Δύο νέοι πειραματικοί αναστολείς του KRAS παρουσίασαν ενθαρρυντική αντικαρκινική δράση σε ασθενείς με προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Τα πρώιμα δεδομένα για το elisrasib και το zoldonrasib ενισχύουν τις προσδοκίες για αποτελεσματικότερες και περισσότερο εξατομικευμένες θεραπευτικές επιλογές.

Σημαντικές εξελίξεις στη στοχευμένη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, γνωστού και ως NSCLC, παρουσιάστηκαν στο Ετήσιο Συνέδριο της American Association for Cancer Research, AACR 2026.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα πρώτα κλινικά αποτελέσματα δύο αναστολέων KRAS νέας γενιάς. Πρόκειται για το elisrasib, το οποίο στοχεύει τη μετάλλαξη KRAS G12C, και το zoldonrasib, που αναπτύσσεται για όγκους με μετάλλαξη KRAS G12D.
Το ετήσιο συνέδριο της AACR πραγματοποιήθηκε από τις 17 έως τις 22 Απριλίου 2026 στο Σαν Ντιέγκο. Τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν δείχνουν ότι η μοριακά καθοδηγούμενη θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα διευρύνεται, με στόχο τόσο την αντιμετώπιση της αντοχής όσο και την κάλυψη μεταλλάξεων για τις οποίες δεν υπάρχουν ακόμη εγκεκριμένες στοχευμένες θεραπείες.
Γιατί το KRAS αποτελεί κρίσιμο θεραπευτικό στόχο
Οι μεταλλάξεις στο γονίδιο KRAS συγκαταλέγονται στις συχνότερες ογκογόνες γενετικές αλλοιώσεις στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.
Όπως επισημαίνουν οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ Μαρία Καπαρέλου, παθολόγος-ογκολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής, Ογκολογίας και Αιματολογίας, οι μεταλλάξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη κλινική σημασία.
Οι πρώτοι αναστολείς της μετάλλαξης KRAS G12C, όπως το sotorasib και το adagrasib, άλλαξαν το θεραπευτικό τοπίο για συγκεκριμένες ομάδες ασθενών. Ωστόσο, η ανάπτυξη επίκτητης αντοχής και η περιορισμένη διάρκεια της ανταπόκρισης παραμένουν σημαντικές προκλήσεις.
Παράλληλα, η μετάλλαξη KRAS G12D εντοπίζεται περίπου στο 4% των περιπτώσεων NSCLC. Για αυτή την ομάδα ασθενών δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένη θεραπεία που να στοχεύει ειδικά το μονοπάτι RAS.
Elisrasib: Ισχυρότερη αναστολή της KRAS G12C
Το elisrasib, γνωστό και ως D3S-001, αποτελεί αναστολέα νέας γενιάς της KRAS G12C.
Το φάρμακο έχει σχεδιαστεί ώστε να συνδέεται ταχύτερα και ισχυρότερα με τη μεταλλαγμένη πρωτεΐνη. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται σταθερότερη αναστολή του ογκογόνου μονοπατιού και περιορισμός της επανενεργοποίησης των σημάτων που μπορεί να οδηγήσουν σε θεραπευτική αντοχή.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του αξιολογούνται σε διεθνή κλινική μελέτη φάσης I/II, στην οποία συμμετέχουν ασθενείς με τοπικά προχωρημένους ή μεταστατικούς συμπαγείς όγκους που φέρουν τη μετάλλαξη KRAS G12C.
Στη νεότερη ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 165 ασθενείς με προχωρημένο NSCLC, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως ανοσοθεραπεία ή χημειοθεραπεία. Ορισμένοι είχαν επίσης εμφανίσει εξέλιξη της νόσου έπειτα από θεραπεία με παλαιότερο αναστολέα KRAS G12C.
Ανταπόκριση σχεδόν στο 59% των ασθενών
Στους ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως άλλο αναστολέα KRAS G12C, το elisrasib πέτυχε ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 58,8% στη συνιστώμενη δόση των 600 mg.
Το ποσοστό ελέγχου της νόσου έφτασε το 98,5%, ενώ καταγράφηκε και μία πλήρης ανταπόκριση. Η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ανήλθε στους 12,2 μήνες.
Παράλληλα, η διάμεση διάρκεια της ανταπόκρισης έφτασε τους 16,5 μήνες. Το ποσοστό συνολικής επιβίωσης στους 12 μήνες διαμορφώθηκε στο 72%.
Τα αποτελέσματα αυτά θεωρούνται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, αν και προέρχονται από μη τυχαιοποιημένη μελέτη πρώιμης φάσης και χρειάζονται επιβεβαίωση σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών.
Δράση και μετά την ανάπτυξη αντοχής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δραστικότητα του elisrasib σε ασθενείς των οποίων η νόσος είχε ήδη εξελιχθεί μετά τη χορήγηση προηγούμενου αναστολέα KRAS G12C.
Σε αυτή την ομάδα, το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης έφτασε το 32,3%, ενώ έλεγχος της νόσου επιτεύχθηκε στο 83,9% των ασθενών.
Η διάμεση επιβίωση χωρίς πρόοδο της νόσου διαμορφώθηκε στους 8,1 μήνες και η διάμεση διάρκεια της ανταπόκρισης στους 15,6 μήνες.
Επιπλέον, παρατηρήθηκε συρρίκνωση όγκων σε ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει πιθανή κλινική δραστικότητα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, χωρίς ωστόσο να αποτελεί ακόμη οριστική απόδειξη αποτελεσματικότητας σε αυτή την ιδιαίτερα δύσκολη ομάδα ασθενών.
Ο ρόλος του κυκλοφορούντος καρκινικού DNA
Η μελέτη αξιολόγησε επίσης τις μεταβολές στο κυκλοφορούν καρκινικό DNA, γνωστό ως ctDNA.
Μοριακή ανταπόκριση, δηλαδή μείωση του μεταλλαγμένου KRAS G12C ctDNA κατά τουλάχιστον 90%, καταγράφηκε στο 93% των ασθενών που δεν είχαν λάβει προηγούμενο αναστολέα και στο 80% όσων είχαν εμφανίσει αντοχή σε παλαιότερη θεραπεία.
Η σημαντική μείωση του ctDNA συνδέθηκε με την αντικαρκινική δραστικότητα του φαρμάκου. Τα ευρήματα ενισχύουν την προοπτική χρήσης του συγκεκριμένου βιοδείκτη για την έγκαιρη παρακολούθηση της ανταπόκρισης και της εμφάνισης αντοχής.
Zoldonrasib: Στόχευση της ενεργού KRAS G12D
Ενθαρρυντικά ήταν και τα κλινικά δεδομένα για το zoldonrasib, γνωστό και ως RMC-9805.
Πρόκειται για έναν από του στόματος, εκλεκτικό αναστολέα της ενεργού μορφής RAS(ON) G12D. Το φάρμακο σχηματίζει ένα τριπλό σύμπλοκο με την πρωτεΐνη KRAS, εμποδίζοντάς την να ενεργοποιήσει μόρια που συμμετέχουν στην επιβίωση και στον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων.
Η ανάπτυξη του zoldonrasib έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει εγκριθεί στοχευμένη θεραπεία για το NSCLC με μετάλλαξη KRAS G12D.
Έλεγχος της νόσου στο 93% των συμμετεχόντων
Η κλινική αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε σε 27 ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως ανοσοθεραπεία με αναστολείς σημείων ελέγχου και χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα.
Στη συνιστώμενη δόση των 1.200 mg ημερησίως, το zoldonrasib πέτυχε επιβεβαιωμένο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 52%.
Το ποσοστό ελέγχου της νόσου έφτασε το 93%, ενώ η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ανήλθε στους 11,1 μήνες.
Η διάμεση συνολική επιβίωση δεν είχε ακόμη επιτευχθεί κατά τον χρόνο της ανάλυσης. Ωστόσο, το ποσοστό συνολικής επιβίωσης στους 12 μήνες διαμορφώθηκε στο 73%.
Σημαντική μείωση του KRAS G12D ctDNA
Μεταλλαγμένο KRAS G12D ctDNA εντοπίστηκε πριν από τη θεραπεία σε 15 ασθενείς. Μετά τη χορήγηση του zoldonrasib, το 87% παρουσίασε σημαντική μείωσή του.
Το εύρημα υποδηλώνει ότι το φάρμακο αναστέλλει αποτελεσματικά τον μοριακό στόχο του. Παράλληλα, προσφέρει πρόσθετη βιολογική υποστήριξη στα κλινικά αποτελέσματα που καταγράφηκαν στις απεικονιστικές εξετάσεις.
Διαχειρίσιμο προφίλ ασφάλειας
Το προφίλ ασφάλειας και των δύο φαρμάκων χαρακτηρίστηκε διαχειρίσιμο στις πρώιμες μελέτες.
Για το elisrasib, ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη θεραπεία βαθμού 3 ή υψηλότερου καταγράφηκαν στο 11,5% των ασθενών.
Στη μελέτη του zoldonrasib δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 4 ή 5 που να σχετίζονται με τη θεραπεία. Το 13% των ασθενών παρουσίασε συμβάματα βαθμού 3, στα οποία περιλαμβάνονταν η διάρροια και η αναιμία.
Η θεραπεία με zoldonrasib διακόπηκε οριστικά λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών στο 5% των συμμετεχόντων, ενώ μείωση της δόσης χρειάστηκε στο 3%.
Τα σχετικά χαμηλά ποσοστά σοβαρών τοξικοτήτων δημιουργούν προοπτικές για μελλοντική αξιολόγηση των φαρμάκων τόσο ως μονοθεραπεία όσο και σε συνδυασμούς με ανοσοθεραπεία, χημειοθεραπεία ή άλλους στοχευμένους παράγοντες.
Γιατί απαιτείται συγκρατημένη αισιοδοξία
Παρά τα θετικά μηνύματα, τα αποτελέσματα προέρχονται από πρώιμες, μονού σκέλους κλινικές μελέτες με σχετικά μικρό αριθμό ασθενών.
Οι μελέτες αυτές σχεδιάστηκαν κυρίως για να αξιολογήσουν την ασφάλεια, τη δοσολογία και τα πρώτα σήματα αποτελεσματικότητας. Δεν μπορούν, επομένως, να αποδείξουν ακόμη ότι οι νέοι αναστολείς υπερτερούν των σημερινών θεραπευτικών επιλογών.
Θα απαιτηθούν μεγαλύτερες και τυχαιοποιημένες μελέτες, μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης και πληρέστερα στοιχεία συνολικής επιβίωσης.
Εφόσον τα δεδομένα επιβεβαιωθούν, το elisrasib και το zoldonrasib θα μπορούσαν να διευρύνουν ουσιαστικά τις θεραπευτικές επιλογές για ασθενείς με KRAS-μεταλλαγμένο NSCLC.
Προς μια περισσότερο εξατομικευμένη θεραπεία
Η δυνατότητα αντιμετώπισης της επίκτητης αντοχής, η πιθανή δράση σε εγκεφαλικές μεταστάσεις και η ανάπτυξη θεραπείας για τη μετάλλαξη KRAS G12D αποτελούν σημαντικά βήματα προς την περαιτέρω εξατομίκευση της ογκολογικής φροντίδας.
Τα ευρήματα του AACR 2026 δείχνουν ότι η στοχευμένη αναστολή του KRAS συνεχίζει να εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό.
Ωστόσο, οι νέες θεραπείες παραμένουν υπό κλινική διερεύνηση και δεν έχουν ακόμη λάβει έγκριση για ευρεία χρήση στις συγκεκριμένες ενδείξεις.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Εισπνεόμενη βιταμίνη D: Ελπίδα για χρόνιες πνευμονοπάθειες;
Καρκίνος πνεύμονα: Η Akeso ενισχύει τη θέση του ivonescimab

