Νέα πειραματική μελέτη εντόπισε δύο σύντομα χρονικά διαστήματα μετά την αφαίρεση του όγκου, κατά τα οποία ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός γίνεται προσωρινά περισσότερο διαπερατός. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η ευκαιρία αυτή θα μπορούσε μελλοντικά να αξιοποιηθεί για αποτελεσματικότερη μεταφορά αντικαρκινικών θεραπειών στα κύτταρα του γλοιοβλαστώματος που παραμένουν στον εγκέφαλο.

Δύο κρίσιμα «παράθυρα ευκαιρίας» για τη χορήγηση αντικαρκινικών θεραπειών αμέσως μετά τη χειρουργική αφαίρεση γλοιοβλαστώματος εντόπισαν επιστήμονες, δημιουργώντας νέες προσδοκίες για την αντιμετώπιση του πλέον επιθετικού κακοήθους όγκου του εγκεφάλου.
Η έρευνα δείχνει ότι η χειρουργική επέμβαση προκαλεί προσωρινή διαταραχή στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, το προστατευτικό σύστημα που περιορίζει την είσοδο πολλών φαρμάκων στον εγκέφαλο.
Η αυξημένη διαπερατότητα εμφανίστηκε σε δύο συγκεκριμένα χρονικά σημεία: περίπου 15 λεπτά μετά την επέμβαση και ξανά μεταξύ 48 και 72 ωρών αργότερα.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτά τα σύντομα διαστήματα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για να φτάνουν μεγαλύτερες ποσότητες αντικαρκινικών φαρμάκων στην περιοχή γύρω από το σημείο όπου αφαιρέθηκε ο όγκος.
Εκεί συχνά παραμένουν μικροσκοπικά καρκινικά κύτταρα, τα οποία δεν είναι ορατά ούτε μπορούν να αφαιρεθούν πλήρως χειρουργικά και ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την επανεμφάνιση της νόσου.
Το εμπόδιο του αιματοεγκεφαλικού φραγμού
Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός αποτελεί ένα ιδιαίτερα αυστηρό σύστημα προστασίας του εγκεφάλου.
Επιτρέπει την είσοδο απαραίτητων ουσιών, αλλά εμποδίζει μικρόβια, τοξίνες και μεγάλο αριθμό φαρμακευτικών μορίων να περάσουν από την κυκλοφορία του αίματος στον εγκεφαλικό ιστό.
Η λειτουργία του είναι ζωτικής σημασίας. Αποτελεί, όμως, ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στη θεραπεία των όγκων του εγκεφάλου, καθώς πολλά αντικαρκινικά φάρμακα δεν μπορούν να φτάσουν σε επαρκείς συγκεντρώσεις στον στόχο τους.
Η νέα μελέτη υποδεικνύει ότι η χειρουργική επέμβαση δημιουργεί προσωρινά «ρήγματα» σε αυτό το προστατευτικό σύστημα.
Οι ερευνητές προτείνουν ότι η θεραπεία θα μπορούσε να χορηγείται ακριβώς όταν ο φραγμός είναι περισσότερο διαπερατός, ώστε να αυξάνεται η ποσότητα του φαρμάκου που φτάνει στα υπολειπόμενα καρκινικά κύτταρα.
Τι έδειξαν τα πειράματα
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Translational Medicine.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν πειραματικά μοντέλα σε ποντίκια, αναπαράγοντας τη χειρουργική διαδικασία αφαίρεσης ενός όγκου από τον εγκέφαλο.
Στη συνέχεια χορήγησαν μία φαρμακευτική σύνθεση η οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν μπορεί να περάσει εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Η ανάλυση έδειξε ότι η χειρουργική επέμβαση αύξανε προσωρινά την πρόσβαση του φαρμάκου στον εγκέφαλο σε δύο διακριτές περιόδους:
- περίπου 15 λεπτά μετά την επέμβαση,
- από 48 έως 72 ώρες μετά το χειρουργείο.
Όταν οι ερευνητές αξιοποίησαν αυτά τα χρονικά διαστήματα για τη χορήγηση της θεραπείας, κατέγραψαν αποτελεσματικότερη καταστολή της επανεμφάνισης του όγκου στα πειραματικά μοντέλα.
Τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ακόμη ότι η ίδια στρατηγική θα είναι ασφαλής και αποτελεσματική στους ανθρώπους. Προσφέρουν, ωστόσο, μία νέα βάση για τον σχεδιασμό κλινικών δοκιμών.
Γιατί η υποτροπή είναι τόσο συχνή
Το γλοιοβλάστωμα δεν αναπτύσσεται ως ένας σαφώς περιγεγραμμένος όγκος.
Τα καρκινικά του κύτταρα διεισδύουν στον υγιή εγκεφαλικό ιστό και μπορούν να εξαπλωθούν σε περιοχές γύρω από την κύρια μάζα.
Ακόμη και όταν ο χειρουργός αφαιρέσει το μεγαλύτερο δυνατό μέρος του όγκου, μικροσκοπικές εστίες παραμένουν διάσπαρτες στον εγκέφαλο.
Η πλήρης χειρουργική εξαίρεσή τους δεν είναι δυνατή, επειδή θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή και μη αναστρέψιμη βλάβη σε περιοχές που ελέγχουν την ομιλία, την κίνηση, τη μνήμη ή άλλες κρίσιμες λειτουργίες.
Τα κύτταρα που παραμένουν μπορούν να αρχίσουν να πολλαπλασιάζονται ξανά, οδηγώντας στην υποτροπή του όγκου.
Η εξάλειψή τους αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη θεραπεία του γλοιοβλαστώματος.
Η σημερινή θεραπευτική πρακτική
Η συνήθης αντιμετώπιση περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση του μεγαλύτερου δυνατού τμήματος του όγκου και στη συνέχεια συνδυασμό ακτινοθεραπείας και χημειοθεραπείας.
Η μετεγχειρητική θεραπεία αρχίζει συνήθως έπειτα από τέσσερις έως έξι εβδομάδες, ώστε να δοθεί χρόνος στον ασθενή να αναρρώσει και να επουλωθεί το χειρουργικό τραύμα.
Η νέα έρευνα δεν προτείνει ότι το καθιερωμένο σχήμα πρέπει να αλλάξει άμεσα.
Θέτει, όμως, το ερώτημα εάν μία πρόσθετη, προσεκτικά σχεδιασμένη θεραπεία θα μπορούσε να χορηγείται πολύ νωρίτερα, μέσα στα πρώτα λεπτά ή τις πρώτες ημέρες μετά το χειρουργείο.
Μια τέτοια προσέγγιση θα απαιτούσε αυστηρή αξιολόγηση της ασφάλειας, καθώς ο οργανισμός βρίσκεται σε ευάλωτη κατάσταση αμέσως μετά από μία νευροχειρουργική επέμβαση.
«Ευπάθεια που μπορούμε να αξιοποιήσουμε»
Ο δρ Thomas Kisby, ένας από τους επικεφαλής της μελέτης στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, ανέφερε ότι για πρώτη φορά αποδεικνύεται πως η χειρουργική επέμβαση δημιουργεί μία παροδική ευπάθεια του όγκου, η οποία μπορεί ενδεχομένως να αξιοποιηθεί θεραπευτικά.
Όπως εξήγησε, η χορήγηση της θεραπείας στα χρονικά παράθυρα που εντοπίστηκαν κατάφερε να περιορίσει σημαντικά την εξέλιξη της νόσου πριν ο όγκος αναπτυχθεί ξανά.
Κατά τον ίδιο, οι ώρες και οι ημέρες αμέσως μετά το χειρουργείο ενδέχεται να αποδειχθούν καθοριστικές για την πρόληψη της υποτροπής.
Η ανακάλυψη ανοίγει επίσης το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν ήδη γνωστά φάρμακα με διαφορετικό και περισσότερο στρατηγικό τρόπο, χωρίς να απαιτείται πάντοτε η ανάπτυξη μιας εντελώς νέας δραστικής ουσίας.
Νανοσωματίδια, ανοσοθεραπεία και γονιδιακές θεραπείες
Ο καθηγητής Κώστας Κωσταρέλος, επίσης επικεφαλής της μελέτης από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και το Καταλανικό Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας στη Βαρκελώνη, σημείωσε ότι τα ευρήματα μπορεί να ανοίξουν ένα νέο πεδίο στη μετεγχειρητική φροντίδα.
Οι ερευνητές προτείνουν ότι στα συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα θα μπορούσαν μελλοντικά να χορηγούνται στοχευμένες θεραπείες, όπως:
- φάρμακα που μεταφέρονται μέσω νανοσωματιδίων,
- ανοσοθεραπείες,
- γονιδιακές θεραπείες,
- νέα ή ήδη εγκεκριμένα αντικαρκινικά φάρμακα.
Τα νανοσωματίδια μπορούν να σχεδιαστούν ώστε να μεταφέρουν ένα φάρμακο σε συγκεκριμένους ιστούς και να το απελευθερώνουν πιο ελεγχόμενα.
Η προσωρινή αύξηση της διαπερατότητας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού θα μπορούσε να διευκολύνει τη μεταφορά τέτοιων συστημάτων στην περιοχή όπου παραμένουν τα καρκινικά κύτταρα.
Δεν χρειάζονται μόνο νέα φάρμακα
Ο δρ Gerben Borst, ογκολόγος στο Christie NHS Foundation Trust, επισήμανε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στη θεραπεία του γλοιοβλαστώματος είναι η εξάλειψη των μικροσκοπικών καρκινικών κυττάρων που παραμένουν μετά την επέμβαση.
Κατά τον ίδιο, η καλύτερη κατανόηση της φυσικής αντίδρασης του οργανισμού στο χειρουργείο μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να χορηγούν αποτελεσματικότερα τα αντικαρκινικά φάρμακα.
Αυτό σημαίνει ότι η πρόοδος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ανάπτυξη νέων και δαπανηρών θεραπειών.
Μπορεί να προκύψει και από την καλύτερη επιλογή του χρόνου, της δόσης και του τρόπου χορήγησης των ήδη διαθέσιμων ή υπό ανάπτυξη φαρμάκων.
Απαραίτητες οι κλινικές δοκιμές
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η μελέτη βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο, προκλινικό στάδιο.
Τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν σε ζώα και τα αποτελέσματα δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτόματα στους ασθενείς.
Η ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου, η ανταπόκριση στη χειρουργική επέμβαση, η επούλωση και η συμπεριφορά του γλοιοβλαστώματος είναι πολύ πιο σύνθετες.
Θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι τα ίδια χρονικά παράθυρα εμφανίζονται και στους ανθρώπους και ότι η χορήγηση θεραπείας τόσο σύντομα μετά το χειρουργείο δεν αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας, λοίμωξης, εγκεφαλικού οιδήματος ή άλλων επιπλοκών.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η μετάβαση σε προσεκτικά σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές.
Μια δυνητικά γρήγορα εφαρμόσιμη στρατηγική
Ο δρ Borst εκτίμησε ότι, εφόσον τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, η στρατηγική θα μπορούσε να μεταφερθεί σχετικά γρήγορα στην κλινική πράξη.
Το πλεονέκτημά της είναι ότι δεν βασίζεται υποχρεωτικά στην ανακάλυψη ενός νέου φαρμάκου, διαδικασία που μπορεί να χρειαστεί πολλά χρόνια.
Εστιάζει στην αποτελεσματικότερη μεταφορά των θεραπειών που ήδη υπάρχουν ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης.
Η προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα πρωτόκολλα, στα οποία η χειρουργική επέμβαση και η φαρμακευτική θεραπεία θα σχεδιάζονται ως μία πιο στενά συνδεδεμένη διαδικασία.
Τι είναι το γλοιοβλάστωμα
Το γλοιοβλάστωμα είναι ο συχνότερος και επιθετικότερος πρωτοπαθής κακοήθης όγκος του εγκεφάλου στους ενηλίκους.
Αναπτύσσεται γρήγορα, διηθεί τον περιβάλλοντα εγκεφαλικό ιστό και παρουσιάζει μεγάλη βιολογική ετερογένεια.
Αυτό σημαίνει ότι διαφορετικά κύτταρα μέσα στον ίδιο όγκο μπορεί να έχουν διαφορετικά γενετικά και μοριακά χαρακτηριστικά και να ανταποκρίνονται διαφορετικά στη θεραπεία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο διαγιγνώσκονται περίπου 3.200 άνθρωποι κάθε χρόνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι ειδικοί, μόνο περίπου 160 επιβιώνουν για πέντε χρόνια ή περισσότερο.
Η πρόγνωση παραμένει δυσμενής παρά τη χειρουργική επέμβαση, την ακτινοθεραπεία και τη χημειοθεραπεία, καθώς ο όγκος σχεδόν πάντα υποτροπιάζει.
Τα συμπτώματα
Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το σημείο του εγκεφάλου όπου αναπτύσσεται ο όγκος και από την ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το μέγεθός του.
Μπορεί να περιλαμβάνουν:
- επίμονους ή επιδεινούμενους πονοκεφάλους,
- ναυτία και εμετούς,
- επιληπτικές κρίσεις,
- προβλήματα στην όραση,
- δυσκολία στην ομιλία ή στην κατανόηση του λόγου,
- αδυναμία ή μούδιασμα στη μία πλευρά του σώματος,
- προβλήματα ισορροπίας και βάδισης,
- διαταραχές μνήμης,
- αλλαγές στην προσωπικότητα ή στη συμπεριφορά,
- έντονη κόπωση και υπνηλία.
Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να προκληθούν και από πολλές άλλες παθήσεις. Όταν, όμως, είναι νέα, επιμένουν ή επιδεινώνονται, χρειάζονται ιατρική διερεύνηση.
Συγκρατημένη αισιοδοξία
Ο καθηγητής Robert Bristow, διευθυντής του Manchester Cancer Research Centre, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, δεδομένου ότι το γλοιοβλάστωμα αποτελεί τη φονικότερη μορφή καρκίνου του εγκεφάλου.
Η Brain Tumour Charity σημείωσε ότι η μελέτη αναδεικνύει πόσο δύσκολη είναι η ανάπτυξη θεραπειών για τους όγκους του εγκεφάλου, καθώς τα φάρμακα πρέπει πρώτα να περάσουν τον ιδιαίτερα περιοριστικό αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Η προσωρινή αύξηση της διαπερατότητάς του μετά το χειρουργείο αποτελεί μία πολλά υποσχόμενη θεραπευτική ευκαιρία.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, τονίζουν ότι ο όρος «ανακάλυψη» δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση μιας άμεσα διαθέσιμης θεραπείας.
Τα ευρήματα αποτελούν ένα σημαντικό πρώτο βήμα, αλλά η αξία τους για τους ασθενείς θα κριθεί μόνο μέσα από κλινικές δοκιμές.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Γλοιοβλάστωμα: Νέα κυτταρική θεραπεία CAR-T με υποσχόμενα αποτελέσματα
Γλοιοβλάστωμα: Ρινική νανοθεραπεία «διαπερνά» τον εγκέφαλο

