Οι περισσότεροι άνθρωποι καταναλώνουν πολύ λιγότερα λαχανικά από όσα συστήνονται για μια υγιεινή διατροφή. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μειώνεται μόνο η ποσότητα που τρώμε αλλά και η ποικιλία των λαχανικών που καλλιεργούνται και φτάνουν στο πιάτο μας. Νέα διεθνής μελέτη προειδοποιεί ότι η απώλεια της φυτικής βιοποικιλότητας μπορεί να στερήσει από τις επόμενες γενιές πολύτιμα θρεπτικά συστατικά αλλά και καλλιέργειες ικανές να αντέξουν στην κλιματική αλλαγή.

Μια σιωπηλή αλλαγή συντελείται στα χωράφια και στα ράφια των καταστημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο: καλλιεργούμε και καταναλώνουμε ολοένα μικρότερη ποικιλία λαχανικών.
Και αυτό, σύμφωνα με διεθνή ομάδα ειδικών στη διατροφή, τη γεωργία και τη βοτανική, δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα για τη βιοποικιλότητα αλλά και σοβαρή απειλή για την ανθρώπινη υγεία και την ανθεκτικότητα του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων.
Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στα Proceedings of the National Academy of Sciences υποστηρίζει ότι η λύση στην παγκόσμια διατροφική ανεπάρκεια δεν βρίσκεται απλώς στην παραγωγή περισσότερων λαχανικών.
Χρειάζεται να παράγουμε περισσότερα διαφορετικά είδη και ποικιλίες λαχανικών.
Όπως εξηγεί ο γεωπόνος Maarten van Zonneveld, ο οποίος ηγήθηκε της έρευνας ενώ εργαζόταν στο World Vegetable Center, μεγάλο μέρος της φυτικής ποικιλότητας που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εξακολουθεί να υπάρχει σε παραδοσιακές ποικιλίες και άγριους συγγενείς των καλλιεργούμενων φυτών.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές από αυτές τις ποικιλίες κινδυνεύουν να χαθούν πριν προλάβουμε να τις χρησιμοποιήσουμε.
Τρώμε περίπου 40% λιγότερα λαχανικά από όσα χρειαζόμαστε
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία είναι ότι, παγκοσμίως, οι άνθρωποι καταναλώνουν κατά μέσο όρο περίπου 40% λιγότερα λαχανικά από τις ποσότητες που θεωρούνται απαραίτητες για μια υγιεινή διατροφή.
Η ανεπαρκής κατανάλωση λαχανικών συγκαταλέγεται μάλιστα μεταξύ των πέντε σημαντικότερων διατροφικών παραγόντων κινδύνου που συμβάλλουν στην παγκόσμια επιβάρυνση από ασθένειες.
Τα λαχανικά αποτελούν σημαντική πηγή:
βιταμινών,
ανόργανων στοιχείων,
φυτικών ινών,
αντιοξειδωτικών
και πολλών ακόμη βιοδραστικών συστατικών.
Όταν όμως το κόστος ζωής αυξάνεται, συχνά είναι από τα πρώτα προϊόντα που περιορίζονται από το καλάθι του καταναλωτή.
Παράλληλα, για τους παραγωγούς αποτελούν συχνά πιο επισφαλή επιλογή σε σχέση με άλλες καλλιέργειες, επειδή πολλά λαχανικά είναι ιδιαίτερα ευπαθή και έχουν μικρή διάρκεια ζωής μετά τη συγκομιδή.
Δεν χάνουμε μόνο λαχανικά – χάνουμε ποικιλίες
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα αφορά τη συρρίκνωση της γεωργικής βιοποικιλότητας.
Πριν από τη βιομηχανοποίηση της γεωργίας, οι τοπικές κοινωνίες καλλιεργούσαν πολύ μεγαλύτερο αριθμό φυτικών ειδών και ποικιλιών.
Σήμερα η μαζική παραγωγή και οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού έχουν οδηγήσει στην κυριαρχία ενός σχετικά μικρού αριθμού καλλιεργειών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πατάτα.
Υπάρχουν περισσότερες από 4.000 διαφορετικές ποικιλίες πατάτας παγκοσμίως.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, μόλις περίπου πέντε έως οκτώ ποικιλίες χρησιμοποιούνται ευρέως.
Ανάλογες τάσεις καταγράφονται και σε πολλά άλλα λαχανικά.
Η τεχνητή επιλογή, οι μονοκαλλιέργειες και η απαίτηση της βιομηχανίας για προϊόντα με συγκεκριμένο μέγεθος, εμφάνιση, απόδοση και αντοχή στη μεταφορά έχουν περιορίσει δραματικά την ποικιλία που τελικά φτάνει στον καταναλωτή.
Το 24% των άγριων συγγενών των λαχανικών κινδυνεύει
Η απειλή δεν περιορίζεται στις παραδοσιακές καλλιεργούμενες ποικιλίες.
Σύμφωνα με αξιολόγηση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών – FAO, περίπου 24% των άγριων συγγενικών ειδών των λαχανικών που έχουν αξιολογηθεί κινδυνεύουν με εξαφάνιση.
Οι άγριοι συγγενείς των καλλιεργούμενων φυτών μπορεί να φαίνονται ασήμαντοι για τον καταναλωτή, όμως για τη γεωργία αποτελούν ένα τεράστιο γενετικό «θησαυροφυλάκιο».
Μπορεί να διαθέτουν γονίδια που προσφέρουν:
ανθεκτικότητα στην ξηρασία,
αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες,
προστασία από ασθένειες και παράσιτα,
μεγαλύτερη θρεπτική αξία,
ή δυνατότητα καλλιέργειας σε φτωχότερα εδάφη.
Καθώς το κλίμα αλλάζει, αυτά τα γενετικά χαρακτηριστικά μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικά για την επιβίωση μελλοντικών καλλιεργειών.
Η διατροφή μας βασίζεται σε λίγα «παγκόσμια» λαχανικά
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ορισμένα είδη, όπως:
η ντομάτα,
το κρεμμύδι
και το μαρούλι
έχουν εξελιχθεί σε πραγματικά παγκόσμιες καλλιέργειες και καταναλώνονται σχεδόν παντού.
Αντίθετα, εκατοντάδες άλλα λαχανικά εξακολουθούν να καλλιεργούνται μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές και συχνά αγνοούνται από τις εθνικές και διεθνείς πολιτικές τροφίμων.
Το παράδοξο είναι ότι πολλά από αυτά τα λιγότερο γνωστά φυτά είναι πλουσιότερα σε μικροθρεπτικά συστατικά και καλύτερα προσαρμοσμένα στις τοπικές κλιματικές συνθήκες.
Οι επιστήμονες ξεχωρίζουν τέσσερα χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Spider plant: Ένα θρεπτικό λαχανικό ανθεκτικό στην κλιματική αλλαγή
Το λεγόμενο spider plant είναι ένα σκούρο πράσινο φυλλώδες λαχανικό που καλλιεργείται σε περιοχές της Αφρικής.
Έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων επειδή συνδυάζει υψηλή θρεπτική αξία με αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα σε δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες.
Θεωρείται μάλιστα ένα από τα λαχανικά που θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία σε ένα θερμότερο και περισσότερο ασταθές κλίμα.
Ωστόσο, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι μόνο λίγες από τις τοπικές ποικιλίες του έχουν διασωθεί σε οργανωμένες τράπεζες γενετικού υλικού.
Αυτό περιορίζει τις δυνατότητες των ερευνητών να δημιουργήσουν στο μέλλον βελτιωμένες ποικιλίες κατάλληλες για παραγωγή σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Slippery cabbage: Πολύτιμο για γυναίκες και παιδιά στον Ειρηνικό
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το slippery cabbage, ένα από τα δημοφιλέστερα σκούρα πράσινα φυλλώδη λαχανικά στις χώρες του Ειρηνικού.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι η μεγαλύτερη αξιοποίησή του θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση διατροφικών ελλείψεων, ιδιαίτερα μεταξύ γυναικών και παιδιών.
Η περίπτωση αυτή δείχνει γιατί η βιοποικιλότητα δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντικό ζήτημα.
Μια τοπική ποικιλία μπορεί να είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στην περιοχή όπου καλλιεργείται και ταυτόχρονα να προσφέρει θρεπτικά συστατικά που λείπουν από τη διατροφή του πληθυσμού.
Bitter gourd: Το πικρό πεπόνι που αντέχει στις τροπικές συνθήκες
Το bitter gourd, γνωστό και ως πικρό πεπόνι, καταναλώνεται ευρέως σε περιοχές της Ασίας και της Καραϊβικής.
Πρόκειται για ένα ακόμη λαχανικό με σημαντική προσαρμοστικότητα στις τροπικές συνθήκες.
Οι επιστήμονες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στους πολλούς άγριους συγγενείς του.
Το γενετικό υλικό αυτών των φυτών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στη δημιουργία καλλιεργειών που θα αντέχουν καλύτερα στις νέες κλιματικές συνθήκες των τροπικών περιοχών.
Η κολοκύθα: Γνωστή αλλά γενετικά παραμελημένη
Ακόμη και πολύ γνωστά λαχανικά δεν αξιοποιούνται όσο θα μπορούσαν.
Η κολοκύθα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Μπορεί να αντέξει σχετικά καλά στην ξηρασία και στη ζέστη, ενώ οι καρποί της είναι πλούσιοι σε βήτα-καροτένιο, το οποίο ο οργανισμός μπορεί να μετατρέψει σε βιταμίνη Α.
Παρότι έχει μεγάλη εμπορική σημασία, οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι γενετικοί πόροι της παραμένουν ανεπαρκώς αξιοποιημένοι και δεν έχουν διατηρηθεί στον βαθμό που θα έπρεπε.
Περισσότερα από 1.480 είδη λαχανικών βρίσκονται στο περιθώριο
Το πραγματικό εύρος της χαμένης ποικιλότητας είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτά τα τέσσερα παραδείγματα.
Οι επιστήμονες αναφέρονται σε περισσότερα από 1.480 είδη λαχανικών, πολλά από τα οποία παραμένουν τοπικά, παραμελημένα ή ανεπαρκώς προστατευμένα.
Η συνεχιζόμενη απώλεια αυτής της βιοποικιλότητας συμβαίνει ακριβώς τη στιγμή που τα παγκόσμια συστήματα τροφίμων χρειάζονται μεγαλύτερη διαφοροποίηση.
Η εξάρτηση από λίγες βασικές καλλιέργειες δημιουργεί ένα εύθραυστο σύστημα.
Εάν μια νέα ασθένεια, ένα παράσιτο ή ακραίες κλιματικές συνθήκες πλήξουν μία από αυτές τις κυρίαρχες καλλιέργειες, οι διαθέσιμες εναλλακτικές είναι περιορισμένες.
Η γενετική ποικιλότητα λειτουργεί συνεπώς σαν μια μορφή ασφάλειας ζωής για τη γεωργία.
Γιατί η κλιματική αλλαγή κάνει το πρόβλημα πιο επείγον
Η υπερθέρμανση του πλανήτη αλλάζει ήδη τις συνθήκες παραγωγής τροφίμων.
Υψηλότερες θερμοκρασίες, παρατεταμένες ξηρασίες, ακραίες βροχοπτώσεις και νέες ασθένειες δημιουργούν πιέσεις στις καλλιέργειες.
Μια γεωργία που στηρίζεται σε ελάχιστες γενετικά παρόμοιες ποικιλίες έχει μικρότερη δυνατότητα προσαρμογής.
Αντίθετα, οι παραδοσιακές και άγριες ποικιλίες αποτελούν μια τεράστια δεξαμενή χαρακτηριστικών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους επιστήμονες για την ανάπτυξη νέων ανθεκτικών φυτών.
Για τον van Zonneveld, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η διάσωση αυτών των φυτών αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν.
Πρέπει να συλλεχθούν, να καταγραφούν και να διατηρηθούν σωστά, πριν εξαφανιστούν.
Οι τράπεζες σπόρων έχουν μεγάλα κενά
Μία από τις λύσεις είναι οι τράπεζες γενετικού υλικού και σπόρων.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη, οι συλλογές πολλών λιγότερο γνωστών λαχανικών παραμένουν ανεπαρκείς.
Αυτό σημαίνει ότι εάν μια τοπική ποικιλία εξαφανιστεί από το φυσικό της περιβάλλον, ενδέχεται να μην υπάρχει αποθηκευμένο γενετικό υλικό που να επιτρέπει την επαναφορά ή τη χρησιμοποίησή της σε προγράμματα βελτίωσης καλλιεργειών.
Η προστασία της βιοποικιλότητας, επομένως, δεν σημαίνει μόνο προστασία των φυτών στο φυσικό περιβάλλον.
Σημαίνει και συστηματική διατήρηση σπόρων και γενετικού υλικού για τις επόμενες γενιές.
Δεν αρκεί να παράγουμε «περισσότερο φαγητό»
Η μελέτη αμφισβητεί μια από τις πιο απλοϊκές ιδέες γύρω από την επισιτιστική ασφάλεια: ότι η λύση βρίσκεται απλώς στην αύξηση της συνολικής παραγωγής τροφίμων.
Ένα σύστημα μπορεί να παράγει τεράστιες ποσότητες θερμίδων αλλά να εξακολουθεί να αφήνει τον πληθυσμό με ελλείψεις σε βιταμίνες, μέταλλα και άλλα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά.
Γι’ αυτό οι ερευνητές ζητούν να περάσουμε από τη λογική:
«να παράγουμε περισσότερο»
στη λογική:
«να παράγουμε περισσότερα διαφορετικά τρόφιμα».
Η διαφοροποίηση των λαχανικών μπορεί να ενισχύσει ταυτόχρονα:
τη θρεπτική ποιότητα της διατροφής,
την επισιτιστική ασφάλεια,
τη γεωργική ανθεκτικότητα
και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Τι μπορούμε να κάνουμε και ως καταναλωτές
Η λύση δεν βρίσκεται μόνο στις κυβερνήσεις ή στους επιστήμονες.
Οι καταναλωτικές επιλογές μπορούν να επηρεάσουν τη ζήτηση και, κατά συνέπεια, το τι καλλιεργείται.
Oι ερευνητές προτείνουν, όπου είναι δυνατόν, να αναζητούμε τοπικές και παραδοσιακές ποικιλίες αντί να περιοριζόμαστε πάντα στα ίδια λίγα προϊόντα.
Οι λαϊκές αγορές, οι μικροί παραγωγοί και τα ανεξάρτητα παντοπωλεία συχνά προσφέρουν μεγαλύτερη ποικιλία από τις μεγάλες αλυσίδες.
Για όσους καλλιεργούν δικά τους λαχανικά, οι λεγόμενες heirloom ή landrace ποικιλίες μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της γενετικής ποικιλότητας.
Ακόμη και η συλλογή σπόρων από τη μία καλλιεργητική χρονιά στην επόμενη αποτελεί μια μικρή μορφή διατήρησης βιοποικιλότητας.
Το μήνυμα της μελέτης
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι δεν τρώμε αρκετά λαχανικά.
Είναι ότι καταναλώνουμε ένα ολοένα μικρότερο κομμάτι της τεράστιας φυτικής ποικιλότητας που μπορεί να μας προσφέρει η φύση.
Και κάθε ποικιλία που χάνεται μπορεί να σημαίνει απώλεια ενός πολύτιμου θρεπτικού χαρακτηριστικού, μιας αντοχής στην ξηρασία, ενός γονιδίου προστασίας από ασθένειες ή μιας μελλοντικής λύσης απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Για τους ερευνητές, η ανάγκη είναι επείγουσα.
Η προστασία και αξιοποίηση της παγκόσμιας ποικιλίας λαχανικών δεν αφορά μόνο τη διάσωση σπάνιων φυτών.
Αφορά το τι θα τρώμε, πόσο θρεπτικό θα είναι το φαγητό μας και αν η γεωργία θα μπορέσει να συνεχίσει να μας θρέφει σε έναν θερμότερο και περισσότερο ασταθή πλανήτη.
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα
Διαβάστε επίσης
Παιδιά και λαχανικά: Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς
Κυκλοσπορίαση και λαχανικά: Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς

