Ο περιεγχειρητικός συνδυασμός enfortumab vedotin και pembrolizumab υπερείχε της καθιερωμένης χημειοθεραπείας με σισπλατίνη και γεμσιταβίνη σε ασθενείς με χειρουργήσιμο μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης, βελτιώνοντας τόσο την επιβίωση όσο και τα ποσοστά πλήρους εξαφάνισης του όγκου κατά τη χειρουργική επέμβαση.

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών στη θεραπεία του εντοπισμένου μυοδιηθητικού καρκίνου της ουροδόχου κύστης καταγράφουν τα αποτελέσματα της διεθνούς μελέτης φάσης ΙΙΙ KEYNOTE-B15/EV-304.
Ο περιεγχειρητικός συνδυασμός του συζευγμένου αντισώματος enfortumab vedotin με την ανοσοθεραπεία pembrolizumab οδήγησε σε σημαντικά καλύτερη επιβίωση χωρίς συμβάματα και συνολική επιβίωση από την καθιερωμένη νεοεπικουρική χημειοθεραπεία με σισπλατίνη και γεμσιταβίνη.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε διαδικτυακά στις 22 Ιουλίου 2026 στο New England Journal of Medicine και περιέλαβε ασθενείς που μπορούσαν να λάβουν σισπλατίνη και να υποβληθούν σε ριζική κυστεκτομή.
Γιατί χρειάζεται θεραπεία πριν από τη χειρουργική επέμβαση
Ο μυοδιηθητικός καρκίνος έχει διεισδύσει στο μυϊκό τοίχωμα της ουροδόχου κύστης και συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο τοπικής ή απομακρυσμένης υποτροπής.
Η ριζική κυστεκτομή με λεμφαδενικό καθαρισμό αποτελεί βασικό τμήμα της θεραπείας για κατάλληλους ασθενείς. Ωστόσο, ακόμη και όταν ο όγκος φαίνεται εντοπισμένος, μπορεί να υπάρχουν μικροσκοπικές καρκινικές εστίες που δεν ανιχνεύονται στις απεικονιστικές εξετάσεις.
Για περισσότερα από 20 χρόνια, η νεοεπικουρική χημειοθεραπεία με βάση τη σισπλατίνη αποτελούσε το βασικό θεραπευτικό πρότυπο για τους ασθενείς που μπορούσαν να την ανεχθούν. Παρά το όφελός της, σημαντικό ποσοστό ασθενών εξακολουθεί να εμφανίζει υποτροπή μετά τη χειρουργική επέμβαση.
Η μελέτη των 808 ασθενών
Η KEYNOTE-B15/EV-304 ήταν διεθνής, πολυκεντρική, ανοικτή και τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ.
Συμμετείχαν 808 ενήλικες με προηγουμένως μη θεραπευμένο μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης, οι οποίοι ήταν κατάλληλοι τόσο για χημειοθεραπεία με σισπλατίνη όσο και για ριζική κυστεκτομή με πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό.
Οι 405 ασθενείς της πειραματικής ομάδας έλαβαν:
- τέσσερις κύκλους enfortumab vedotin και pembrolizumab πριν από τη χειρουργική επέμβαση,
- ριζική κυστεκτομή,
- πέντε επιπλέον κύκλους enfortumab vedotin και 13 κύκλους pembrolizumab μετά την επέμβαση.
Οι 403 ασθενείς της ομάδας ελέγχου έλαβαν τέσσερις κύκλους νεοεπικουρικής χημειοθεραπείας με σισπλατίνη και γεμσιταβίνη και στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε κυστεκτομή.
Σχεδόν οκτώ στους δέκα χωρίς σύμβαμα στα δύο χρόνια
Κύριος στόχος της μελέτης ήταν η επιβίωση χωρίς συμβάματα. Ως συμβάν θεωρήθηκε, μεταξύ άλλων, η εξέλιξη που απέκλειε τη χειρουργική επέμβαση, η παραμονή μακροσκοπικού όγκου, η τοπική ή απομακρυσμένη υποτροπή και ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία.
Με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 33,6 μηνών, το εκτιμώμενο ποσοστό επιβίωσης χωρίς συμβάματα στα δύο χρόνια ήταν:
- 79,4% με enfortumab vedotin και pembrolizumab,
- 66,2% με σισπλατίνη και γεμσιταβίνη.
Ο λόγος κινδύνου ήταν 0,53, αποτέλεσμα που αντιστοιχεί σε 47% σχετική μείωση του κινδύνου εμφάνισης συμβάματος ή θανάτου. Πρόκειται για σχετική και όχι απόλυτη μείωση του κινδύνου.
Η διάμεση επιβίωση χωρίς συμβάματα δεν είχε ακόμη επιτευχθεί στην ομάδα του νέου συνδυασμού, ενώ στην ομάδα της χημειοθεραπείας υπολογίστηκε στους 48,5 μήνες.
Σημαντικό όφελος και στη συνολική επιβίωση
Η μελέτη κατέγραψε βελτίωση όχι μόνο στην καθυστέρηση της υποτροπής, αλλά και στη συνολική επιβίωση.
Στα δύο χρόνια, το εκτιμώμενο ποσοστό συνολικής επιβίωσης ήταν:
- 86,9% με enfortumab vedotin και pembrolizumab,
- 81,3% με τη συμβατική χημειοθεραπεία.
Ο λόγος κινδύνου για θάνατο ήταν 0,65, που αντιστοιχεί σε 35% σχετική μείωση του κινδύνου θανάτου. Η διάμεση συνολική επιβίωση δεν είχε ακόμη επιτευχθεί σε καμία από τις δύο ομάδες.
Η επίδραση στη συνολική επιβίωση έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή επιβεβαιώνει ότι το όφελος δεν περιορίζεται σε έναν ενδιάμεσο δείκτη, όπως η συρρίκνωση του όγκου ή η παθολογοανατομική ανταπόκριση.
Πλήρης εξαφάνιση του όγκου στο 55,8%
Εντυπωσιακή ήταν και η διαφορά στην παθολογοανατομική πλήρη ανταπόκριση.
Κατά την εξέταση της ουροδόχου κύστης και των λεμφαδένων μετά τη χειρουργική επέμβαση, δεν εντοπίστηκε βιώσιμος καρκίνος στο:
- 55,8% των ασθενών που έλαβαν τον νέο συνδυασμό,
- 32,5% όσων έλαβαν σισπλατίνη και γεμσιταβίνη.
Η απόλυτη διαφορά ήταν περίπου 23 ποσοστιαίες μονάδες.
Η πλήρης παθολογοανατομική ανταπόκριση αποτελεί ευνοϊκό προγνωστικό εύρημα. Δεν ταυτίζεται, ωστόσο, με οριστική ίαση, καθώς μικροσκοπική νόσος μπορεί να υπάρχει σε άλλα σημεία του οργανισμού και η μακροχρόνια παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη.
Πώς δρα το enfortumab vedotin
Το enfortumab vedotin είναι ένα antibody-drug conjugate – ADC, δηλαδή ένα μονοκλωνικό αντίσωμα συνδεδεμένο με ένα ισχυρό κυτταροτοξικό μόριο.
Το αντίσωμα αναγνωρίζει τη Nectin-4, μια πρωτεΐνη που εκφράζεται σε υψηλά επίπεδα στην επιφάνεια πολλών καρκινικών κυττάρων του ουροθηλίου. Αφού συνδεθεί με το κύτταρο, το σύμπλεγμα εισέρχεται στο εσωτερικό του και απελευθερώνει τη μονομεθυλική αουριστατίνη Ε, η οποία διακόπτει τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και οδηγεί σε απόπτωση.
Η pembrolizumab είναι αναστολέας του υποδοχέα PD-1. Αποδεσμεύει τη λειτουργία των Τ-λεμφοκυττάρων από έναν μηχανισμό που χρησιμοποιεί ο όγκος για να αποφεύγει την ανοσολογική επίθεση.
Η συνδυασμένη χρήση των δύο θεραπειών επιδιώκει αφενός την άμεση καταστροφή των κυττάρων που εκφράζουν Nectin-4 και αφετέρου την ενίσχυση της αντικαρκινικής ανοσολογικής απόκρισης.
Περισσότερες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
Η αυξημένη αποτελεσματικότητα συνοδεύτηκε από μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 ή υψηλότερου, ανεξάρτητα από την αιτία τους, εμφανίστηκαν στο:
- 75,7% της ομάδας enfortumab vedotin–pembrolizumab,
- 67,2% της ομάδας σισπλατίνης–γεμσιταβίνης.
Το enfortumab vedotin συνδέεται, μεταξύ άλλων, με σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, υπεργλυκαιμία, διάμεση πνευμονοπάθεια ή πνευμονίτιδα, περιφερική νευροπάθεια και οφθαλμικές διαταραχές.
Η pembrolizumab μπορεί να προκαλέσει ανοσολογικής αιτιολογίας ανεπιθύμητες ενέργειες, επειδή η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να επηρεάσει φυσιολογικά όργανα, όπως τον θυρεοειδή, το ήπαρ, το έντερο, τους πνεύμονες και τους ενδοκρινείς αδένες.
Η έγκαιρη αναγνώριση συμπτωμάτων, η προσαρμογή ή προσωρινή διακοπή των δόσεων και, όταν χρειάζεται, η χορήγηση κορτικοστεροειδών ή άλλης κατάλληλης θεραπείας είναι κρίσιμες για την ασφαλή εφαρμογή του σχήματος.
Δεν εμπόδισε ουσιαστικά την κυστεκτομή
Ένα σημαντικό ερώτημα για κάθε νεοεπικουρική θεραπεία είναι αν η τοξικότητά της μπορεί να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την επέμβαση με θεραπευτική πρόθεση.
Στην KEYNOTE-B15/EV-304, σε ριζική κυστεκτομή υποβλήθηκε το 86,7% των ασθενών της ομάδας του νέου συνδυασμού και το 89,6% της ομάδας της χημειοθεραπείας.
Τα ποσοστά ήταν σχετικά κοντινά, αν και αριθμητικά ελαφρώς χαμηλότερα με το enfortumab vedotin και την pembrolizumab.
Ο FDA έχει ήδη εγκρίνει τον συνδυασμό
Με βάση τα αποτελέσματα της KEYNOTE-B15/EV-304, ο FDA διεύρυνε στις 10 Ιουλίου 2026 την έγκριση του συνδυασμού.
Η θεραπεία εγκρίθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως νεοεπικουρική αγωγή και ως επικουρική αγωγή μετά την κυστεκτομή για όλους τους ενήλικες με μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης που είναι υποψήφιοι για χειρουργική αντιμετώπιση, ανεξάρτητα από το αν μπορούν να λάβουν σισπλατίνη.
Πρόκειται για το πρώτο εγκεκριμένο στις ΗΠΑ περιεγχειρητικό σχήμα χωρίς πλατινούχο χημειοθεραπεία για το συγκεκριμένο σύνολο ασθενών.
Η έγκριση περιλαμβάνει είτε την ενδοφλέβια pembrolizumab είτε την υποδόρια μορφή pembrolizumab και berahyaluronidase alfa, σε συνδυασμό με enfortumab vedotin.
Τι ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Η αμερικανική απόφαση δεν μεταφέρεται αυτομάτως στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην Ελλάδα.
Με βάση την τρέχουσα ευρωπαϊκή άδεια, ο συνδυασμός enfortumab vedotin και pembrolizumab έχει εγκριθεί ως περιεγχειρητική θεραπεία για ενήλικες με χειρουργήσιμο μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης που δεν είναι κατάλληλοι για χημειοθεραπεία με σισπλατίνη.
Η επέκταση της ένδειξης στους ασθενείς που μπορούν να λάβουν σισπλατίνη θα χρειαστεί ξεχωριστή ευρωπαϊκή ρυθμιστική αξιολόγηση.
Επιβεβαίωση και στους ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν σισπλατίνη
Τα αποτελέσματα της KEYNOTE-B15/EV-304 συμπληρώνουν εκείνα της μελέτης φάσης ΙΙΙ KEYNOTE-905/EV-303.
Στην KEYNOTE-905, ασθενείς οι οποίοι δεν μπορούσαν ή δεν επιθυμούσαν να λάβουν σισπλατίνη τυχαιοποιήθηκαν είτε σε περιεγχειρητικό enfortumab vedotin και pembrolizumab μαζί με κυστεκτομή είτε σε άμεση χειρουργική επέμβαση.
Και σε εκείνη τη μελέτη ο συνδυασμός βελτίωσε σημαντικά την επιβίωση χωρίς συμβάματα, τη συνολική επιβίωση και το ποσοστό πλήρους παθολογοανατομικής ανταπόκρισης.
Οι δύο μελέτες καλύπτουν πλέον τόσο τους ασθενείς που μπορούν να λάβουν σισπλατίνη όσο και εκείνους που δεν είναι κατάλληλοι για αυτή.
Τα σημεία που χρειάζονται προσοχή
Η KEYNOTE-B15/EV-304 είναι μεγάλη, τυχαιοποιημένη μελέτη με άμεση σύγκριση απέναντι στην καθιερωμένη θεραπεία και με σημαντική βελτίωση της συνολικής επιβίωσης. Τα χαρακτηριστικά αυτά προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στα αποτελέσματά της.
Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα σημεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:
Η μελέτη ήταν ανοικτή, επομένως γιατροί και ασθενείς γνώριζαν ποια θεραπεία χορηγούνταν. Το κύριο καταληκτικό σημείο αξιολογήθηκε από ανεξάρτητη κεντρική επιτροπή, περιορίζοντας μέρος του πιθανού κινδύνου μεροληψίας.
Επιπλέον, η πειραματική ομάδα έλαβε θεραπεία τόσο πριν όσο και μετά τη χειρουργική επέμβαση, ενώ η ομάδα ελέγχου έλαβε υποχρεωτικά μόνο προεγχειρητική χημειοθεραπεία. Συνεπώς, η μελέτη αποδεικνύει την υπεροχή ολόκληρης της περιεγχειρητικής στρατηγικής, αλλά δεν μπορεί να απομονώσει πόσο από το όφελος προέρχεται από το enfortumab vedotin, πόσο από την pembrolizumab και πόσο από τη συνέχιση της αγωγής μετά την επέμβαση. Αυτό αποτελεί ερμηνεία του σχεδιασμού της μελέτης.
Παραμένει επίσης ανοικτό το ερώτημα εάν όλοι οι ασθενείς χρειάζονται το σύνολο της μετεγχειρητικής θεραπείας, ιδίως όσοι έχουν επιτύχει πλήρη παθολογοανατομική ανταπόκριση. Η χρήση κυκλοφορούντος καρκινικού DNA ενδέχεται μελλοντικά να βοηθήσει στην επιλογή όσων χρειάζονται εντατικότερη επικουρική αγωγή.
Δεν πρόκειται για κλασική εξατομικευμένη θεραπεία
Ο συνδυασμός χρησιμοποιεί έναν βιολογικό στόχο, τη Nectin-4, και έναν ανοσολογικό μηχανισμό. Ωστόσο, οι ασθενείς της μελέτης δεν επιλέχθηκαν με βάση ειδικό βιοδείκτη έκφρασης της Nectin-4 ή του PD-L1.
Επομένως, η εξέλιξη αποτυπώνει κυρίως τη μετάβαση από τη συμβατική χημειοθεραπεία σε μια βιολογικά στοχευμένη και ανοσοθεραπευτική στρατηγική. Δεν αποτελεί, με τη στενή έννοια, εξατομικευμένη θεραπεία βασισμένη σε μοριακή επιλογή κάθε ασθενούς.
Τι επισημαίνουν οι Έλληνες ειδικοί
Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», Δρ Μαρία Καπαρέλου και Θάνος Δημόπουλος, επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα αναδιαμορφώνουν τη θεραπευτική προσέγγιση του χειρουργήσιμου μυοδιηθητικού ουροθηλιακού καρκινώματος.
Όπως αναφέρουν, η σημαντική αύξηση της πλήρους παθολογοανατομικής ανταπόκρισης συνοδεύεται από πραγματικό όφελος στην επιβίωση χωρίς υποτροπή και στη συνολική επιβίωση.
Υπογραμμίζουν, παράλληλα, ότι η αυξημένη τοξικότητα απαιτεί στενή παρακολούθηση, εμπειρία στη διαχείριση τόσο των ανεπιθύμητων ενεργειών του ADC όσο και των ανοσολογικών επιπλοκών και στενή συνεργασία ογκολόγων, ουρολόγων και εξειδικευμένων νοσηλευτικών ομάδων.
Μια ουσιαστική αλλαγή του θεραπευτικού τοπίου
Τα αποτελέσματα της KEYNOTE-B15/EV-304 δεν δείχνουν απλώς μεγαλύτερη συρρίκνωση του όγκου. Καταγράφουν σημαντική μείωση των υποτροπών και βελτίωση της συνολικής επιβίωσης έναντι μιας καθιερωμένης, ενεργού θεραπείας.
Το εύρημα αυτό, μαζί με τα δεδομένα της KEYNOTE-905, τοποθετεί το enfortumab vedotin και την pembrolizumab στο επίκεντρο της περιεγχειρητικής θεραπείας του μυοδιηθητικού καρκίνου της ουροδόχου κύστης.
Η νέα στρατηγική δεν καταργεί τη ριζική κυστεκτομή. Αντιθέτως, συνδυάζει τη συστηματική θεραπεία πριν και μετά την επέμβαση, με στόχο την αντιμετώπιση τόσο του ορατού όγκου όσο και της πιθανής μικροσκοπικής νόσου.
Η κλινική της αξία πρέπει να σταθμίζεται απέναντι στην αυξημένη τοξικότητα, στη μεγάλη διάρκεια της θεραπείας και στην ανάγκη εξειδικευμένης παρακολούθησης. Παρά τις επιφυλάξεις αυτές, η μελέτη σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή σε ένα πεδίο όπου η νεοεπικουρική θεραπεία είχε παραμείνει σχεδόν αμετάβλητη για περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Roche: Ορόσημο για το Tecentriq στον καρκίνο της ουροδόχου κύστης
AstraZeneca: Θετικά δεδομένα για το Imfinzi σε καρκίνο ουροδόχου κύστης

