
Η Ελλάδα δαπανά το 8,5% του ΑΕΠ για την υγεία, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 10,4%.
Η κατά κεφαλήν δαπάνη, σε όρους αγοραστικής δύναμης, διαμορφώθηκε στα 2.001 ευρώ το 2022, έναντι 3.533 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν πρόκειται μόνο για το συνολικό ύψος της χρηματοδότησης. Η έκθεση θέτει και το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο κατανέμονται και χρησιμοποιούνται οι πόροι.
Οι πληρωμές ανά πράξη στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη και το νοσοκομειακό σύστημα αποζημίωσης βάσει περιστατικών ευνοούν τον όγκο των υπηρεσιών και όχι απαραίτητα την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η εισαγωγή κινήτρων επίδοσης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, με σύνδεση της αμοιβής με την πρόληψη, τη συμμετοχή στους ελέγχους, τη ρύθμιση της νόσου και τα αποτελέσματα για τον ασθενή.
Πολλοί γιατροί, ελάχιστοι νοσηλευτές
Η Ελλάδα εμφανίζει μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις ως προς το ανθρώπινο δυναμικό.
Διαθέτει 6,6 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 4,2. Την ίδια στιγμή, διαθέτει μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 8,4 στην ΕΕ.
Ο αριθμός των γιατρών είναι υψηλός, αλλά η σύνθεση και η γεωγραφική τους κατανομή δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της χρόνιας φροντίδας.
Οι γενικοί γιατροί αποτελούν μόλις το 6% του ιατρικού δυναμικού, έναντι 21% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ειδικοί αντιστοιχούν στο 80% των γιατρών, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει το 67%.
Περισσότερο από το 60% των γιατρών συγκεντρώνεται στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, ενώ μόλις το 10% δραστηριοποιείται στις νησιωτικές περιοχές.
Η έκθεση ζητά ένα πολυετές εθνικό σχέδιο ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο θα προβλέπει τις ανάγκες βάσει της γήρανσης του πληθυσμού και του μελλοντικού φορτίου χρόνιων νοσημάτων.
Προτείνει, επίσης, οικονομικά και στεγαστικά κίνητρα για τις απομακρυσμένες περιοχές, επαγγελματικές ευκαιρίες εξέλιξης και διεπιστημονικές ομάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Οι ΚΟΜΥ και η τηλεϊατρική μπορούν να μειώσουν τις γεωγραφικές ανισότητες
Σε 15 από τις 52 περιφερειακές ενότητες, λιγότεροι από τους μισούς κατοίκους ζουν σε απόσταση έως 15 λεπτών από νοσοκομείο.
Η έκθεση προτείνει την αξιοποίηση των Κινητών Ομάδων Υγείας για την κάλυψη απομακρυσμένων και υποεξυπηρετούμενων περιοχών, με σαφείς δείκτες επίδοσης και ετήσια δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων.
Παράλληλα, ζητά την πανελλαδική επέκταση του Εθνικού Δικτύου Τηλεϊατρικής, ώστε οι κάτοικοι νησιωτικών και ορεινών περιοχών να αποκτήσουν σταθερότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες πρόληψης, διάγνωσης και παρακολούθησης.
Η τεχνολογία, πάντως, δεν αρκεί χωρίς εκπαιδευμένο προσωπικό, αξιόπιστη υποδομή και σαφές πλαίσιο χρηματοδότησης.
Ελλιπή δεδομένα για την ποιότητα της φροντίδας
Ένα επαναλαμβανόμενο εύρημα σε όλη την έκθεση αφορά την απουσία συστηματικών και δημόσια διαθέσιμων δεδομένων.
Η Ελλάδα δεν δημοσιοποιεί σταθερά βασικούς δείκτες, όπως:
- το στάδιο στο οποίο διαγιγνώσκεται ένας καρκίνος,
- τον χρόνο αναμονής για κρίσιμες διαγνωστικές εξετάσεις,
- τη θνητότητα 30 ημερών μετά από έμφραγμα ή εγκεφαλικό,
- τις επανεισαγωγές ασθενών με χρόνια νοσήματα,
- τις διαφορές στα αποτελέσματα μεταξύ νοσοκομείων και περιοχών.
Χωρίς αυτές τις πληροφορίες, οι υπεύθυνοι πολιτικής δεν μπορούν να γνωρίζουν με ακρίβεια πού αποτυγχάνει το σύστημα και ποιες παρεμβάσεις αποδίδουν.
Η έκθεση προτείνει τη σύσταση εθνικής επιτροπής ή αρχής, σε συνεργασία με την ΕΛΣΤΑΤ, για την εναρμόνιση, τη διαθεσιμότητα και τη διαλειτουργικότητα των δεδομένων.
Ζητά, επίσης, την επέκταση του Εθνικού Μητρώου Νεοπλασιών και σε άλλα μεγάλα χρόνια νοσήματα, με δυνατότητα καταγραφής της πολυνοσηρότητας.
Από τη διαβούλευση στη θεσμική συμμετοχή των ασθενών
Η νομοθεσία αναγνωρίζει από το 2022 τις οργανώσεις ασθενών ως συνομιλητές της Πολιτείας, αλλά η έκθεση διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ακόμη σαφής και σταθερός μηχανισμός συμμετοχής τους.
Η συμβολή επιστημονικών εταιρειών, ειδικών και ασθενών στη χάραξη πολιτικής εξαρτάται συχνά από περιστασιακές προσκλήσεις και όχι από μια προβλεπόμενη θεσμική διαδικασία.
Οι ερευνητές προτείνουν γραπτό πλαίσιο που θα καθορίζει πότε, πώς και με ποια βαρύτητα συμμετέχουν οι οργανώσεις ασθενών στη διαμόρφωση και στην αξιολόγηση των πολιτικών.
Ζητούν, επίσης, κάθε εθνικό σχέδιο για τα χρόνια νοσήματα να περιλαμβάνει σαφείς στόχους, μετρήσιμους δείκτες, χρονοδιάγραμμα, υπεύθυνους εφαρμογής και μηχανισμούς λογοδοσίας.
Καθυστέρηση στην πρόσβαση σε νέα φάρμακα
Η έκθεση διαπιστώνει βραδύτερη τυπική πρόσβαση της Ελλάδας στις νέες θεραπείες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Από τα 173 φάρμακα που εγκρίθηκαν στην Ευρώπη την περίοδο 2020-2023, τα 75 ή το 43% ήταν διαθέσιμα στην Ελλάδα. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανερχόταν σε 80 φάρμακα ή 46%.
Στην ογκολογία, ο μέσος χρόνος από την ευρωπαϊκή έγκριση μέχρι τη δημόσια αποζημίωση υπολογίζεται σε 657 ημέρες, έναντι 586 ημερών στην ΕΕ.
Η έκθεση συνδέει τις καθυστερήσεις με τον κανόνα 5/11, τις χαμηλότερες τιμές που προκύπτουν από την εξωτερική αναφορά τιμών και τις υψηλές υποχρεωτικές επιστροφές.
Προτείνει την ενίσχυση της δυνατότητας της χώρας να φιλοξενεί κλινικές μελέτες, ώστε οι ασθενείς να αποκτούν πρώιμη πρόσβαση σε θεραπείες που δεν έχουν ακόμη ενταχθεί στην κανονική διαδικασία αποζημίωσης.
Υψηλή τεχνολογική διαθεσιμότητα, άγνωστη αξιοποίηση
Η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τη διαθεσιμότητα αξονικών τομογράφων, μαγνητικών τομογράφων και συστημάτων PET ανά πληθυσμό.
Η υψηλή πυκνότητα εξοπλισμού, όμως, δεν δείχνει από μόνη της εάν οι πολίτες εξυπηρετούνται έγκαιρα και ισότιμα.
Δεν υπάρχουν συστηματικά δεδομένα για τη χρήση των μηχανημάτων, τους χρόνους αναμονής, τη γεωγραφική κατανομή ή πιθανή υποαξιοποίηση.
Η έκθεση ζητά ένα πλαίσιο αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας που θα καλύπτει, εκτός από τα φάρμακα, τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, τα διαγνωστικά μέσα, τις ψηφιακές εφαρμογές και τα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η ψηφιακή μετάβαση ως μεγάλη ευκαιρία
Η Ελλάδα έχει επενδύσει περισσότερα από 250 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης στην ψηφιακή υγεία.
Στις βασικές παρεμβάσεις περιλαμβάνονται ο νέος ηλεκτρονικός φάκελος υγείας, η εφαρμογή MyHealth, η ψηφιακή διαχείριση της ογκολογικής φροντίδας, η αναβάθμιση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και η επέκταση των υποδομών στα σημεία παροχής υπηρεσιών.
Η έκθεση αναφέρεται και στην ανάπτυξη εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως ο ψηφιακός βοηθός για γιατρούς, καθώς και στη δημιουργία του Pharos AI Factory.
Προτείνει να αξιοποιηθούν τα εργαστηριακά δεδομένα και οι πληροφορίες για τους παράγοντες κινδύνου, ώστε το MyHealth και τα ψηφιακά εργαλεία να υποστηρίζουν την έγκαιρη αναγνώριση πολιτών που κινδυνεύουν να εμφανίσουν χρόνιο νόσημα.
Η ψηφιακή μετάβαση, όμως, χρειάζεται αξιολόγηση, διαλειτουργικότητα, προστασία των δεδομένων και εκπαίδευση επαγγελματιών και πολιτών.
Η κλιματική κρίση ως κρίση χρόνιων νοσημάτων
Η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη κατά κεφαλήν θνησιμότητα που σχετίζεται με τη ζέστη στην Ευρώπη.
Οι ετήσιοι θάνατοι που συνδέονται με τη θερμότητα στους πολίτες άνω των 65 ετών αυξήθηκαν κατά 138,5%, όταν συγκρίνονται οι περίοδοι 1990-1999 και 2014-2023.
Στο δυσμενέστερο κλιματικό σενάριο, η θνησιμότητα από τη ζέστη μπορεί να φτάσει στο τέλος του αιώνα τους 175,4 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, έναντι ευρωπαϊκής εκτίμησης 84,3.
Οι καύσωνες, οι πυρκαγιές, η ρύπανση και οι φυσικές καταστροφές αυξάνουν τις παροξύνσεις καρδιαγγειακών και αναπνευστικών νοσημάτων και μπορούν να διακόψουν την πρόσβαση σε φάρμακα, οξυγόνο, αιμοκάθαρση και άλλες κρίσιμες υπηρεσίες.
Η έκθεση ζητά ειδικό εθνικό σχέδιο για την επίδραση της κλιματικής αλλαγής στα χρόνια νοσήματα και ανθεκτικές διαδρομές φροντίδας που θα διασφαλίζουν τη συνέχεια των υπηρεσιών σε περιόδους κρίσης.
Και το ίδιο το σύστημα υγείας επιβαρύνει το περιβάλλον
Το αποτύπωμα του ελληνικού συστήματος υγείας εκτιμάται στο 3,7% των εθνικών εκπομπών άνθρακα.
Τα νοσοκομεία δαπανούν τουλάχιστον το 4% και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έως το 7% του ετήσιου προϋπολογισμού τους για ενέργεια.
Παρότι πραγματοποιούνται ενεργειακές αναβαθμίσεις με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή των εκπομπών, των αποβλήτων και της κατανάλωσης πόρων που συνδέονται με τις υπηρεσίες υγείας.
Οι συντάκτες ζητούν να ενταχθεί η περιβαλλοντική διάσταση σε κάθε στάδιο της υγειονομικής πολιτικής και να υιοθετηθεί η προσέγγιση «Υγεία σε όλες τις πολιτικές», με συνεργασία των τομέων υγείας, μεταφορών, γεωργίας και ενέργειας.
Οι βασικές μεταρρυθμίσεις που προτείνει ο οδικός χάρτης
Η έκθεση δεν ζητά μία μεμονωμένη αλλαγή, αλλά μια συνολική αναδιοργάνωση του τρόπου με τον οποίο η χώρα αντιμετωπίζει τα χρόνια νοσήματα.
Στον πυρήνα των προτάσεων βρίσκονται:
- η μόνιμη χρηματοδότηση του «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» και η σύνδεση του screening με διάγνωση και θεραπεία,
- η ανάπτυξη ισχυρής πρωτοβάθμιας και κοινοτικής φροντίδας,
- η επέκταση των εθνικών μητρώων και η αξιοποίηση διαλειτουργικών δεδομένων,
- η διεπιστημονική διαχείριση των ασθενών με πολυνοσηρότητα,
- η ανακατανομή του ανθρώπινου δυναμικού προς την περιφέρεια,
- η εισαγωγή κινήτρων που ανταμείβουν τα αποτελέσματα και όχι απλώς τον αριθμό των πράξεων,
- η ενίσχυση της τηλεϊατρικής και της ψηφιακής παρακολούθησης,
- η αξιολόγηση φαρμάκων, ιατροτεχνολογικών προϊόντων και ψηφιακών τεχνολογιών,
- η ενσωμάτωση της κλιματικής προσαρμογής στην πολιτική υγείας.
Το παράθυρο ευκαιρίας δεν θα μείνει ανοιχτό για πάντα
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη σημαντικά εργαλεία: ένα καθολικό ΕΣΥ, τον Εθνικό Ηλεκτρονικό Φάκελο Υγείας, το MyHealth, το νέο Εθνικό Μητρώο Νεοπλασιών, το πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» και μεταρρυθμίσεις για τον προσωπικό γιατρό, την ψηφιακή υγεία και την κατανομή του προσωπικού.
Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με την έκθεση, δεν βρίσκεται στην απουσία πρωτοβουλιών, αλλά στο χάσμα ανάμεσα στην εξαγγελία, την εφαρμογή, την αξιολόγηση και τη διατήρησή τους στον χρόνο.
Πολλές από τις αλλαγές στηρίζονται σε προσωρινούς ευρωπαϊκούς πόρους. Χωρίς ένταξη στον τακτικό σχεδιασμό και χωρίς μηχανισμούς λογοδοσίας, κινδυνεύουν να παραμείνουν αποσπασματικές.
Η γήρανση του πληθυσμού, η παιδική παχυσαρκία, το κάπνισμα, η πολυνοσηρότητα και η κλιματική κρίση δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο αναβολής.
Το τελικό μήνυμα της έκθεσης είναι σαφές: η πρόληψη και η πρώιμη παρέμβαση δεν αποτελούν πρόσθετες δαπάνες που μπορεί να μετατεθούν. Αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα του ΕΣΥ, την οικονομική προστασία των νοικοκυριών και την αύξηση των χρόνων ζωής που οι πολίτες θα περνούν με καλή υγεία.
Πηγή: «Policy roadmaps for acting early on NCDs: Greece», Partnership for Health System Sustainability and Resilience, Μάιος 2026.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
ΕΣΥ: Επίδομα 2.100 ευρώ στους γιατρούς που μετακινούνται στα νησιά
ΕΣΥ: Έως 2.100 ευρώ επιπλέον για γιατρούς που μετακινούνται στα νησιά

