ΕπιστημονικάΑνθεκτικότητα στα αντιβιοτικά: Γονίδια εντοπίστηκαν σε Μεσόγειο, Ατλαντικό και Αρκτική

Ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά: Γονίδια εντοπίστηκαν σε Μεσόγειο, Ατλαντικό και Αρκτική

- Advertisement -

Γονίδια που συνδέονται με την ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά εντοπίστηκαν σε θαλάσσια δείγματα από πολλές περιοχές του πλανήτη, ακόμη και σε απομακρυσμένα ύδατα. Τα ευρήματα ιταλικής ερευνητικής πρωτοβουλίας δείχνουν ότι οι ωκεανοί λειτουργούν ως παγκόσμια δεξαμενή ρύπανσης που ξεκινά από την ξηρά και διασπείρεται μέσω των θαλάσσιων ρευμάτων.

  • Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή 
Γονίδια που συνδέονται με την ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά εντοπίστηκαν σε θαλάσσια δείγματα από πολλές περιοχές του πλανήτη, ακόμη και σε απομακρυσμένα ύδατα.
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Γονίδια ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά εντοπίστηκαν σε πολλαπλές θαλάσσιες λεκάνες του πλανήτη, σύμφωνα με ευρήματα που παρουσίασε ιταλική ερευνητική πρωτοβουλία. Η μελέτη ανέλυσε δείγματα θαλασσινού νερού από περιοχές όπως η Μεσόγειος, ο Ατλαντικός, η Αρκτική και άλλες θαλάσσιες ζώνες, καταγράφοντας την παρουσία γενετικών ιχνών που συνδέονται με την αυξανόμενη αντοχή των μικροβίων στα αντιβιοτικά.

Τα αποτελέσματα του προγράμματος SeA Care ενισχύουν την ανησυχία ότι οι ωκεανοί δεν αποτελούν απλώς αποδέκτες περιβαλλοντικής ρύπανσης, αλλά λειτουργούν ως παγκόσμιο σύστημα μεταφοράς βιολογικών και χημικών καταλοίπων. Οι ερευνητές εντόπισαν υψηλότερες συγκεντρώσεις κοντά σε πολυσύχναστες ναυτιλιακές διαδρομές και σε πυκνοκατοικημένες παράκτιες περιοχές, ωστόσο η παρουσία τέτοιων γονιδίων και σε απομακρυσμένα νερά δείχνει ότι το πρόβλημα έχει ξεπεράσει τα τοπικά όρια.

Η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά αποτελεί ήδη μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη δημόσια υγεία. Η νέα διάσταση που αναδεικνύει η μελέτη είναι ότι τα ίχνη αυτής της κρίσης δεν περιορίζονται σε νοσοκομεία, αστικά λύματα ή αγροτικές περιοχές όπου γίνεται χρήση αντιμικροβιακών φαρμάκων. Φτάνουν έως τα θαλάσσια οικοσυστήματα, μεταφέροντας την ανθρώπινη επίδραση πολύ πέρα από την αρχική πηγή της.

Τι έδειξε το πρόγραμμα SeA Care

Το SeA Care είναι μια ιταλικής ηγεσίας πρωτοβουλία που συνδέει την περιβαλλοντική υγεία με την ανθρώπινη υγεία. Συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, το Ιταλικό Ανώτατο Ινστιτούτο Υγείας, το ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό και διεθνή ερευνητικά κέντρα, με στόχο τη δημιουργία ενός παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης των ωκεανών.

Στα πρώτα τρία χρόνια της πρωτοβουλίας συλλέχθηκαν περισσότερα από 4.000 δείγματα θαλασσινού νερού από πάνω από 140 σημεία στη Μεσόγειο, στον Ατλαντικό, στον Ειρηνικό, στην Αρκτική και στον Ινδικό Ωκεανό. Η συλλογή έγινε μέσω υφιστάμενων ναυτικών διαδρομών και επιστημονικών δικτύων, κατά τη διάρκεια τακτικών αποστολών, ώστε να μειωθούν το κόστος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της έρευνας.

Τα δείγματα αποκάλυψαν την παρουσία γονιδίων ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά σε ευρεία γεωγραφική κλίμακα. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι τα ευρήματα αποτυπώνουν τη μεταφορά γενετικών ιχνών που συνδέονται με τη χρήση αντιβιοτικών, τα αστικά απόβλητα και τη ρύπανση που προέρχεται από την ξηρά.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η θάλασσα δεν συγκρατεί απλώς αυτούς τους ρύπους. Μέσω των ρευμάτων, της ναυσιπλοΐας, των θαλάσσιων τροφικών αλυσίδων και των κλιματικών διεργασιών, μπορεί να συμβάλει στη μεταφορά τους σε μεγάλες αποστάσεις.

Υψηλότερες συγκεντρώσεις κοντά σε ναυτιλία και ακτές

Η μελέτη κατέγραψε αυξημένες συγκεντρώσεις γονιδίων ανθεκτικότητας κοντά σε πολυσύχναστες θαλάσσιες διαδρομές και σε περιοχές με έντονη ανθρώπινη παρουσία. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε γνωστές πηγές περιβαλλοντικής πίεσης: αστικά λύματα, απορροές από παράκτιες πόλεις, βιομηχανική δραστηριότητα, τουρισμό και ναυτιλία.

Οι παράκτιες ζώνες λειτουργούν συχνά ως σημεία εισόδου ρύπων στο θαλάσσιο περιβάλλον. Από εκεί, τα ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας μπορούν να διασπαρούν σε ανοιχτές θάλασσες και πιο απομακρυσμένες περιοχές. Η παρουσία γονιδίων ανθεκτικότητας ακόμη και σε απομονωμένα ύδατα υποδηλώνει ότι το θαλάσσιο περιβάλλον έχει πλέον παγκόσμια διασύνδεση και δεν μπορεί να προστατευθεί μόνο με τοπικά μέτρα.

Η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά έχει σαφή ανθρώπινη αφετηρία. Η υπερβολική ή ακατάλληλη χρήση αντιβιοτικών στην ιατρική, στην κτηνοτροφία και σε άλλες δραστηριότητες αυξάνει την πίεση επιλογής μικροβίων που επιβιώνουν παρά την παρουσία φαρμάκων. Τα γονίδια που σχετίζονται με αυτή την ανθεκτικότητα μπορούν να μεταφερθούν μεταξύ μικροοργανισμών, ενισχύοντας τον κίνδυνο διάδοσης.

Η θαλάσσια διασπορά αυτών των γενετικών ιχνών δεν σημαίνει αυτομάτως άμεσο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που έρχεται σε επαφή με τη θάλασσα. Δείχνει όμως ότι η κρίση της μικροβιακής αντοχής έχει περιβαλλοντική διάσταση και απαιτεί προσέγγιση «Ενιαίας Υγείας», όπου άνθρωποι, ζώα και οικοσυστήματα αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετο σύστημα.

Μικροπλαστικά, PFAS και ίχνη SARS-CoV-2

Το SeA Care δεν εντόπισε μόνο γονίδια ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά. Σύμφωνα με τα ευρήματα που παρουσιάστηκαν σε φόρουμ για τους ωκεανούς και την ανθρώπινη υγεία στη Ρώμη, στα δείγματα ανιχνεύθηκαν επίσης μικροπλαστικά, χημικές ουσίες PFAS και γενετικά ίχνη του SARS-CoV-2 ακόμη και σε ανοικτά νερά και απομακρυσμένες περιοχές.

Τα μικροπλαστικά έχουν ήδη αναδειχθεί σε παγκόσμιο πρόβλημα, καθώς εντοπίζονται σε θάλασσες, ποτάμια, τρόφιμα και ανθρώπινους ιστούς. Οι PFAS, γνωστές και ως «παντοτινές χημικές ουσίες», προκαλούν διεθνή ανησυχία επειδή διασπώνται δύσκολα στο περιβάλλον και μπορούν να συσσωρεύονται σε οικοσυστήματα και οργανισμούς.

Η ανίχνευση γενετικού υλικού SARS-CoV-2 σε θαλάσσια δείγματα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη παρουσία μολυσματικού ιού. Δείχνει όμως ότι τα υδάτινα συστήματα μπορούν να μεταφέρουν γενετικά ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας και επιδημιολογικών γεγονότων σε μεγάλη κλίμακα.

Το σύνολο των ευρημάτων αποτυπώνει έναν κοινό παρονομαστή: ό,τι απελευθερώνεται στο περιβάλλον δεν μένει σταθερό στο σημείο εκπομπής. Μετακινείται, αραιώνεται, συγκεντρώνεται αλλού και ενσωματώνεται σε συστήματα που συνδέουν τη θάλασσα, την τροφή, το κλίμα και την υγεία.

Η δήλωση του Ιταλικού Ανώτατου Ινστιτούτου Υγείας

Ο γενικός διευθυντής του Ιταλικού Ανώτατου Ινστιτούτου Υγείας, Andrea Piccioli, υπογράμμισε ότι η προστασία της ανθρώπινης υγείας προϋποθέτει πλέον και την προστασία των θαλασσών και των ωκεανών. Όπως σημείωσε, οι ρύποι που απελευθερώνονται στο περιβάλλον αναδιανέμονται σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω του νερού, της τροφής και των κλιματικών συστημάτων.

Η δήλωση αυτή συνοψίζει τη φιλοσοφία του προγράμματος. Οι ωκεανοί δεν εξετάζονται μόνο ως φυσικά οικοσυστήματα που χρειάζονται προστασία για λόγους βιοποικιλότητας. Αντιμετωπίζονται και ως κρίσιμος παράγοντας δημόσιας υγείας.

Η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση, η άνοδος της θερμοκρασίας των θαλασσών, η διάδοση μικροβιακών γονιδίων και η παρουσία ανθεκτικών χημικών ουσιών συνθέτουν ένα νέο πεδίο κινδύνων. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η παρακολούθηση των θαλασσών μπορεί να λειτουργήσει ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για απειλές που δεν περιορίζονται στο περιβάλλον, αλλά επηρεάζουν άμεσα τις κοινωνίες.

Οι ωκεανοί ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της πρωτοβουλίας είναι ότι οι ωκεανοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως παγκόσμιο δίκτυο επιτήρησης κινδύνων για την υγεία. Μέσα από τη συστηματική δειγματοληψία, οι επιστήμονες μπορούν να εντοπίζουν ρύπους, γενετικά ίχνη παθογόνων, ανθεκτικά γονίδια και χημικές ουσίες πριν οι επιπτώσεις τους γίνουν εμφανείς σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Η ιδέα συνδέεται με την εμπειρία της πανδημίας, όταν η παρακολούθηση λυμάτων χρησιμοποιήθηκε σε πολλές χώρες για την εκτίμηση της κυκλοφορίας του SARS-CoV-2 στην κοινότητα. Το SeA Care επεκτείνει αυτή τη λογική από τα αστικά λύματα στους ωκεανούς, επιχειρώντας να καταγράψει πώς οι ανθρώπινες δραστηριότητες αφήνουν ανιχνεύσιμο αποτύπωμα στο παγκόσμιο υδάτινο σύστημα.

Η χρήση υφιστάμενων ναυτικών διαδρομών για τη συλλογή δειγμάτων προσφέρει πρακτικό πλεονέκτημα. Μειώνει το κόστος, αξιοποιεί αποστολές που ήδη πραγματοποιούνται και επιτρέπει τη σταδιακή δημιουργία ενός παγκόσμιου χάρτη θαλάσσιας ρύπανσης και βιολογικών δεικτών.

Εφόσον τέτοια δίκτυα ενισχυθούν, μπορούν να στηρίξουν πολιτικές για την αντιμετώπιση της ρύπανσης, της κλιματικής αλλαγής και των αναδυόμενων απειλών για τη δημόσια υγεία.

Γιατί αφορά και τη δημόσια υγεία

Η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά δεν αποτελεί μόνο κλινικό πρόβλημα. Η εξάπλωσή της στο περιβάλλον δείχνει ότι η υγεία των ανθρώπων εξαρτάται από τη διαχείριση των αποβλήτων, την ποιότητα των υδάτων, τις πρακτικές στη γεωργία και την κτηνοτροφία, τη λειτουργία των πόλεων και την προστασία των οικοσυστημάτων.

Αν τα γονίδια ανθεκτικότητας κυκλοφορούν σε θαλάσσια οικοσυστήματα, μπορεί να αυξηθεί η πιθανότητα να φτάσουν σε μικροβιακές κοινότητες που βρίσκονται μακριά από τις αρχικές πηγές ρύπανσης. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει τη διάδοσή τους ακόμη και σε απομακρυσμένες κοινότητες.

Το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με περισσότερα αντιβιοτικά ή καλύτερες νοσοκομειακές πρακτικές. Απαιτεί περιορισμό της αλόγιστης χρήσης αντιμικροβιακών, βελτίωση της επεξεργασίας λυμάτων, έλεγχο της βιομηχανικής και αγροτικής ρύπανσης, καθώς και διεθνή συνεργασία για την παρακολούθηση των υδάτινων οικοσυστημάτων.

Οι ωκεανοί, όπως δείχνει η ιταλική μελέτη, καταγράφουν τις επιλογές της ανθρωπότητας. Και τα ευρήματα αυτά υπενθυμίζουν ότι η μάχη κατά της μικροβιακής αντοχής δεν δίνεται μόνο στα νοσοκομεία, αλλά και στο περιβάλλον.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Σύψας: 1 στους 6 Έλληνες παίρνει ακόμη αντιβιοτικά δίχως συνταγή

Τα αντιβιοτικά επηρεάζουν το μικροβίωμα του εντέρου έως και 8 χρόνια

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ