Περισσότερα ψάρια, φρούτα και λαχανικά, λιγότερη ζάχαρη και αισθητά χαμηλότερο νάτριο. Αυτή φαίνεται να είναι η διατροφική διαφορά των παιδιών ανθρώπων που έζησαν μέχρι τα 100, σύμφωνα με νέα μελέτη του Tufts University για τη μακροζωία και την υγιή γήρανση.
- Γράφει η Χριστίνα Χατζηπαλαμουτζή

Η μακροζωία δεν γράφεται μόνο στα γονίδια. Μπορεί να αποτυπώνεται και στο πιάτο. Νέα μελέτη από το Jean Mayer USDA Human Nutrition Research Center on Aging του Tufts University δείχνει ότι τα παιδιά ανθρώπων που έζησαν έως τα 100 ή και περισσότερο τείνουν να ακολουθούν ελαφρώς πιο υγιεινή διατροφή σε σχέση με άτομα χωρίς αντίστοιχο οικογενειακό ιστορικό μακροζωίας.
Η διαφορά δεν αφορά κάποια «θαυματουργή» τροφή. Οι ερευνητές εντόπισαν ένα συνολικό πρότυπο: περισσότερα ψάρια, φρούτα και λαχανικά, λιγότερη ζάχαρη και σημαντικά λιγότερο νάτριο. Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι απόγονοι αιωνόβιων μοιράζονται με τους γονείς τους περίπου το μισό γενετικό υπόβαθρο που σχετίζεται με τη μακροζωία, αλλά και πολλά κοινά στοιχεία περιβάλλοντος και τρόπου ζωής.
Η πρώτη συνολική εικόνα για τη διατροφή των απογόνων αιωνόβιων
Η νέα ανάλυση προσφέρει μία από τις πρώτες ολοκληρωμένες εικόνες για τις διατροφικές συνήθειες των απογόνων αιωνόβιων. Τα δεδομένα προέρχονται από το New England Centenarian Study, μία από τις μεγαλύτερες και πιο εκτεταμένες μελέτες για ανθρώπους που έφτασαν τα 100 και τις οικογένειές τους. Η μελέτη ξεκίνησε το 1995 από τον γιατρό Thomas Perls και εδρεύει στο Boston University Chobanian and Avedisian School of Medicine.
Το σκέλος που αφορά τη διατροφή των παιδιών αιωνόβιων άρχισε το 2005, όταν οι συμμετέχοντες βρίσκονταν περίπου στην ηλικία των 70 ετών. Σήμερα, οι ερευνητές διαθέτουν δεδομένα σχεδόν δύο δεκαετιών, ενώ πολλοί συμμετέχοντες έχουν πλέον περάσει τα 90.
Η Paola Sebastiani, καθηγήτρια Ιατρικής στο Tufts University School of Medicine και συν-συγγραφέας της μελέτης, σημειώνει ότι η μακροχρόνια παρακολούθηση των απογόνων αιωνόβιων έδειξε σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου, άνοιας, διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακής νόσου.
Τα γονίδια βοηθούν, αλλά δεν αρκούν
Η ηλικία των 100 ετών συχνά αποδίδεται στα «καλά γονίδια». Ωστόσο, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Πρόσφατη εργασία στο Science, την οποία επικαλείται το Tufts, εκτιμά ότι η γενετική εξηγεί περίπου το 50% της διαφοροποίησης στην ηλικία θανάτου, όταν εξαιρεθούν θάνατοι από ατυχήματα ή άλλους μη βιολογικούς παράγοντες.
Αυτό σημαίνει ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα, η κοινωνική υποστήριξη, η πρόσβαση σε φροντίδα υγείας και οι καθημερινές συνήθειες, παραμένουν καθοριστικοί.
Ο Erfei Zhao, πρώτος συγγραφέας της μελέτης και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο HNRCA, τονίζει ότι η διατροφή αποτελεί έναν ισχυρό μη γενετικό παράγοντα, τον οποίο μπορεί να επηρεάσει ο καθένας. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι μόνο μία τροφή ούτε μόνο η υγιεινή διατροφή που οδηγεί κάποιον στα 100, αλλά ένας συνδυασμός γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Περισσότερα ψάρια και φυτικές τροφές, λιγότερη ζάχαρη και αλάτι
Η σημαντικότερη διατροφική διαφορά εντοπίστηκε στην ποιότητα του καθημερινού πιάτου. Οι απόγονοι αιωνόβιων κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες ψαριών, φρούτων και λαχανικών. Παράλληλα, λάμβαναν λιγότερη ζάχαρη και σημαντικά λιγότερο νάτριο σε σχέση με τις ομάδες σύγκρισης.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτά τα στοιχεία μπορεί να λειτουργούν ως συμπεριφορικές επιλογές που συμπληρώνουν ή ενισχύουν τη βιολογική ανθεκτικότητα που κληρονομείται. Με απλούστερα λόγια, η γενετική μπορεί να δίνει ένα πλεονέκτημα, αλλά η διατροφή φαίνεται να βοηθά αυτό το πλεονέκτημα να εκφραστεί καλύτερα.
Το μοτίβο παραπέμπει σε διατροφές που έχουν συνδεθεί με καλύτερη μεταβολική, καρδιαγγειακή και γνωστική υγεία. Δεν πρόκειται για αυστηρό διατροφικό σχήμα, αλλά για καθημερινές επιλογές που στηρίζουν την υγεία σε βάθος χρόνου.
Τα κενά που παραμένουν ακόμη και στους πιο υγιείς
Παρά τη συνολικά καλύτερη εικόνα, οι ερευνητές εντόπισαν περιθώρια βελτίωσης. Τόσο οι απόγονοι αιωνόβιων όσο και οι ομάδες σύγκρισης δεν έφταναν τις συνιστώμενες προσλήψεις σε δημητριακά ολικής άλεσης και όσπρια, όπως φασόλια, αρακάς και φακές.
Ο συν-συγγραφέας της μελέτης Andres V. Ardisson Korat επισημαίνει ότι χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια ώστε άνθρωποι από όλα τα μορφωτικά και κοινωνικοοικονομικά επίπεδα να καταναλώνουν περισσότερα δημητριακά ολικής άλεσης, φασόλια, τόφου και άλλα όσπρια.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς η υγιεινή διατροφή δεν εξαρτάται μόνο από ατομική επιλογή. Επηρεάζεται και από την τιμή των τροφίμων, τη διαθεσιμότητα, τη διατροφική κουλτούρα, τον χρόνο προετοιμασίας και την πρόσβαση σε ποιοτικά προϊόντα.
Η εκπαίδευση και το εισόδημα αλλάζουν το πιάτο
Η μελέτη έδειξε επίσης ότι η εκπαίδευση και η κοινωνικοοικονομική θέση επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα της διατροφής. Όταν οι ερευνητές συνέκριναν απογόνους αιωνόβιων με χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο με άτομα χωρίς μακρόβιους γονείς αλλά αντίστοιχη εκπαίδευση, είδαν καθαρή διαφορά στην ποιότητα της διατροφής. Όταν όμως συνέκριναν ομάδες με υψηλότερη εκπαίδευση, η διαφορά σχεδόν εξαφανίστηκε.
Το εύρημα δείχνει ότι η μακροζωία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις κοινωνικές συνθήκες. Η γνώση, το εισόδημα, η πρόσβαση σε καλύτερα τρόφιμα και η δυνατότητα διατήρησης υγιεινών συνηθειών μπορούν να ενισχύσουν ή να περιορίσουν το βιολογικό πλεονέκτημα.
Στόχος δεν είναι μόνο τα περισσότερα χρόνια
Η Sebastiani τονίζει ότι στόχος της έρευνας δεν είναι απλώς να βρεθούν τρόποι ώστε οι άνθρωποι να ζουν περισσότερο. Το ζητούμενο είναι να ζουν περισσότερο με καλή υγεία, περιορίζοντας τα χρόνια ασθένειας και λειτουργικής έκπτωσης στο τέλος της ζωής.
Αυτό το σημείο αλλάζει τη συζήτηση γύρω από τη μακροζωία. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, αλλά η συμπίεση της νοσηρότητας: περισσότερα χρόνια αυτονομίας, λιγότερες χρόνιες νόσοι, καλύτερη ποιότητα ζωής.
Η διατροφή, σύμφωνα με τη νέα μελέτη, αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Όχι ως υπόσχεση αιώνιας νεότητας, αλλά ως καθημερινό εργαλείο πρόληψης.
Το μήνυμα για όλους, όχι μόνο για όσους έχουν «καλά γονίδια»
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης δεν αφορά μόνο όσους έχουν γονείς που έφτασαν τα 100. Οι ερευνητές θέλουν να εντοπίσουν συμπεριφορικά πρότυπα που μπορεί να βοηθήσουν όλους τους ανθρώπους να ζήσουν περισσότερα και κυρίως υγιέστερα χρόνια.
Μια διατροφή με περισσότερα ψάρια, φρούτα, λαχανικά, όσπρια και δημητριακά ολικής άλεσης, με λιγότερη ζάχαρη και αλάτι, δεν εγγυάται ότι κάποιος θα γίνει αιωνόβιος. Μπορεί όμως να στηρίξει την καρδιαγγειακή, μεταβολική και γνωστική υγεία, μειώνοντας παράγοντες κινδύνου που επηρεάζουν την ποιότητα της γήρανσης.
Η σημαντική διαφορά, τελικά, δεν βρίσκεται σε ένα μυστικό συστατικό. Βρίσκεται στη συνέπεια μικρών, επαναλαμβανόμενων επιλογών που, μαζί με τη γενετική και το περιβάλλον, διαμορφώνουν την πορεία της υγείας μέσα στον χρόνο.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης

