ΕπιστημονικάΑλλεργίες: Γιατί κάποιοι αντιδρούν στη γύρη και στις τροφές

Αλλεργίες: Γιατί κάποιοι αντιδρούν στη γύρη και στις τροφές

- Advertisement -

Γιατί δύο άνθρωποι εκτίθενται στο ίδιο αλλεργιογόνο, αλλά μόνο ο ένας αναπτύσσει αλλεργία; Νέα επιστημονική ανασκόπηση στρέφει το ενδιαφέρον στο εξαιρετικά πολύμορφο σύστημα HLA, δείχνοντας ότι οι γενετικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο το ανοσοποιητικό «παρουσιάζει» τα αλλεργιογόνα μπορεί να επηρεάζουν την ευαισθησία σε γύρη, τρόφιμα, ακάρεα και άλλες ουσίες.

Γιατί δύο άνθρωποι εκτίθενται στο ίδιο αλλεργιογόνο, αλλά μόνο ο ένας αναπτύσσει αλλεργία; Νέα επιστημονική ανασκόπηση στρέφει το ενδιαφέρον στο εξαιρετικά πολύμορφο σύστημα
Photo healthpharma

ΔΩΡΕΑΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Ένα από τα πιο σύνθετα γενετικά συστήματα του ανθρώπου φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο ποιος θα αναπτύξει αλλεργία και σε ποιο αλλεργιογόνο.

Επιστημονική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Allergies εξετάζει τα διαθέσιμα δεδομένα για τη σχέση μεταξύ του πολυμορφισμού των Human Leukocyte Antigens (HLA) και των αλλεργικών νοσημάτων.

Το σύστημα HLA αποτελεί κεντρικό μηχανισμό της προσαρμοστικής ανοσίας. Τα μόριά του «παρουσιάζουν» μικρά τμήματα πρωτεϊνών στα Τ-λεμφοκύτταρα, βοηθώντας το ανοσοποιητικό να διακρίνει τι πρέπει να αντιμετωπίσει και τι να ανεχθεί.

Η τεράστια γενετική ποικιλομορφία του συστήματος σημαίνει ότι δεν παρουσιάζουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια πεπτίδια με τον ίδιο τρόπο. Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί περισσότερα από 44.000 HLA αλληλόμορφα, τα οποία μπορούν να διαφοροποιούν σημαντικά την ανοσολογική απόκριση.

Η ίδια ανασκόπηση επισημαίνει ότι έως και 40% του παγκόσμιου πληθυσμού εκτιμάται ότι πάσχει από κάποια μορφή αλλεργίας, από άσθμα και αλλεργική ρινίτιδα έως ατοπική δερματίτιδα, τροφικές αλλεργίες και υπερευαισθησία σε φάρμακα.

Τα HLA λειτουργούν σαν «πύλες» για την αλλεργική αντίδραση

Το κρίσιμο βήμα ξεκινά όταν ένα αλλεργιογόνο –για παράδειγμα γύρη, πρωτεΐνη τροφής ή συστατικό από ακάρεα– εισέρχεται στον οργανισμό.

Εξειδικευμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού διασπούν την πρωτεΐνη σε μικρότερα πεπτίδια και τα παρουσιάζουν στην επιφάνειά τους μέσω των μορίων HLA τάξης II, κυρίως HLA-DR, HLA-DQ και HLA-DP.

Από εκεί και πέρα, το συγκεκριμένο HLA που διαθέτει κάθε άνθρωπος μπορεί να καθορίσει πόσο καλά θα «χωρέσει» και θα παρουσιαστεί ένα συγκεκριμένο αλλεργιογόνο πεπτίδιο.

Ορισμένα αλληλόμορφα μπορούν να παρουσιάσουν αποτελεσματικότερα συγκεκριμένα πεπτίδια στα CD4+ T-λεμφοκύτταρα, διευκολύνοντας την ενεργοποίηση της απόκρισης Th2 και την παραγωγή IgE αντισωμάτων. Αυτή η ανοσολογική αλληλουχία βρίσκεται στην καρδιά των κλασικών αλλεργικών αντιδράσεων τύπου Ι.

Αντίθετα, άλλα HLA μπορεί να ευνοούν την ανοσολογική ανοχή και να λειτουργούν προστατευτικά.

Με άλλα λόγια, τα HLA δεν αποτελούν έναν απλό γενετικό «διακόπτη» που καθορίζει εάν κάποιος θα έχει αλλεργία. Λειτουργούν περισσότερο σαν μοριακοί ρυθμιστές, επηρεάζοντας ποια αλλεργιογόνα θα αναγνωριστούν και πόσο ισχυρή θα είναι η ανοσολογική απάντηση.

Η ανασκόπηση συγκεντρώνει ενδείξεις από αλλεργίες στη γύρη, στα ακάρεα οικιακής σκόνης, στους μύκητες, στα κατοικίδια, σε τρόφιμα, σε ουσίες που έρχονται σε επαφή με το δέρμα και σε τσιμπήματα εντόμων.

Στη γύρη, για παράδειγμα, έχουν καταγραφεί συγκεκριμένες συσχετίσεις HLA με αλλεργιογόνα όπως εκείνα της αρτεμισίας, της σημύδας, της ελιάς και των αγρωστωδών. Ωστόσο, οι συσχετίσεις δεν είναι ίδιες σε όλους τους πληθυσμούς.

Τροφικές αλλεργίες: Η γενετική προδιάθεση συναντά το περιβάλλον

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τροφικές αλλεργίες, οι οποίες εκτιμάται ότι επηρεάζουν περίπου 6% έως 8% των παιδιών και 3% έως 4% των ενηλίκων.

Στα συχνότερα αλλεργιογόνα περιλαμβάνονται το αγελαδινό γάλα, το αυγό, τα φιστίκια, οι ξηροί καρποί, το σιτάρι, η σόγια, τα ψάρια και τα οστρακοειδή, ενώ πλέον και το σουσάμι έχει προστεθεί στη λίστα των βασικών αλλεργιογόνων.

Τα HLA τάξης II φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή καθορίζουν ποια πεπτίδια από τις τροφικές πρωτεΐνες θα παρουσιαστούν στα CD4+ T-λεμφοκύτταρα.

Οι ισχυρότερες γενετικές συσχετίσεις έχουν καταγραφεί σε ορισμένες τροφικές αλλεργίες, όπως αυτή στο φιστίκι, ενώ για άλλες –όπως στο αγελαδινό γάλα– τα στοιχεία παραμένουν πιο περιορισμένα και λιγότερο συνεπή.

Η εικόνα δείχνει επίσης γιατί δεν μπορεί να αποδοθεί μια αλλεργία αποκλειστικά στα γονίδια.

Η ακεραιότητα του επιθηλιακού φραγμού, το μικροβίωμα του εντέρου, η διατροφή, η ρύπανση, ο χρόνος και ο τρόπος έκθεσης στα αλλεργιογόνα και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με τη γενετική προδιάθεση.

Επιπλέον, ένα HLA αλληλόμορφο που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο σε έναν πληθυσμό μπορεί να μην έχει την ίδια επίδραση σε άλλον.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι οι συχνότητες των HLA αλληλομόρφων παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των πληθυσμών, αποτέλεσμα της εξέλιξης, της μετανάστευσης, της γενετικής παρέκκλισης και της ιστορικής έκθεσης σε διαφορετικά παθογόνα.

Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τα μέχρι σήμερα ευρήματα δεν μπορούν να μετατραπούν απευθείας σε ένα γενικό «γενετικό τεστ αλλεργίας» για όλους.

Προς εξατομικευμένη αλλεργιολογία με HLA, γονιδιωματική και AI

Η μεγαλύτερη προοπτική των νέων δεδομένων βρίσκεται στην ιατρική ακριβείας.

Η ανασκόπηση εξετάζει τη δυνατότητα συνδυασμού της υψηλής ανάλυσης τυποποίησης HLA με υπολογιστικά μοντέλα που προβλέπουν ποια αλλεργιογόνα πεπτίδια είναι πιθανότερο να συνδεθούν με συγκεκριμένα HLA.

Σήμερα, εργαλεία μηχανικής μάθησης μπορούν ήδη να προσομοιώνουν τις αλληλεπιδράσεις HLA-πεπτιδίου. Στο μέλλον, τέτοιες πληροφορίες θα μπορούσαν να συνδυαστούν με γονιδιωματικά, περιβαλλοντικά και κλινικά δεδομένα ώστε να εντοπίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια άνθρωποι με αυξημένο κίνδυνο ή ασθενείς που είναι πιθανότερο να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένη ανοσοθεραπεία.

Ένας ακόμη στόχος είναι η ανάπτυξη πεπτιδικών ανοσοθεραπειών, στις οποίες επιλεγμένα τμήματα αλλεργιογόνων θα χρησιμοποιούνται για την πρόκληση ανοχής χωρίς να ενεργοποιούν έντονα τους μηχανισμούς που ευθύνονται για τις άμεσες αλλεργικές αντιδράσεις.

Η προοπτική είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αλλά απέχει ακόμη από την καθημερινή κλινική πράξη.

Η ίδια η ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι πολλές συσχετίσεις HLA και αλλεργίας είναι πληθυσμιακά ειδικές, ενώ αρκετά ευρήματα δεν έχουν αναπαραχθεί σταθερά σε ανεξάρτητους πληθυσμούς. Επιπλέον, πολλές παλαιότερες μελέτες περιλάμβαναν σχετικά μικρά δείγματα.

Σήμερα δεν υπάρχει HLA-βασισμένο διαγνωστικό τεστ που να μπορεί να προβλέψει με αξιόπιστο τρόπο τις κοινές αλλεργίες στον γενικό πληθυσμό.

Ωστόσο, η κατεύθυνση της έρευνας είναι σαφής: ο συνδυασμός γενετικής, τεχνητής νοημοσύνης, multi-omics, ανοσολογίας και περιβαλλοντικών δεδομένων μπορεί να βοηθήσει στη μετάβαση από τη γενική αντιμετώπιση των αλλεργιών σε περισσότερο εξατομικευμένη πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία.

Όπως καταλήγει η ανασκόπηση, η πολυμορφία των HLA αποτελεί ένα από τα βασικά κομμάτια του πολύπλοκου παζλ που εξηγεί γιατί το ίδιο αλλεργιογόνο μπορεί να είναι εντελώς αβλαβές για έναν άνθρωπο και να προκαλεί ισχυρή ανοσολογική αντίδραση σε έναν άλλον.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα

Διαβάστε επίσης 

Καλοκαιρινές αλλεργίες: Συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοούμε

Αλλεργία στα φιστίκια: Μελέτη δείχνει όφελος από μικρές ελεγχόμενες δόσεις σε νήπια

- Advertisement -

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ