Μια σημαντική αλλαγή στον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του παχέος εντέρου φέρνουν οι επικαιροποιημένες οδηγίες της American Cancer Society, οι οποίες εντάσσουν για πρώτη φορά τις αιματολογικές εξετάσεις στις διαθέσιμες επιλογές. Ωστόσο, τα τεστ αίματος δεν θεωρούνται ακόμη προτιμώμενη μέθοδος και δεν υποκαθιστούν την κολονοσκόπηση ή τις καθιερωμένες εξετάσεις κοπράνων.

Μια νέα εποχή στον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του παχέος εντέρου εγκαινιάζουν οι επικαιροποιημένες κατευθυντήριες οδηγίες της American Cancer Society (ACS), οι οποίες για πρώτη φορά εντάσσουν τα αιματολογικά τεστ μεταξύ των διαθέσιμων επιλογών screening.
Η αλλαγή αντανακλά τη γρήγορη πρόοδο της μοριακής διάγνωσης και την εμφάνιση εξετάσεων που αναζητούν στο αίμα βιολογικά ίχνη ενός αναπτυσσόμενου όγκου. Παράλληλα, όμως, η ACS τοποθετεί σαφή όρια στη χρήση τους: τα αιματολογικά τεστ δεν αποτελούν σήμερα προτιμώμενη επιλογή έναντι της κολονοσκόπησης και των καθιερωμένων εξετάσεων κοπράνων.
Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ. Μαρία Καπαρέλου, Παθολόγος – Ογκολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής και τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, επισημαίνουν τη σημασία των νέων δεδομένων για την πρόληψη μιας από τις συχνότερες κακοήθειες.
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου μπορεί σε μεγάλο βαθμό να προληφθεί
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου παραμένει μία από τις σημαντικότερες αιτίες νοσηρότητας και θνητότητας από καρκίνο διεθνώς.
Η ιδιαιτερότητα της νόσου είναι ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν στοχεύει μόνο στο να εντοπίσει έναν καρκίνο νωρίτερα.
Μπορεί να αποτρέψει ακόμη και την εμφάνισή του, μέσω της αναγνώρισης και αφαίρεσης προκαρκινικών πολυπόδων πριν αυτοί εξελιχθούν σε κακοήθεια.
Παράλληλα, όταν ο καρκίνος εντοπιστεί σε πρώιμο στάδιο, οι πιθανότητες επιτυχούς αντιμετώπισης είναι πολύ υψηλότερες. Η ACS αναφέρει ότι στις ΗΠΑ η πενταετής επιβίωση όταν η νόσος διαγνωστεί σε πρώιμο στάδιο ξεπερνά το 90%.
Το screening εξακολουθεί να ξεκινά στα 45 έτη
Η νέα οδηγία δεν αλλάζει το ηλικιακό όριο έναρξης του προσυμπτωματικού ελέγχου.
Η American Cancer Society εξακολουθεί να συστήνει σε άτομα μέσου κινδύνου να ξεκινούν τακτικό screening από την ηλικία των 45 ετών.
Για ανθρώπους σε καλή γενική κατάσταση και με προσδόκιμο ζωής μεγαλύτερο από 10 χρόνια, ο τακτικός έλεγχος συστήνεται έως τα 75 έτη.
Μεταξύ 76 και 85 ετών, η απόφαση πρέπει να εξατομικεύεται, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση υγείας, το προσδόκιμο επιβίωσης, τις προτιμήσεις του ανθρώπου και το προηγούμενο ιστορικό screening. Μετά τα 85 έτη, η ACS δεν συστήνει συνέχιση του τακτικού προσυμπτωματικού ελέγχου.
Ποιες εξετάσεις παραμένουν οι προτιμώμενες επιλογές
Η σημαντικότερη διευκρίνιση των νέων οδηγιών είναι ότι η είσοδος των αιματολογικών τεστ δεν ανατρέπει την ιεράρχηση των καθιερωμένων μεθόδων.
Στις προτιμώμενες επιλογές παραμένουν οι εξετάσεις κοπράνων υψηλής ευαισθησίας και οι άμεσες απεικονιστικές εξετάσεις του παχέος εντέρου.
Η ACS συστήνει:
- FIT υψηλής ευαισθησίας κάθε χρόνο,
- gFOBT υψηλής ευαισθησίας κάθε χρόνο,
- πολυστοχευμένο DNA κοπράνων κάθε τρία χρόνια,
- πολυστοχευμένο RNA κοπράνων κάθε τρία χρόνια,
- κολονοσκόπηση κάθε 10 χρόνια,
- αξονική κολονογραφία κάθε πέντε χρόνια,
- σιγμοειδοσκόπηση κάθε πέντε χρόνια.
Η κολονοσκόπηση διατηρεί ιδιαίτερη θέση, καθώς επιτρέπει όχι μόνο την άμεση απεικόνιση του παχέος εντέρου αλλά και την αφαίρεση ύποπτων ή προκαρκινικών πολυπόδων στην ίδια διαδικασία.
Τι ακριβώς ανιχνεύουν οι νέες εξετάσεις αίματος
Τα νέα αιματολογικά τεστ βασίζονται στην ανίχνευση κυκλοφορούντος ελεύθερου DNA (cell-free DNA, cfDNA) και μοριακών αλλαγών που σχετίζονται με τον καρκίνο.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται πρότυπα μεθυλίωσης του DNA, μεταλλάξεις ή άλλες επιγενετικές και γονιδιωματικές υπογραφές.
Καρκινικά κύτταρα μπορούν να απελευθερώνουν μικροσκοπικά τμήματα γενετικού υλικού στην κυκλοφορία. Τα τεστ επιχειρούν να εντοπίσουν αυτά τα σήματα μέσα σε ένα απλό δείγμα αίματος.
Η ιδέα είναι ελκυστική: μια συνηθισμένη αιμοληψία μπορεί να πραγματοποιηθεί εύκολα, χωρίς προετοιμασία εντέρου, χωρίς καταστολή και χωρίς συλλογή δείγματος κοπράνων.
Shield: Το πρώτο αιματολογικό τεστ που ενέκρινε ο FDA
Τον Ιούλιο του 2024 ο FDA ενέκρινε το Shield της Guardant Health για screening ατόμων ηλικίας 45 ετών και άνω που βρίσκονται σε μέσο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου.
Το Shield αναλύει ελεύθερο DNA στο πλάσμα και αναζητά μοριακές μεταβολές που σχετίζονται με τον καρκίνο.
Στη βασική κλινική μελέτη, το τεστ ανίχνευσε συνολικά περίπου 83% των καρκίνων του παχέος εντέρου. Ωστόσο, η απόδοσή του ήταν σαφώς χαμηλότερη στα πρώιμα στάδια: ο FDA αναφέρει περιορισμένη ευαισθησία για καρκίνο σταδίου Ι και πολύ χαμηλότερη ικανότητα εντοπισμού προκαρκινικών αλλοιώσεων.
Ακριβώς αυτή η διαφορά εξηγεί γιατί η ευκολία της αιμοληψίας δεν αρκεί ακόμη για να μετατρέψει το αιματολογικό screening σε πρώτη επιλογή.
Και δεύτερο τεστ αίματος πήρε έγκριση το 2026
Στις 24 Ιουλίου 2026, ο FDA ενέκρινε και το SimpleScreen CRC της Freenome για προσυμπτωματικό έλεγχο ενηλίκων ηλικίας 45 ετών και άνω που βρίσκονται σε μέσο κίνδυνο.
Το SimpleScreen αναλύει επίσης μοριακά σήματα από κυκλοφορούν ελεύθερο DNA στο αίμα.
Κάθε θετικό αποτέλεσμα πρέπει να ακολουθείται από κολονοσκόπηση, ενώ ο FDA διευκρινίζει ρητά ότι το τεστ δεν αντικαθιστά τη διαγνωστική κολονοσκόπηση ούτε την κολονοσκοπική παρακολούθηση ατόμων υψηλού κινδύνου.
Η χρονική σειρά έχει ενδιαφέρον: η ACS δημοσίευσε τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες στις 27 Μαΐου 2026, όταν το SimpleScreen βρισκόταν ακόμη υπό αξιολόγηση από τον FDA. Η αμερικανική ρυθμιστική έγκριση ήρθε σχεδόν δύο μήνες αργότερα.
Γιατί τα τεστ αίματος δεν αποτελούν ακόμη πρώτη επιλογή
Το βασικό μειονέκτημα των αιματολογικών εξετάσεων βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου κρίνεται η πραγματική αξία ενός screening test: στην ικανότητά του να εντοπίζει προκαρκινικές αλλοιώσεις και πολύ πρώιμους καρκίνους.
Η ACS επισημαίνει ότι τα αιματολογικά τεστ εμφανίζουν χαμηλότερη ευαισθησία για:
τις προχωρημένες προκαρκινικές αλλοιώσεις
και τους καρκίνους σταδίου Ι.
Αυτό αποτελεί ουσιαστικό περιορισμό.
Ένα screening πρόγραμμα δεν επιδιώκει απλώς να αναγνωρίσει έναν καρκίνο όταν έχει ήδη αναπτυχθεί. Στόχος του είναι, όσο γίνεται, να διακόψει την πορεία προς τον καρκίνο πριν αυτός εμφανιστεί.
Η διαφορά με την κολονοσκόπηση είναι καθοριστική
Η κολονοσκόπηση έχει ένα πλεονέκτημα που κανένα σημερινό τεστ αίματος δεν μπορεί να προσφέρει.
Εάν ο γαστρεντερολόγος εντοπίσει έναν προκαρκινικό πολύποδα, μπορεί να τον αφαιρέσει επιτόπου.
Έτσι, η εξέταση λειτουργεί ταυτόχρονα ως διαγνωστική και ως προληπτική παρέμβαση.
Αντίθετα, ένα αιματολογικό τεστ μπορεί μόνο να υποδείξει ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα κακοήθειας. Δεν εντοπίζει άμεσα τη βλάβη και φυσικά δεν μπορεί να την αφαιρέσει.
Για αυτό και οποιοδήποτε θετικό αιματολογικό αποτέλεσμα πρέπει να ακολουθείται από έγκαιρη κολονοσκόπηση. Η ACS αναφέρει ότι το follow-up θα πρέπει κατά προτίμηση να πραγματοποιείται μέσα σε έξι μήνες.
Ο πραγματικός ρόλος των αιματολογικών εξετάσεων
Η νέα οδηγία τοποθετεί τα αιματολογικά τεστ σε έναν πολύ συγκεκριμένο χώρο.
Η ACS αναφέρει ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται κυρίως όταν ένα άτομο δεν είναι πρόθυμο να υποβληθεί ή δεν ολοκληρώνει μία από τις προτιμώμενες εξετάσεις, δηλαδή εξέταση κοπράνων ή άμεσο απεικονιστικό έλεγχο.
Η λογική είναι εξαιρετικά πρακτική.
Ένα τεστ με χαμηλότερη ευαισθησία, το οποίο όμως ο ασθενής τελικά πραγματοποιεί, μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερο όφελος από μια θεωρητικά καλύτερη εξέταση που δεν γίνεται ποτέ.
Η ίδια η ACS υπογραμμίζει ότι, στην πράξη, το αποτελεσματικότερο screening test είναι εκείνο που ο άνθρωπος θα δεχθεί και θα ολοκληρώσει.
Γιατί πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν την κολονοσκόπηση
Η συμμόρφωση με τον προσυμπτωματικό έλεγχο παραμένει σημαντικό πρόβλημα ακόμη και σε χώρες με οργανωμένα συστήματα screening.
Η κολονοσκόπηση προσφέρει υψηλή διαγνωστική και προληπτική αξία, αλλά απαιτεί προετοιμασία του εντέρου, χρόνο, συχνά καταστολή και πρακτικό προγραμματισμό για την ημέρα της εξέτασης.
Αυτοί οι παράγοντες αποθαρρύνουν ένα μέρος του πληθυσμού.
Από την άλλη πλευρά, τα τεστ κοπράνων είναι πολύ πιο απλά και πραγματοποιούνται στο σπίτι, αλλά αρκετοί άνθρωποι δεν τα ολοκληρώνουν λόγω δυσφορίας ή απροθυμίας να συλλέξουν και να χειριστούν δείγμα.
Η αιμοληψία μπορεί να κλείσει ένα σημαντικό κενό
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη χρησιμότητα των αιματολογικών εξετάσεων.
Μια εξέταση αίματος μπορεί να ενταχθεί σε μια συνηθισμένη επίσκεψη στον γιατρό ή σε έναν τακτικό εργαστηριακό έλεγχο, χωρίς ειδική προετοιμασία.
Αυτό ενδέχεται να μειώσει σημαντικά τα πρακτικά και ψυχολογικά εμπόδια που κρατούν ορισμένους ανθρώπους μακριά από το screening.
Η ACS υπολογίζει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες περισσότεροι από 20 εκατομμύρια άνθρωποι που δικαιούνται προσυμπτωματικό έλεγχο δεν έχουν εξεταστεί όπως προβλέπουν οι συστάσεις — περίπου ένας στους τρεις επιλέξιμους ενήλικες.
Επομένως, ακόμη και μια μέθοδος χαμηλότερης ευαισθησίας μπορεί να προσφέρει σημαντικό όφελος δημόσιας υγείας εάν καταφέρει να προσεγγίσει ανθρώπους που διαφορετικά θα έμεναν εντελώς εκτός screening.
Ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος μηδενίζεται
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά την ερμηνεία του αποτελέσματος.
Ένα αρνητικό αιματολογικό τεστ δεν αποκλείει απόλυτα την ύπαρξη καρκίνου ή προκαρκινικών αλλοιώσεων.
Ο FDA τονίζει, για παράδειγμα, ότι ένα αρνητικό Shield δεν εγγυάται ότι το άτομο δεν έχει καρκίνο του παχέος εντέρου και ότι ο ασθενής πρέπει να συνεχίσει κανονικά να συμμετέχει στον προβλεπόμενο προσυμπτωματικό έλεγχο.
Αντίστοιχα, συμπτώματα όπως αιμορραγία από το ορθό, επίμονη αλλαγή στις κενώσεις, ανεξήγητη αναιμία ή απώλεια βάρους απαιτούν ιατρική διερεύνηση και δεν αντιμετωπίζονται με ένα screening test αίματος.
Δεν αφορούν άτομα υψηλού κινδύνου
Οι νέες συστάσεις για αιματολογικό screening αφορούν κατά κύριο λόγο ανθρώπους μέσου κινδύνου.
Δεν αποτελούν κατάλληλη υποκατάσταση της κολονοσκόπησης για άτομα με:
ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου ή συγκεκριμένων πολυπόδων,
ισχυρό οικογενειακό ιστορικό,
φλεγμονώδη νόσο του εντέρου,
σύνδρομο Lynch ή οικογενή αδενωματώδη πολυποδίαση,
ή άλλους παράγοντες που αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο.
Οι συγκεκριμένοι ασθενείς χρειάζονται διαφορετικό, πιο εντατικό και εξατομικευμένο πρόγραμμα παρακολούθησης.
Δεν πρόκειται για αντικατάσταση αλλά για διεύρυνση των επιλογών
Η ένταξη των εξετάσεων αίματος στις κατευθυντήριες οδηγίες δεν αποτελεί μήνυμα ότι η κολονοσκόπηση γίνεται παρωχημένη.
Το αντίθετο.
Η νέα στρατηγική της ACS επιχειρεί να διευρύνει την εργαλειοθήκη του screening, ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν να βρουν μια επιλογή την οποία είναι πραγματικά διατεθειμένοι να ακολουθήσουν.
Η κολονοσκόπηση και οι εξετάσεις κοπράνων παραμένουν προτιμώμενες λόγω της καλύτερης ικανότητάς τους να εντοπίζουν προκαρκινικές αλλοιώσεις και πρώιμη νόσο. Τα τεστ αίματος προστίθενται ως μια εναλλακτική λύση για όσους διαφορετικά κινδυνεύουν να μη συμμετάσχουν καθόλου στον προσυμπτωματικό έλεγχο.
Το επόμενο μεγάλο ερώτημα
Η πραγματική αξία των αιματολογικών εξετάσεων θα κριθεί πλέον στην καθημερινή κλινική πράξη.
Οι επιστήμονες θα χρειαστεί να δουν εάν πράγματι αυξάνουν τη συμμετοχή στα προγράμματα screening, πόσοι ασθενείς με θετικό αποτέλεσμα ολοκληρώνουν την απαιτούμενη κολονοσκόπηση και ποια θα είναι η μακροχρόνια επίδρασή τους στην επίπτωση και τη θνητότητα από καρκίνο του παχέος εντέρου.
Η ACS τονίζει ότι τα πραγματικά δεδομένα συμμόρφωσης, εφαρμογής και κλινικών αποτελεσμάτων θα αξιολογούνται συνεχώς και θα μπορούν να οδηγήσουν σε νέες επικαιροποιήσεις των οδηγιών.
Προς το παρόν, το μήνυμα παραμένει ξεκάθαρο: η εξέταση αίματος αποτελεί μια νέα και ιδιαίτερα εύχρηστη επιλογή, αλλά όχι ακόμη την καλύτερη επιλογή για όλους.
Και πάνω από όλα, η μεγαλύτερη απειλή εξακολουθεί να είναι η πλήρης απουσία προσυμπτωματικού ελέγχου.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Νόσος Crohn: Η AI εντοπίζει 43 γονίδια που συνδέονται με επικίνδυνη ίνωση του εντέρου
FDA: Εγκρίθηκε νέα εξέταση αίματος για τον καρκίνο παχέος εντέρου

